26 Φεβρουάριος 2013, 14:19 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 21:01

3.096 ημέρες αιχμάλωτη στα χέρια του απαγωγέα της

  • 3.096 ημέρες αιχμάλωτη στα χέρια του απαγωγέα της

'Ηταν μόλις δέκα ετών όταν ένας άνδρας την απήγαγε ενώ βρισκόταν καθ' οδόν για το σπίτι της, η Νατάσα Κάμπους. Έμεινε αιχμάλωτη στα χέρια του απαγωγέα της για 3.096 ημέρες. Οκτώ ολόκληρα χρόνια. Βίντεο.

Η 25χρονη σήμερα Νατάσα μιλάει για τα αντιφατικά συναισθήματά της, ενώ στις 28 Φεβρουαρίου βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες ταινία με τίτλο "3.096 ημέρες".

Το 1998 η δεκάχρονη, τότε, Νατάσα Κάμπους περπατούσε στον δρόμο κατευθυνόμενη προς το σχολείο της. Ήταν η πρώτη φορά που η μητέρα της δεν την συνόδευε. Ένας ψηλός αδύνατος άντρας, ακουμπισμένος στο αυτοκίνητό του, την κοιτάζει και της χαμογελά με την συμπάθεια που ένας ενήλικας χαμογελάει σε ένα παιδάκι. Τον κοιτάζει κι αυτή φευγαλέα. Μόλις η μικρή Νατάσα τον προσπερνά, την αρπάζει και την βάζει με την βία μέσα στο αυτοκίνητο. Ήταν η τελευταία φορά που η Νατάσα Κάμπους θα έβλεπε τον επίγειο κόσμο.

Η Νατάσα Κάμπους συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη όταν το 2006 παρουσιάστηκε στις αυστριακές αστυνομικές αρχές λέγοντας πως είναι το μικρό κοριτσάκι που είχε απαχθεί πριν από οκτώ χρόνια από έναν ψυχικά διαταραγμένο άντρα, τον Βόλφγκανγκ Πρίκλοπιλ. Κανείς δεν την πίστεψε καθώς η υπόθεση είχε μπει στο Αρχείο και είχε λίγο πολύ ξεχαστεί τόσο από τον κόσμο όσο και από την Αστυνομία. Ακόμη και η οικογένειά της είχε πάψει να την αναζητά...

Καθώς η ιστορία της ζωής της έβγαινε σιγά σιγά στο φως της δημοσιότητας η ίδια όσο και η αυστριακή κοινή γνώμη πέρασαν από πολλές μεταπτώσεις. Στα μάτια πολλών, το θύμα μετατράπηκε σε μια καιροσκόπο που ξεπούλαγε την προσωπική της τραγωδία. Μέσα σε δύο εβδομάδες από την απελευθέρωσή της είχε δώσει την πρώτη της συνέντευξη, μιλώντας με τα μάτια κλειστά. Έδειχνε εύθραυστη, μα ήρεμη και σίγουρη για όσα έλεγε, παρότι χωρίς να το θέλει βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ΜΜΕ.

Αργότερα παρουσίασε τη δική της εκπομπή, παίρνοντας συνεντεύξεις από διασημότητες όπως ο πρώην οδηγός της Φόρμουλα 1 Νίκι Λάουντα. Μήνες μετά εθεάθη στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ με έναν Αυστριακό πρίγκιπα και ο φωτογραφικός φακός τη συνέλαβε σε τρυφερές στιγμές με τον γιο του δικηγόρου της. Και ξαφνικά αποσύρθηκε από το φως των προβολέων.

Στη συνέντευξη στην αυστριακή τηλεόραση, η Νατάσα Κάμπους επανέφερε στη μνήμη τον τρόμο που ένοιωσε όταν ο Πρίκλοπιλ την υποχρέωσε για πρώτη φορά να μπει στο υπόγειο κελί, που θα ήταν το σπίτι της για πολλά χρόνια, στην κωμόπολη Στράσοφ, 25 χιλιόμετρα έξω από τη Βιέννη.

«Ένιωθα κλειστοφοβία σε αυτό το μικρό δωμάτιο. Πετούσα μπουκάλια νερού στους τοίχους, τους χτυπούσα με τις γροθιές, μήπως με άκουγε κάποιος. Ήμουν τρομοκρατημένη και εάν δεν με είχε πάρει στο σπίτι του, κάποια στιγμή, όπου είχα κάπως περισσότερο χώρο για να κινηθώ, νομίζω ότι μπορεί να είχα τρελαθεί», είπε η Νατάσα.

