8 Ιανουάριος 2013, 09:13 - Τελευταία Ενημέρωση: 25 Απρίλιος 2016, 14:38

Η απόφαση για τη Γενοκτονία των Ποντίων

  • Η απόφαση για τη Γενοκτονία των Ποντίων

Ένα κείμενο του Βλάση Αγτζίδη για την πολιτική του τουρκικού εθνικισμού και τη γενοκτονία των Ποντίων και όλων των χριστιανικών πληθυσμών στην Ανατολή που δημοσιεύτηκε σε ουγγρικό περιοδικό ιστορίας Trianoni Szemle που εκδίδεται στη Βουδαπέστη με τίτλο: «Η εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού και οι γενοκτονίες των χριστιανικών λαών της Ανατολής».

Η απόφαση για τη Γενοκτονία των χριστιανικών λαών
Τον Οκτώβριο του 1911 οι Νεότουρκοι αποφάσισαν και επισήμως, σε συνέδριό τους, την εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων. Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού The Times of London στις 3 Οκτωβρίου του 1911 με τίτλο «Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους», παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραίων σοβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» που βρισκόταν ήδη στην εξουσία.

Η οθωμανοποίηση (ottomanization) διά της βίας όλων των κατοίκων, αποφασίζεται τελεσίδικα
Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι Μουσουλμάνοι: «Οι Μουσουλμάνοι γενικά πρέπει να κρατήσουν τα όπλα τους και όπου υπήρχαν ως μειονότητα, οι αρχές πρέπει να τους εξοπλίσουν…. Η Τουρκία είναι πρωτίστως μια μουσουλμανική χώρα και οι ιδέες του μουσουλμανισμού και η επιρροή του πρέπει να κυριαρχούν. Κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα πρέπει να κατασταλεί αφού δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί τους Χριστιανούς, οι οποίοι πάντα δούλευαν για την κατάρρευση του νέου καθεστώτος… Αργά ή γρήγορα η πλήρης οθωμανοποίηση πρέπει να επιτευχθεί αλλά είναι πλέον καθαρό ότι αυτό δε θα μπορούσε να γίνει με την πειθώ αλλά με τη δύναμη των όπλων.

Η μουσουλμανική κυριαρχία είναι αναπόφευκτη και μόνο στους μουσουλμανικούς θεσμούς και παραδόσεις οφείλεται σεβασμός. Το δικαίωμα της οργάνωσης, αποκέντρωσης και αυτονομίας δεν υπάρχει για τις υπόλοιπες εθνικότητες, οι οποίες μπορούν να κρατήσουν τις θρησκείες τους αλλά όχι τις γλώσσες τους. Η επικράτηση της τουρκικής γλώσσας αποτελεί ένα από τα βασικά μέσα για τη διατήρηση της μουσουλμανικής κυριαρχίας.»

Έκθεση που στάλθηκε στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών από την Κωνσταντινούπολη αναφέρει: «Μεταξύ των υπό του Νεοτουρκικού κομιτάτου ληφθεισών αποφάσεων είναι και ο εκτουρκισμός των ελληνικών πληθυσμών, ο οποίος δεν είναι δυνατός, εφ’ όσον υπάρχουσι συμπαγείς ελληνικοί συνοικι­σμοί». Οι νεότουρκοι θεωρούσαν τον εξισλαμισμό ως «σπουδαίον μέσον προς επιτυχίαν του εξοντωτικού κατά των Ελλήνων προγράμματος, περί τον άξονα του οποίου εστρέφετο και στρέφεται η Τουρκία…».

Το αντιχριστιανικό κλίμα και η τάση για ισλαμικό Τζιχάντ (Ιερό πόλεμο κατά των μη μουσουλμάνων) που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, περιγράφεται στο άρθρο με τίτλο «Οθωμανοί εις τα όπλα» στις 13 Οκτωβρίου 1911 της τουρκικής εφημερίδας Ηχώ που εκδιδόταν στη Σαμψούντα: «Ο ιερός πόλεμος είναι θεία εντολή, της οποίας η εγκατάλειψις εις τοιαύτην εποχήν είναι αδύνατος… Εμπρός αδελφοί, ας ετοιμασθώμεν από σήμερον να συγκρουσθώμεν μετά των εχθρών, να πίωμεν το αίμα των».

