8 Δεκέμβριος 2012, 08:12 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 21:30

Χρυσόστομος ο Μητροπολίτης της Σμύρνης

  • Χρυσόστομος ο Μητροπολίτης της Σμύρνης

Δεν μπορεί να οριστεί χώρος και χρόνος ικανός να εξαντλήσει την παρουσίαση της τεράστιας εθνικής και θρησκευτικής προσφοράς του Χρυσοστόμου. Ο Άγιος αυτός δεν μπορεί να περιοριστεί σε σελίδες και σε τόμους χαρτιού, όπως ο ποταμός σ’ ένα ποτήρι νερού. Στις 11 Μαρτίου 1910 ορίστηκε ομόφωνα Μητροπολίτης Σμύρνης

Παρόλα αυτά, για τις ασφυκτικές ανάγκες της περίστασης, θα επιχειρηθεί μια άκρως περιορισμένη αναφορά στη συμβολή του στο Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή μας.

Ας θυμηθούμε μόνο, για να μεταφερθούμε στην ατμόσφαιρα της εποχής, πως ο Μακεδονικός Αγώνας που αρχίζει περίπου από το καλοκαίρι του 1883 με το κίνημα του Κρουσόβου, την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλιντεν). Αρχίζει με την εμφάνιση των εθνικιστικών κινημάτων στους λαούς της τουρκοκρατούμενης Βαλκανικής, στα μέσα του 19ου αιώνα και επισημοποιείται με την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας, το γνωστό Σχίσμα, που στηρίχθηκε στην έκδοση του διατάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας (Χάτι Χουμαγιούν) το 1839.

Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, γεννήθηκε την ημέρα των Φώτων το 1867 στη Τρίγλια της Προποντίδας και είναι το δεύτερο από τα τέσσερα αγόρια  της Καλλιόπης και του Νικολάου Καλαφάτη.
Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην 7τάξια Σχολή της γενέτειράς του.

Το 1884 τον υποδέχτηκε ως τρόφιμο η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, η κοιτίδα του της ορθοδοξίας και του ελληνικού πολιτισμού.Ο ίδιος δήλωνε συχνά πως εκεί μυήθηκε στην ευσέβεια και τη γνώση.
Το 1887 ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κωνσταντίνος, δέχεται τη σχετική πρόταση του Διευθυντή της Σχολής Γερμανού Γρηγορά, να αναλάβει την εποπτεία και τα τροφεία ενός σπουδαστή. Ο Γρηγοράς από το Ανδρονίκι (Φερτέκ) της Μικρασίας, ήταν άνθρωπος με πολύ αξιόλογες σπουδές στα Παιδαγωγικά και τη Θεολογία σε πανεπιστήμια της Ελβετίας. Τοποθετήθηκε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης το 1878, όπου εκτός από τα καθήκοντα του Σχολάρχη που ασκούσε δίδασκε και Δογματική και Θεολογία.

Μετά τη λήψη του πτυχίου του με άριστα το 1891, ο Χρυσόστομος χειροτονείται διάκονος στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και Εφέσου. Ο προστάτης και θαυμαστής του Μητροπολίτης Εφέσου Κων/νος, που τώρα βρίσκεται στο θρόνο του Πατριάρχη, τον παίρνει μαζί του, τον χειροτονεί πρεσβύτερο και τον τοποθετεί Πρωτοσύγκελο στο Πατριαρχείο.

Στη θέση αυτή, όχι μόνο τον αφήνει και ο Ιωακείμ Γ΄ που επανέρχεται, στον πατριαρχικό Θρόνο, αλλά και τον επαινεί και τον στηρίζει, θαμπωμένος από την πνευματικές του ικανότητες, τις εξαιρετικές γνώσεις, την ευγλωττία και τις μεγάλες χριστιανικές αρετές του.