Τα ΜΜΕ δεν της συγχώρεσαν το γεγονός ότι δεν καταδίκαζε τον απαγωγέα της κάτι που, όπως λέει η ίδια, απαιτούσε η κοινή γνώμη: «Δεν ήθελε να ακούσει κανείς από μένα ότι δεν υπάρχει απόλυτο κακό, ότι δεν υπάρχει καθαρό μαύρο και άσπρο. Σίγουρα, ο δράστης μού είχε κλέψει την παιδική μου ηλικία, με είχε φυλακίσει και βασανίσει  αλλά, παρ’ όλα αυτά τα κρίσιμα χρόνια ανάμεσα στα έντεκα και στα δεκαοχτώ μου, ήταν το μοναδικό πρόσωπο αναφοράς μου. Μέσω της απόδρασής μου δεν είχα μόνο απελευθερωθεί από τον βασανιστή μου, είχα χάσει και έναν άνθρωπο ο οποίος αναγκαστικά ήταν πολύ κοντά μου».

Αρνήθηκε ότι πάσχει από το λεγόμενο «Σύνδρομο της Στοκχόλμης», σύμφωνα με το οποίο τα θύματα μιας απαγωγής αναπτύσσουν μια συναισθηματική σχέση με τους απαγωγείς τους. Ένα ψυχολογικό σύμπτωμα που ωθεί το θύμα να συμπονέσει τον δράστη κι έτσι να γίνει για δεύτερη φορά θύμα. Επέμενε να λέει ότι η κοινωνία χρειάζεται να χαρακτηρίζει κάποιον ως το απόλυτο κακό, έτσι ώστε να νιώθει ότι όλοι οι άλλοι είναι από την καλή πλευρά.

Οι ψυχολόγοι που την εξέτασαν, όμως,  όχι μόνο διέγνωσαν το σύνδρομο της Στοκχόλμης αλλά μίλησαν και για «ψυχολογική παλινδρόμηση». Μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από την επιστροφή του θύματος  στην ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών, όταν ένα παιδί αποδέχεται τον κόσµο γύρω του ως δεδοµένο.

Στην αυτοβιογραφία της με τίτλο «3.096 μέρες» η Νατάσα Κάμπους αναφέρει στα αρχικά κεφάλαια τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής της με την οικογένειά της. Ήταν ένα παχύ, φοβισμένο παιδί, το οποίο οι γονείς του ελάχιστα καταλάβαιναν. Η λεκτική βία εναντίον της ήταν καθημερινή. Όταν τελικά οι γονείς της χώρισαν, η ίδια είχε γίνει ένα ανασφαλές και κλεισμένο στον εαυτό του πλάσμα, που δεν του άρεσε η ζωή του και διαμαρτυρόταν γι’ αυτήν με διάφορους τρόπους. Πίστευε ότι από τους μεγάλους δεν μπορούσε να περιμένει καμία βοήθεια. Είχε αποφασίσει ότι όταν θα γινόταν δεκαοκτώ ετών θα άφηνε το σπίτι της, θα έπιανε δουλειά και θα οργάνωνε αλλιώς τη ζωή της. Τα σχέδιά της έμελλε να τα πραγματώσει, πράγματι στα δεκαοκτώ. Μόνο που, προηγουμένως, θα ζούσε οκτώ τραυματικά χρόνια...

Στα επόμενα κεφάλαια περιγράφει τη ζωή της στο υπόγειο του σπιτιού του απαγωγέα της, Βόλφγκανγκ Πρικλόπιλ: ένα δωμάτιο δύο τετραγωνικών, οχυρωμένο πίσω από μια βαριά σιδερένια πόρτα που έκλεινε τον δρόμο προς τον επάνω κόσμο. Σε αυτό το κελί μεγάλωσε, έμαθε να διαβάζει, μπήκε στην εφηβεία, έμαθε να αυτοελέγχεται.

Ο απαγωγέας της την έδερνε, την ταπείνωνε, την εξευτέλιζε. Την ανάγκαζε να κοιμάται πολλές φορές στο κρεβάτι του, δεμένη μαζί του με χειροπέδες έβαζε την κοπέλα να κάνει δουλειές στο σπίτι ημίγυμνη, δεν την τάιζε συχνά, ενώ την ανάγκαζε να ξυρίζει συνεχώς το κεφάλι της. Δεν την φώναζε με το όνομα της, της έλεγε «πλέον δεν σε λένε Νατάσα, είσαι δική μου» και την αποκαλούσε «σκλάβα». Της είχε εξομολογηθεί μάλιστα ότι αυτό ήταν το όνειρο της ζωής του: να έχει μία σκλάβα δική του. Εκείνη πάντα υποκλινόταν μπροστά του και τον αποκαλούσε «άρχοντα μου».