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ για το ζήτημα αυτό, η οποία υποστήριζε ότι η Τουρκία δεν μπορούσε να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελούνταν από διαφορετικές χώρες. Η Λούξεμπουργκ κατέληγε με τη διαπίστωση: «Η κρίση της ιστορίας για την Τουρκία είχε βγει: βάδιζε πια προς την διάλυση…». Καλούσε τους σοσιαλιστές να υποστηρίξουν τα χριστιανικά κινήματα που διεκδικούσαν τη πολιτική τους χειραφέτηση με την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Όσον αφορά τους νεότουρκους, η Λούξεμπουργκ – σε αντίθεση με τον Βλαδίμηρο Ίλιτς Λένιν που τους θεωρούσε υπόδειγμα επαναστατών είχε καταγγείλει «την εσωτερική κοινωνική ανωριμότητα της νεοτουρκικής κυβέρνησης και τον αντεπαναστατικό της χαρακτήρα». Αλλά και οι σοβιετικοί θα αλλάξουν αργότερα άποψη. Στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια θα καταχωρηθούν, μερικές δεκαετίες αργότερα, ως «πλαστογράφοι της ιστορίας» και εμπνευστές του «σοβινιστικού δόγματος» του παντουρκισμού.

Ο γερμανικός παράγων
Ένας παράγοντας που συνέβαλε στην ικανοποίηση των νεοτουρκικών συμφε­ρόντων ήταν ο γερμανικός. Οι Γερμανοί είχαν τεράστια οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα στην Τουρκία. Έλπιζαν ότι με μια ισχυρή Τουρκία θα ανταγωνίζονταν καλύτερα τους Βρετανούς.
Η γερμανική εκπόνησε ένα «πρόγραμμα ακεραιότητας της Τουρκίας», η υλοποίηση του οποίου προϋπέθετε την εξόντωση των πληθυσμών εκείνων που ενίσχυαν τις φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γράφει η Λούξεμπουργκ για αυτό, ότι η Γερμανία, στις 8 Νοεμβρίου 1898 στην οθωμανοκρατούμενη Δαμασκό, σε μια γιορταστική εκδήλωση έδωσε όρκο «κάτω από τον ίσκιο του μεγάλου Saladin να προστατεύει και να διαφυλάττει το μωαμεθανικό κόσμο και την πράσινη σημαία του προφήτη». Θεωρεί όμως ότι: «Η αναλαμβανόμενη από τη Γερμανία προσπάθεια “αναγέννησης” της Τουρκίας ήταν μια καθαρή τεχνική προσπάθεια γαλβανισμού ενός πτώματος».

Η Τουρκία έγινε το πιο σημαντικό πεδίο δράσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Κινητήρια δύναμη ήταν οι γερμανικές τράπεζες, οι οποίες είχαν κολοσσιαίες επιχειρήσεις στην Ασία. Η γερμανική πολιτική κορυφώθηκε μετά τους βαλκανικούς πολέμους, όταν οι Γερμανοί προσπάθησαν να φανατίσουν τις τουρκικές μάζες και να τις στρέψουν εναντίον των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα γερμανικό βιβλίο που έφερε στο φως ο Κώστας Φωτιάδης.

Το βιβλίο του Φράνς Κόλερ (Franz Kohler) με τίτλο Der neue Dreibund εκδόθηκε το 1915 στο Μόναχο και περιέγραφε με σαφήνεια τις επιδιώξεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού: «τα μικρασιατικά εδάφη είναι η λύση. Εκεί θα μεγαλουργήσουμε εκτοπίζοντας το συναγωνισμό των άλλων λαών εξαιτίας του υπέρτερου πολιτισμού και της οικονομικής ζωής που θα συγκεντρωθεί στα χέρια μας…

»Τους φίλους μας θα αναζητήσουμε ανάμεσα σ’ εκείνους τους λαούς που έχουν μ’ εμάς κοινούς εχθρούς. Η κοινή εχθρότητα πρέπει να είναι ο πρώτος και κύριος συνεκτικός δεσμός. Η σύμπτωση δε των οικονομικών συμφερόντων θα καταστήσει το δεσμό αυτό άρρηκτο».

Την περίοδο αυτή και κυρίως με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υλοποιήθηκε η (από το 1911 ειλημμένη) απόφαση των Οθωμανών για οριστική λύση του εθνικού προβλήματος της αυτοκρατορίας με τη φυσική εξόντωση των γηγενών εθνοτήτων. Οι εκτιμήσεις διαφόρων παραγόντων για συνεργία των Γερμανών στη γενοκτονία είναι γεγονός.

Ο μάλλον φιλότουρκος Γάλλος αντιπλοίαρχος Ρολέν (Rollin), σ’ έκθεσή του προς το γαλλικό Γενικό Επιτελείο Ναυτικού στις 9 Φεβρουαρίου 1919, αναφέρει: «Οι Νεότουρκοι σε συνεργασία με τους Γερμανούς φανέρωσαν τους στόχους του. Απέβαλαν τη μάσκα… Από τις αρχές του 1914 υπό την καθοδήγηση του Γερμανού αρχιστρατήγου Liman Von Sanders άρχισαν συστηματικοί διωγμοί και εξορίες… Μεθοδική επιχείρηση εξαφάνισης του ελληνικού στοιχείου… Υπό το πρόσχημα στρατιωτικής επιταγής οι διωγμοί μεταβλήθηκαν σε εκατόμβες… Χιλιάδες εξοντώθηκαν στα περίφημα αμελέ ταμπουρού».