Η προσφορά του στην Ορθοδοξία και τα γράμματα

Στις 23-Μαΐου 1902 τοποθετείται Μητροπολίτης Δράμας, με πρόταση του ίδιου του Πατριάρχη και υπηρετεί τη θρησκεία, το έθνος, την ελληνική ορθοδοξία και την πατρίδα, με σπάνιο ζήλο και αυταπάρνηση ως το 1910 που την εγκαταλείπει, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Η παρουσία του στη Δράμα συμπίπτει με την επίσημη έναρξη του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα, δηλαδήμε την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να ανταποκριθεί στο αίτημα των Ελλήνων της Μακεδονίας, από τον καιρό ακόμα του κριμαϊκού πολέμου, να ασχοληθεί το κράτος συστηματικά με μέτρα διατήρησης της ελληνικής γλώσσας και με την άμυνα των Ελλήνων Μακεδόνων που απειλούνται με εξόντωσε από τους Σλάβους και τους Οθωμανούς. Κυρίως από τότε που ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ υπέγραψε (27 Φεβρ.-11 Μαρτ. 1870) το φιρμάνι ίδρυσης της βουλγαρικής Εξαρχίας και με την παρότρυνση και βοήθεια της Ρωσίας για δημιουργία ανεξάρτητου βουλγαρικού κράτους στα πρότυπα του ελληνικού, το οποίο θα περιελάμβανε και τη Μακεδονία του Αιγαίου.

Ακολούθησαν οι εμπειρίες από τις οδυνηρές συνέπειες του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 και η απόφαση να αποκατασταθεί το βαριά τραυματισμένο ηθικό του απανταχού Ελληνισμού. Σε αυτή τη συγκυρία εντάσσεται και η γενναία απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίνου Ε΄ (Βαλιάδη) από τη Βέσσα της Χίου, να αντικαταστήσει τους παλαιούς ιεράρχες της Μακεδονίας με νέους και δυναμικούς το 1900, απόφαση την οποία τελικά υλοποίησε ο Πατριάρχης Ιωακείμ το 1903.

Στη Μητρόπολη Καστοριάς τοποθέτησε τον 35χρονο Μητροπολίτη Σεβάστειας του Πόντου με έδρα την Αμισό, (Σαμψούντα) Γερμανό Καραβαγγέλη, που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, λόγω της απέλασής του από τον Μουσταφά Κεμάλ, με την άφιξή του εκεί το 1921. Στο Μοναστήρι, ως Μητροπολίτη Πελαγονίας τον Ιωακείμ Φορόπουλο, στην Κορυτσά τον εθνομάρτυρα (δολοφ. 1905) Φώτιο Καλπίδη, στη Χαλκιδική τον Ειρηναίο, στις Σέρρες τον Κωνσταντίνο, στο Νευροκόπι τον Θεοδώρητο Βασματζίδη, στα Γρεβενά τον Αιμιλιανό Λαζαρίδη (δολοφ. 1911), στο Μελένικο τον Ειρηναίο, στη Θεσσαλονίκη τον Αλέξανδρο Ρηγόπουλο, στη Στρώμνιτσα το Γρηγόριο (αργότερα μάρτυρα στις Κυδωνιές το 1922) κ. ά.

Η παρουσία του Χρυσοστόμου εδώ συμπίπτει με την απόφαση της Εξαρχίας να καταστήσει την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, κέντρο ένοπλης και άλλης δράσης των “βούλγαρο-μακεδονικών ένοπλων ομάδων”.

Ο 35χρονος ιεράρχης δεν αργεί να τεθεί επικεφαλής της ελληνορθόδοξης αντίστασης στην περιοχή από το Νέστο ως το Στρυμόνα και από το Νευροκόπι ως τη Θάσο. Ιεραρχώντας αξιολογικά τις τοπικές και τις γενικότερες συνθήκες και συγκυρίες της εποχής, κρίνει άμεση και αναγκαία:

1) την αναδιοργάνωση της κοινοτικής δομής της Μητρόπολης με ισχυροποίηση της συνοχής και της συνεργασίας των επιτρόπων του νομού τόσο μεταξύ τους όσο και με τη Μητρόπολη,
2) τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας με την ίδρυση, οργάνωση  και
λειτουργία ελληνικών σχολείων και την εξασφάλιση ανάλογης κτιριακής και υλικοτεχνικής υποδομής και
3) τη συνεργασία με τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή και
την με κάθε τρόπο συγκρότηση και οργάνωση ομάδων αντίστασης.

