6 Ιανουάριος 2013, 16:55 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 21:20

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα με το Παλιό Ημερολόγιο

  • Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα με το Παλιό Ημερολόγιο

Τα Ποντιακά Κάλαντα συνοδεύονταν από την πατροπαράδοτη ποντιακή λύρα και τα έψελναν μικροί και μεγάλοι, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες.

Επισκέπτονταν όλα τα σπίτια του χωριού, την παραμονή ή ανήμερα της γιορτής, κυρίως μετά τη δύση του ήλιου. Καθώς όμως τα περισσότερα χωριά του Πόντου βρίσκονταν σε ορεινές περιοχές και τα κάλαντα ψέλνονταν κατά τη χειμερινή περίοδο, οι μορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες ανάγκαζαν μικρούς και μεγάλους να ψέλνουν τα κάλαντα και κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Οι "καλαντάδες" (ραψωδοί) εκτός από τη συνοδεία της λύρας, φρόντιζαν να φέρνουν μαζί τους και ένα στολισμένο καράβι, φτιαγμένο από χαρτόνι και λεπτό σανίδι για να εντυπωσιάσουν τους νοικοκυραίους. Συνήθως φώτιζαν τα καραβάκια τους με κεριά, ενώ κάθε ομάδα προσπαθούσε να φτιάξει το πιο όμορφο και φανταχτερά στολισμένο, εν είδη συναγωνισμού.

Τα Ποντιακά Κάλαντα των Χριστουγέννων, που είναι και τα πιο διαδεδομένα, περιέχουν όλη τη ζωή του θεανθρώπου, από τη στιγμή της Γέννησης του, μέχρι τη στιγμή της Σύλληψης του, χωρίς όμως να προχωρούν και στη Θανάτωση του, γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με το χαρμόσυνο γεγονός των Χριστουγέννων.

Ποντιακά κάλαντα Χριστουγέννων

Χριστός ’γεννέθεν χαράν ’ς σον κόσμον,
χα καλή ώρα, καλή σ’ ημέρα.

Χα καλόν παιδίν οψέ ’γεννέθεν,
οψέ ’γεννέθεν, ουρανοστάθεν.
 
Τον εγέννεσεν η Παναΐα,
τον ενέστεσεν Αϊ Παρθένος -δις.

Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάριν
κι εκατήβεν ’ς σο σταυροδρόμιν

Έρπαξαν Ατον οι χίλ’ Εβραίοι,
οι χίλ’ Εβραίοι και μύριοι Εβραίοι.

Ας ακρεντικά κι ας σην καρδίαν
αίμαν έσταξεν, χολή ’κ’ εφάνθεν.

Ούμπαν έσταξεν, και μύρος έτον,
μύρος έτον και μυρωδία.

Εμυρίστεν ατο ο κόσμος όλεν,
για μυρίστ’ ατο κι εσύ αφέντα.

Συ αφέντα, καλέ μ’ αφέντα.
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρα.

Και θημίζ’νε τον νοικοκύρην,
Νοικοκύρη μ’ και βασιλέα.

Δέβα ’ς σο ταρέζ’ κι έλα ’ς σην πόρταν,
δος μας ούβας και λεφτοκάρα.

Κι αν ανοί’εις μας,
χαράν ’ς σην πόρτα σ’.