Από τα αρχεία προκύπτει όμως, ότι οι Γερμανοί και Αυστριακοί διπλωμάτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έμειναν έκπληκτοι από τη βία που ασκούσαν οι τουρκικές αρχές στους εκτοπισμένους πληθυσμούς. Για παράδειγμα, ο Αυστριακός διπλωμάτης Τράουτμανσντορφ (Τrauttmansdorff) γράφει προς τον υπουργό του στις 28 Ιουλίου 1916: «Υπέδειξα κατά την τελευταία επίσκεψη στην Τούρκο υπουργό Εξωτερικών ποια εντύπωση θα έπρεπε να προκαλέσουν σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο τέτοια φρικτά μέσα, και του είπα ότι ένας τέτοιος τρόπος ενέργειας θα αποτελούσε ένα ακόμα λάθος, μεγαλύτερο από τα ριζοσπαστικά μέτρα που χρησιμοποιήθηκαν κατά των Αρμενίων».

Tα πληθυσμιακά μεγέθη
Ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού των Ελλήνων αποτελεί δύσκολο εγχείρημα. Μέσω των διαθέσιμων απογραφικών στοιχείων είναι δυνατή μόνο η προσέγγισή του. Βασικές πηγές αποτελούν η πατριαρχική απογραφή των ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τα ελληνικά προξενεία την περίοδο 1910-1912 και η οθωμανική απογραφή του 1914. Στην πατριαρχική απογραφή για το χώρο του Πόντου συνεργάστηκαν το ελληνικό προξενείο της Τραπεζούντας και το υποπροξενείο της Αμισού. Η οθωμανική απογραφή, που αποτελεί, έτσι και αλλιώς, το μοναδικό επίσημο στοιχείο χαρακτηρίζεται από πλήθος ελλείψεων, που σχετίζονται με την καταχώρηση συνήθως μόνο των ανδρών και απ’ αυτούς κυρίως των μουσουλμάνων, ή στην καλύτερη περίπτωση την ελλιπή καταγραφή παιδιών και γυναικών.

Ο Τζάστιν Μακάρθι (J. McCarthy), που διακρίνεται για την φιλοτουρκική του μονομέρεια, στο έργο του Muslim and Minorities, διορθώνει την οθωμανική στατιστική προσθέτοντας 15% περισσότερο πληθυσμό. Ο Ντάγκλας Ντέικιν (Douglas Dakin) δίνει τον αριθμό 2.100.000 (300.000 στην Ανατολική Θράκη και 1.800.000 στο σύνολο του μικρασιατικού εδάφους).

Σύμφωνα με την προβληματική οθωμανική στατιστική του 1914 στο σύνολο του οθωμανικού εδάφους (Μικρά Ασία συμπεριλαμβανομένου του Πόντου, Ανατολική Θράκη και βιλαετίου Χαλεπίου) κατοικούσαν 1.565.781 Έλληνες. Με βάση τις παρατηρήσεις επί των λαθών της απογραφής του Mακάρθι κατοικούσαν 1.711.718, ενώ με βάση την πατριαρχική 2.068.402. Η πατριαρχική απογραφή αυτή φαίνεται να είναι εγγύτερη προς το πραγματικό μέγεθος του πληθυσμού γιατί οι Έλληνες δήλωναν τις γεννήσεις στο μητρώο της Εκκλησίας και όχι αυτό της οθωμανικής αρχής. Επίσης, αρκετοί Έλληνες για φορολογικούς και άλλους λόγους απέφευγαν να δηλωθούν, με αποτέλεσμα να μην έχουν την οθωμανική υπηκοότητα, παρότι ήταν γεννημένοι και κατοικούσαν σε οθωμανικά εδάφη. Είναι δεδομένο ότι και η πατριαρχική απογραφή υπολείπεται του πραγματικού αριθμού των Ελλήνων γιατί –όπως προκύπτει από προξενικές αναφορές– μέρος του ελληνικού πληθυσμού αρνιόταν να απογραφεί, φοβούμενο μήπως τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης απογραφής πέσουν στα χέρια των Τούρκων.