Για την επιτυχία των στόχων αυτών συνδέεται στενά και πολύ διακριτικά, με τις προφυλάξεις που επιβάλλουν περιστάσεις με τους:
α) Νικόλαο Μαυρουδή, Έλληνα Υποπρόξενο στην Καβάλα, εξουσιοδοτημένο για τη συγκρότηση ένοπλων ελληνικών ομάδων στην περιοχή και τον εφοδιασμό τους με πολεμικό και άλλο υλικό,
β) Ίωνα Δραγούμη, Πρόξενο Μοναστηρίου,
γ) Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη, (έναν από τους 3 αξιωματικούς που ήρθαν μαζί με τον Παύλο Μελά στη Μακεδονία) για την οργάνωση του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα.

Στις 22 Ιουλίου 1902, όλος σχεδόν ο πληθυσμός της Δράμας και αρκετοί από τα χωριά της υπαίθρου του νομού, υποδέχονται χαρμόσυνα και πανηγυρικά το νέο Μητροπολίτη τους.
Από την πρώτη μέρα με τον ενθρονιστικό του λόγο ορίζει επιγραμματικά και με σαφήνεια το πλαίσιο των καθηκόντων του. “Θα ανεγείρω μαζί σας,είπε μεταξύ άλλων, θημωνιές καρπών και ιδρύματα ευποιίας, απάγαυσμα της αγάπης του πλησίον, στερεές στήλες των ευγενών αισθημάτων του ανθρωπισμού και ακατάλυτα τείχη των ιερών εθνικών δικαίων”. Αναλαμβάνει καθήκοντα ισοβαρή και ισάξια θρησκευτικά και εθνικά.

Στην πρώτη του κιόλας επιστολή προς τον Πατριάρχη στις 25 Αυγούστου 1902 απαντά στις τρεις ερωτήσεις που του υπέβαλε ο Πατριάρχης: πώς βρήκε την εδώ κατάσταση, τι σκέφτεται να κάνει και τι ελπίζει.

Στην πρώτη ερώτηση απαντά με τα λόγια του Αποστόλου  Παύλου προς τους Φιλίππους (τμήμα της παροικίας του): “με τον ερχομό μου στη Μακεδονία, καμιά άνεση δεν ένιωσε η σάρκα μου, αλλά παντού θλίψη. Έξω μάχες, μέσα φόβοι”.

Στο βάθος η κατάσταση εδώ, γράφει, εμπνέει σοβαρούς φόβους και ανησυχίες. Οι βουλγαριστές μαίνονται στο υπερκείμενο της Δράμας τμήμα γύρω από το όρος Όρβηλος που κατέχεται από τα χωριά Ζίρνοβο και Κάτω Βροντού ως το Γκιουρετζίκι, το Βώλακα, την Πλέβνα, το Μποπλήτσι, την Κουμπάλιστα, τη Βησσοτσάνη και την Προσοτσάνη και τα έκαμαν εν μέρει ή εν όλω σχισματικά.

Χωρίζει κατόπιν την επιστολή του σε 3 ενότητες: του Βώλακα, της Βησοτσάνης και της Προσοτσάνης, αναφέρεται στα γεγονότα τρόμου και βίας που προηγήθηκαν στις περιοχές αυτές και τονίζει προφητικά:”προλέγω ότι όπως άλλοτε στην πεδιάδα των Φιλίππων συγκρούστηκαν οι μεγάλες στρατιές και κρίθηκε η τύχη του Βρούτου και του Κασίου, έτσι και πάλι στην πεδιάδα αυτή, που αποτελεί συνέχεια της μεγάλης Μακεδονικής πεδιάδας των Σερρών και κατοικείται από αμιγή ελληνικό πληθυσμό, θα γίνει σύρραξη της ελληνικής και της βουλγαρικής φυλής”.

Ως μοναδικός επίσημος εκπρόσωπος του ελληνισμού και της ορθοδοξίας στην περιοχή, γνωρίζει άριστα πως ο αφελληνισμός έχει τις βαθιές του ρίζες στο σκοτάδι της αμάθειας, της άγνοιας, της έλλειψης παιδείας. Προσηλώνει τον εαυτό του στο σταυρό, στο σπαθί και στο καλαμάρι, μπροστά στον απροκάλυπτο εκβιασμό και την ωμή βία του εχθρού. Ασχολείται μέρα και νύχτα, τόσο με τα καθαρά θρησκευτικά του καθήκοντα, όσο και με την Εθνική Αντίσταση και την Εκπαίδευση με απαράμιλλο ζήλο και αυταπάρνηση, από την πρώτη μέρα της παρουσίας του στη Δράμα.