Η Νατάσα έμαθε να πειθαρχεί τον εαυτό της και μεγαλώνοντας έμαθε να αντιδρά. Άλλοτε υποχωρούσε και άλλοτε επαναστατούσε. Άνοιξε στην πράξη έναν διάλογο με τον απαγωγέα της. Αυτό της επέτρεψε, ως έναν βαθμό, να ελέγχει τις αντιδράσεις του και να κάνει τη φυλάκισή της πιο υποφερτή. Εκείνος την καλόπιανε όταν αισθανόταν ότι υπήρχε μεταξύ τους ψυχική επαφή. Στο υπόγειο προχώρησε τις σπουδές της –όταν απήχθη βρισκόταν ακόμη στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Είδε επιμορφωτικά ντοκυμαντέρ, μελέτησε μαθηματικά, διάβασε κλασικούς συγγραφείς, ενώ παράλληλα μαγείρευε, σκούπιζε, έκανε πρακτικές εργασίες. Τελικά έμαθε να επιβιώνει.

Η στάση του βασανιστή της άλλαζε στη διάρκεια των χρόνων καθώς η Νατάσα Κάμπους μεγάλωνε και ο ίδιος άρχιζε να εξαρτάται ολοένα περισσότερο από αυτήν. Κατά βάθος ήταν ένας άνθρωπος που του έλειπαν η συντροφιά, η οικογένεια, η θαλπωρή. Μόνο που δεν μπορούσε να τα διεκδικήσει με φυσιολογικό τρόπο, παρά μόνο μέσα από την έγκλειστη Νατάσα. Η αυτοκτονία του, όταν έμαθε ότι η Νατάσα Κάμπους δραπέτευσε, ήταν το φυσιολογικό τέλος μιας αφύσικης ζωής.

Αν μένει κάτι από αυτό το βιβλίο, είναι η θέληση της Κάμπους να κερδίσει τη ζωή της, να προστατεύσει την προσωπικότητά της και να χρησιμοποιήσει τον χρόνο της για να μάθει, να οργανώσει την έτσι κι αλλιώς περιορισμένη ζωή της, να αναπτυχθεί σωστά, να ξεπεράσει τους φόβους της και να οχυρωθεί πνευματικά και ψυχικά για να αντιμετωπίζει κάθε στιγμή τον βασανιστή της.

Σήμερα, η Νατάσα ζει πλέον στη Βιέννη προσπαθώντας ακόμα να συνέλθει από τα τραυματικά χρόνια που έζησε μακριά από την οικογένεια, μακριά από τη νιότη της, μακριά από το φως. «Υποφέρω από κρίσεις πανικού κι έχω γίνει κάτι σαν ερημίτης», δήλωσε προσφάτως στη γερμανική εφημερίδα Suddeutsche Zeitung. Περνά τον περισσότερο χρόνο της στο μικρό διαμέρισμά της και έχει σχεδόν επιστρέψει στον τρόπο ζωής που είχε ως όμηρος. Αποφεύγει να κυκλοφορεί, γιατί από τη μια της ζητούν αυτόγραφα και τη φωτογραφίζουν συνεχώς κι από την άλλη την προσβάλλουν.

Κάποιοι της λένε ότι πρέπει να γυρίσει στο υπόγειο που ήταν κλεισμένη και άλλοι τη χαρακτηρίζουν χρυσοθήρα, επικαλούμενοι τη μικρή περιουσία που έχει κερδίσει χάρη σε συνεντεύξεις και πνευματικά δικαιώματα, αν και έχει δωρίσει ένας μέρος της σε φιλανθρωπίες. «Πρέπει συνεχώς να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου», λέει, αποκαλύπτοντας ότι κάποιες φορές έφτασε να νοσταλγεί την ασφάλεια της φυλακής της: «Στο κελάρι μου ήμουν ήρεμη, αυτάρκης και πλήρης. Σήμερα νιώθω σαν να μου έχουν στερήσει την ικανότητα να είμαι ο εαυτός μου».

Παρακολουθείστε βίντεο με την Παναγιώτα Βλαντή να διαβάζει αποσπάσματα από το βιβλίο της Νατάσας Κάμπους και σε άλλο βίντεο παλαιότερη συνέντευξή της.