Η ποικιλία των πληθυσμιακών εκτιμήσεων υπάρχει μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, ένα ελληνοτουρκικό επιστημονικό site, που υπήρχε στο διαδίκτυο το 1997, φιλοξενούσε τα αποτελέσματα ενός ελληνοτουρκικού ερευνητικού προγράμματος με τίτλο «Mikra Asia. Story of Greeks of Anatolia». Το site, που είχε κατασκευαστεί από τις ερευνήτριες Bilgin Esme (Tr) και Aggeliki Ralli (Gr), έδινε για τον ελληνικό πληθυσμό στην Ανατολική Θράκη και τη Μιρά Ασία τον αριθμό των 2,6 εκατομμυρίων ατόμων. Η παραπάνω εκτίμηση συμπίπτει σχετικά με τις εκτιμήσεις σοβαρών Ελλήνων ιστορικών, η οποίοι για το 1919 δίδουν τον αριθμό των 2.450.000Ελλήνων στην ανατολική Θράκη, στην Κωνσταντινούπολη, και στη Μικρά Ασία, έναντι 8.000.000 Τούρκων (συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων, των Λαζών, τω Κιρκασίων και των υπόλοιπων μουσουλμάνων της οθωμανικής επικράτειας) και 1.500.000 περίπου Αρμενίων, Εβραίων και Βουλγάρων.

Η πρώτη φάση της γενοκτονίας (1914-1918)
Οι μετακινήσεις των πληθυσμών
Οι βία κατά των χριστιανικών εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κλιμακώθηκε βαθμιαία. Το πρώτο βήμα ήταν το μποϊκοτάζ που υποκινούσε η κυβέρνηση κατά των επιχειρήσεων που ανήκαν σε χριστιανούς. Το μποϊκοτάζ υπήρξε ένα μέσο κινητοποίησης των ισλαμικών μαζών για την υλοποίηση των προαποφασισμένων σχεδίων. Ο εμπορικός αποκλεισμός των ελληνικών επιχειρήσεων άρχισε το 1914. Στη Μαύρη Βίβλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναφέρεται ότι η πολιτική αυτή στόχευε στον εκτουρκισμό της Κωνσταντινούπολης, η οποία έως τότε είχε ελληνικό χαρακτήρα και «…ουκ ολίγον συνετέλεσεν εις την απονέκρωσιν πάσης εμπορικής κινήσεως και συνδιαλλαγής μεταξύ των ομογενών της πρωτευούσης.»

Αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι η καταπίεση και η εξαφάνιση των χριστιανικών κοινοτήτων υπήρξε έμπνευση των Γερμανών. Ο Μιχ. Ροδάς θεωρεί ότι στόχος της Γερμανίας ήταν «να εκδιωχθούν τελείως οι Άγγλοι και οι Γάλλοι και να συντριβούν οι Έλληνες». Το στόχο αυτόν προπαγάνδιζε από το 1915 ο Γερμανός Φρανς Κόλερ: «Αφενός, με τον τουρκικό αποικισμό στα παρ’ αμιγών Ελλήνων κατοικούμενα νησιά του Αιγαίου και τις Μικρασιατικές ακτές –απ’ όπου αυτοί θα εκδιωχθούν– αφετέρου με την ηθική και οικονομική εξασθενήση όσων Ελλήνων απομείνουν, θα κατορθωθεί ο βαθμιαίος εξισλαμισμός της Τουρκίας. Θα κατορθωθεί η ίδρυση τουρκικού κράτους με συμπαγή τουρκική μάζα, κράτους δηλαδή που θα έχει καθαρά εθνικό χαρακτήρα. …Οι ελληνικές αρπακτικές διαθέσεις δεν θα έχουν πλέον έδαφος πραγματοποίησης. Γιατί η κύρια βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η πολιτική του ελευθέρου βασιλείου, η λύτρωση του υποταγμένου γένους, θα έχει εκλείψει αφού ο ελληνισμός θα έχει εξαφανιστεί».

Πάντως, οι εξελίξεις καθορίστηκαν από την τυχαιότητα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τον τυχοδιωκτισμό των νεοτούρκων που πίστεψαν ότι με την τουρκογερμανική συμμαχία ήρθε η ώρα για την υλοποίηση των παντουρανικών τους σχεδίων.

Ενδιαφέρον έχουν οι γαλλικές εκτιμήσεις για τη συμμαχία αυτή και για τις αιτίες της γενοκτονίας: «…το κυριότερο κίνητρο που η Τουρκία βγήκε στον πόλεμο είναι ότι η Γερμανία της υποσχέθηκε να επανακτήσει Αίγυπτο, Λιβύη και Σουδάν.

»Όταν οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν ήταν ευνοϊκές, κυρίως λόγω της ρωσικής προέλασης στην Τουρκία, τότε οι Γερμανοί, για να συγκρατήσουν την τουρκική αγανάκτηση, τους έστρεψαν εναντίον των Αρμενίων και Ελλήνων, των οποίων άρχισαν τη συστηματική εξόντωση με κατασχέσεις, βιασμούς, εξορίες, σφαγές…»