Τη θέση του Χρυσόστομου στη Δράμα επιδεινώνει ο αναβαθμισμένος τώρα Χιλμή Πασάς, ο οποίος από τη θέση πλέον του Υπουργού Εσωτερικών παραχωρεί τον Οκτώβριο του 1908 άδεια για ίδρυση εξαρχικής κοινότητας με δική της εκκλησία και σχολείο στη Δράμα.

Οι εξελίξεις σε βάρος του Μητροπολίτη και των Ελλήνων είναι ραγδαίες. Απαγορεύεται η παραμικρή μετακίνησή του ακόμη και εντός της πόλης. Ισχυρίζονται μάλιστα οι τουρκικές αρχές ότι ο Χρυσόστομος ενέχεται και στη δολοφονία του ηγέτη του Βουλγαρικού Κομιτάτου στη Δράμα, την εποχή αυτή και οι ασφυκτικές πιέσεις του Χιλμή Πασά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο οδηγούν τελικά στην ανάκλησή του τον Ιούνιο του 1909.

Συμβολή στο Μακεδονικό Αγώνα
(Σύγκρουση ιδεών σε επίπεδο κορυφής)

Το αυτονομιστικό κίνημα των Βουλγάρων για τη Μακεδονία εκφράζεται βασικά με την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) που ιδρύεται το 1893 και συνεργάζεται στενά με το Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο της Βουλγαρίας που ιδρύεται το 1895 και αποφασίζεται από κοινού η αποστολή σωμάτων με σκοπό την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης στη Μακεδονία. Κατ’ αρχήν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά πολύ σύντομα η ΕΜΕΟ έδωσε ταξικό χαρακτήρα στο κίνημα ειδικά με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Κρουσόβου (την ημέρα του Προφήτη Ηλία (Ίλιντεν) το 1903 που στοίχισε πλήν άλλων τη ζωή σε 2.000 ανθρώπους.

Ο Χρυσόστομος σε επιστολή του προς το Ίωνα Δραγούμη θεωρεί“καταστροφική για τα συμφέροντα του ελληνισμού στη Μακεδονία τη δογματική εμμονή στις αρχές της εθναρχικής παράδοσης και της οικουμενικής ιδεολογίας”.

Ο αγώνας είναι ταυτόχρονα θρησκευτικός και εθνικός. Γι αυτό και έχει τα χαρακτηριστικά των γνωστών από την ιστορία σκληρών και βίαιων συγκρούσεων.

Το εθνικό έργο του Νεομάρτυρα Αγίου δεν μπορεί να διακριθεί εύκολα από το θρησκευτικό, λόγω της κατά παράδοση ταύτισης από τους Έλληνες του ελληνισμού και του χριστιανισμού, για τις ανάγκες όμως της επετείου θα επιχειρηθεί, στο μέτρο του δυνατού, αναφορά στη αποφασιστική συμβολή του στο Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή.

Από την αρχή, ο ιερός Χρυσόστομος πρότεινε στις τοπικές οθωμανικές αρχές τη συγκρότηση μικτών μουσουλμανικών και χριστιανικών σωμάτων ασφαλείας, με σκοπό την αναχαίτιση των ένοπλων βουλγαρικών αυτονομιστικών σωμάτων τουλάχιστον στην Επαρχία Δράμας. Παρά την άρνηση του Μουτασερίφη (επικεφαλής του νομού)  Ζιά Πασά (ZiyaPasha) εξακολουθούσε να διατηρεί καλές σχέσεις μαζί του.

Το 1904 αρχίζουν να οργανώνονται ελληνικά ανταρτικά σώματα στην Ανατολική Μακεδονία. Το Νοέμβριο 1905 υπήρχαν εδώ 14 μικρά σώματα με συνολικά 100  άνδρες περίπου.
Οι σχέσεις αυτές άρχισαν να ψυχραίνονται, όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό σημείωμα του Μητροπολίτη Αυστρίας Χρυσόστομου στο τρίτομο έργο του με τίτλο “Αρχείον του Εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης”, από την άνοιξη του 1906, “όταν ο Χρυσόστομος επισκέφθηκε την Αθήνα επιστρέφοντας από προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Οι υπόνοιες της οθωμανικής κυβέρνησης για την εμπλοκή του Μητροπολίτη Δράμας στην οργάνωση ελληνικών ένοπλων ομάδων στην Ανατολική Μακεδονία οδήγησαν σε πλήρη ρήξη τις σχέσεις του με την οθωμανική διοίκηση, ρήξη που έμελλε να σημαδεύσει το υπόλοιπο της θητείας του στη Δράμα”.

Το 1906 οργανώθηκαν ένοπλες ομάδες στις περιοχές Δράμας, Προσοτσάνης, καβάλας και Ελευθερούπολης. Τα κομιτάτα περιόρισαν τη δράση τους στην περιοχή Νευροκοπίου.

Εύστοχα ο συμπολίτης μας γιατρός Ευάγγελος Βασιλείου γράφει στο βιβλίο του “Ο Εθνομάρτυρας-Άγιος Μητροπολίτης Δράμας-Σμύρνης Χρυσόστομος”, έκδοση ΔΕΚΠΟΤΑ 2001, σελ. 37, ότι ο Μακεδονικός Αγώνας στην Ανατολική Μακεδονία στηρίχτηκε στα ελληνικά Υποπροξενεία Καβάλας και Σερρών για να οργανώσει μικρό ομάδες Μακεδονομάχων με τον καπετάν Τσάρα στην περιοχή Καβάλας -Δράμας και καπετάν Δούκα στην περιοχή Δράμας Ζίχνης, όμως “εμπνευστής και καθοδηγητής του ήταν ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος. Η φωτεινή του προσωπικότητα ενέπνεε και καθοδηγούσε τους Έλληνες στον αγώνα”.
Γνώριζε καλά ο Εθνομάρτυρας, πως οι αγώνες για την ανύψωση του πνευματικού επιπέδου του λαού, αλλά και  για την έσχατη μορφή αντιπαράθεσης όπως η ένοπλη, απαιτείται μαζί με την τόλμη την αποφασιστικότητα και τη γενναιότητα και χρήμα.  Κατόρθωνε να το  εξασφαλίζει, με την έγκαιρη  οργάνωση ελληνικών κοινοτήτων που ανέθεσε σε στελέχη δημογέροντες και ενοριών εμπιστεύτηκε σε πυρήνες προκρίτους, πιστούς, άξιους και εύπορους κατοίκους της πόλης και των χωριών. Όλοι προσέφεραν πρόθυμα, ανάλογα με την οικονομική τους επιφάνεια, γιατί γνώριζαν με πόση σύνεση και σωφροσύνη γινόταν χρήση του οβολού τους. Είχε συγκεντρωθεί στο πρόσωπο του Χρυσοστόμου η απόλυτη εμπιστοσύνη των Ελλήνων.

Από τα γεγονότα ανησυχούν εκτός από τη Βουλγαρία και την Τουρκία και η Γαλλία, η Ρωσία και Αυστρία, καθεμιά για τα δικά της κρυφά και φανερά συμφέροντα. Περισσότερο όμως ενοχλείται η Αγγλία, όπως φαίνεται από τις πληροφορίες που διέρρευσαν προς τον πρεσβευτή της στην Κωνσταντινούπολη Μπώλεϋ, μετά την επίσκεψη  εκεί του Άγγλου Συνταγματάρχη Έλλιοτ, υπεύθυνο για την οργάνωση του τουρκικού στρατού στην περιοχή της Δράμας. Σημειώνεται ότι για την περιοχή των Σερρών η ίδια ευθύνη είχε ανατεθεί σε Γάλλο αξιωματικό. Οι απαγορεύσεις μετακίνησης του ποιμενάρχη διαδέχονται η μια την άλλη. Ούτε στα θυρανοίξεια του ιερού ναού της διπλανής Χωριστής δεν επιτρέπεται να παραστεί.

Ενημερωμένος υπεύθυνα ο Χρυσόστομος δηλώνει ανήσυχος: “…και αυτοί οι Άγγλοι αξιωματικοί, εις ούς ανετέθη το Μουτεσαριφλίκιον Δράμας, προς τους ταραχοποιούς και τους αντάρτας δολοφόνους διάκεινται συμπαθέστερον παρά προς τον μύρια δεινά υφιστάμενον, αναμένοντα παρά των Ευρωπαίων δικαιοσύνην, φιλήσυχον ελληνορθόδοξον λαόν“.  Και παραπέρα “οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αξιωματικοί, οι δρώντες εν τη επαρχία μου, έχουσι μεταβληθεί εις Βουλγάρους πράκτορας, ίνα μη είπω εις Βουλγάρους κομιτατζήδες”. (τ. Α., Σελ. 152)΄. Ειδικότερα αναφερόμενος στον Έλλιοτ γράφει: Ούτος είναι ο τα τόσα πικρά και άδικα και ιοβόλα καθ’ ημών εκτοξεύσας βέλη, ο κατασυκοφαντήσας πάντας ημάς ενταύθα και ιδιαίτατα εμέ μετά του προξένου Καβάλλας, ως συνεργάτας Ελληνικών ανταρτικών συμμοριών..”

Στις 9 Μαΐου 1907 στέλνει ο Μεγάλος Βεζύρης τηλεγράφημα στον Έπαρχο -Διοικητή της Δράμας και τον καλεί να παύσει το Χρυσόστομο και απαγορεύει κάθε σχέση του με επίσημες αρχές και υπηρεσίες, με ταυτόχρονη διαβίβαση και προς το πατριαρχείο, απαιτώντας την άμεση απομάκρυνσή του από τη Δράμα.

Ακολουθούν αιφνιδιαστικές εξονυχιστικές έρευνες στα σπίτια και στη Μητρόπολη της Αλιστράτης, τη βιβλιοθήκη, το Γραφείο των δασκάλων  και τα ατομικά κιβώτιά τους.  Το Ιούλιο παραβιάζεται το άσυλο και γίνεται απροειδοποίητα έρευνα στα σπίτια των 7 προκρίτων και εφόρων της Δράμας.

Η κατάσταση επιδεινώνεται ανεπανόρθωτα στα μέσα Αύγουστο, όταν οι Τούρκοι κατάσχουν όλα τα έγγραφα που είχε ο  Μητροπολίτης με ημερομηνίες από πρώτη Ιανουαρίου μέχρι 14 Αυγούστου 1907. Ο Δεσπότης χαρακτηρίζει το ατύχημα “μέγα και δεινόν”. Οι τουρκικές αρχές ισχυρίζονται ότι έχουν τώρα στα χέρια τους ατράνταχτα ενοχοποιητικά στοιχεία. Τον Οκτώβριο του 1907 εγκαταλείπει τη Δράμα με προορισμό την πατρίδα του Τρίγλια της Βιθυνίας.

Ακολουθεί η ανατροπή του Σουλτάν Χαμίτ και χορηγείται αμνηστία που ισχύει και για το Χρυσόστομο.

Τον Αύγουστο του 1908, μετά ένα περίπου χρόνο επιφυλάσσεται συγκλονιστική σε πλήθος και παλμό υποδοχή από τους Έλληνες στη Δράμα.

Το κίνημα στο Γουδί, η επανάσταση της Κρήτης οξύνουν ακόμη περισσότερο τις σχέσεις Υψηλής Πύλης και Αθήνας. Δεν είναι άσχετη με την εχθρότητα προς το Χρυσόστομο και ο αποκλεισμός του ελληνορθόδοξου υποψηφίου από τις εκλογές το Σεπτέμβριο του 1908.

Είχε αποδείξεις ο Δεσπότης Δράμας ότι οι Νεότουρκοι υποστήριζαν τον αρχηγό του ένοπλου κινήματος του Βούλγαρου Σαντάνσκι που εκπροσωπούσε την  πτέρυγα της ΕΜΕΟ και τρομοκρατούσε τον ελληνικό πληθυσμό με πυρπολήσεις σπιτιών, ληστείες, δολοφονίες και εκτελέσεις στελεχών Μακεδονομάχων και αλλά και αθώων άμαχων.

Στις 11 Μαρτίου 1910 εκλέγεται ομόφωνα Μητροπολίτης Σμύρνης. Θα τον υποδεχτεί η πόλη με τιμές αρχηγού κράτους και θα αγαπηθεί αφάνταστα από το ποίμνιό του και θα συνεχίσει τη γνωστή του τραγική πορεία προς την αιωνιότητα.

Του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη

Πηγή: vatopaidi