26 Αύγουστος 2014, 11:50 - Τελευταία Ενημέρωση: 17 Οκτώβριος 2014, 16:28

Οι Έλληνες, η παιδεία τους και η ζωή μέσα από τα μάτια του Εμμανουήλ Κριαρά (συνέντευξη)

  • Οι Έλληνες, η παιδεία τους και η ζωή μέσα από τα μάτια του Εμμανουήλ Κριαρά (συνέντευξη)

Ο Εμμανουήλ Κριαράς, που πέθανε το βράδυ της Παρασκευής σε ηλικία 108 ετών στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, ζούσε από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 στο κέντρο της πόλης. Σε ένα λιτό, φωτεινό διαμέρισμα, γεμάτο βιβλία, σπάνιες φωτογραφίες, βραβεία και ενθύμια μιας μακράς ζωής. Σε μια παλιά πολυκατοικία στην αρχή της οδού Αγγελάκη, απέναντι από τις εγκαταστάσεις της ΔΕΘ. 

Παίρνοντας την ανηφόρα, σε τριακόσια μέτρα φτάνεις στο Συντριβάνι και μετά στρίβοντας προς τα επάνω το δρόμο για την Ευαγγελίστρια βρίσκεις, κάνοντας μόλις μερικές δεκάδες βήματα, το ιστορικό κτίριο της Φιλοσοφικής. Μιας σχολής εμβληματικής όχι μόνο για το ΑΠΘ αλλά και για τη χώρα. Ενός ιερού πανεπιστημιακού χώρου τον οποίο τίμησε μια μοναδική ακαδημαϊκή γενιά, της οποίας τελευταίος εκπρόσωπος ήταν ο Εμμανουήλ Κριαράς. Εργαζόταν μέχρι πρόσφατα ο καθηγητής, με σπάνια μάλιστα διαύγεια και με γνήσιο ενδιαφέρον (ακόμα και στην ηλικία που είχε φθάσει) για τα όσα συμβαίνουν στην πόλη, στη χώρα, στον πλανήτη, στην παιδεία.

Στο εξώφυλλο του αυτοβιογραφικού Μακράς ζωής αγωνίσματα (εκδ. «Οι φίλοι του περιοδικού "Αντί"»), ο μεγάλος αυτός δάσκαλος στέκεται περήφανος έξω από το σπίτι όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, από το 1909 μέχρι το 1914. Πριν από έναν αιώνα! Σταματάει ο νους σου σκεφτόμενος ότι την ώρα που ο ελληνικός στρατός απελευθέρωνε τη Θεσσαλονίκη το 1912, ένα εξάχρονο παιδάκι έπαιζε ανέμελα κάπου στον Αδάμαντα της Μήλου. Έζησε τα γεγονότα της δικτατορίας του Πάγκαλου, τον δημόσιο πολιτικό και πανεπιστημιακό βίο επί Ελευθερίου Βενιζέλου, τη μεταξική δικτατορία, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τα ταραγμένα μετεμφυλιακά χρόνια, τη χούντα, τη μεταπολίτευση.

Γνώρισε σημαντικούς Έλληνες των αρχών του 20ού αιώνα – πολιτικούς, πνευματικούς ανθρώπους, καλλιτέχνες που σήμερα είναι πρόσωπα μυθικά για μας τους νεότερους. Ο Εμμανουήλ Κριαράς αγάπησε όσο λίγοι την παιδεία και μόχθησε για την εδραίωση της δημοτικής. Καλλιέργησε τη γλώσσα, ερεύνησε, δίδαξε. Πρόσφερε έμπρακτα και στη δημοκρατία όταν χρειάστηκε, υπέστη τις συνέπειες, και αργότερα, με τη μεταπολίτευση, απέφυγε τις αναφορές σ’ αυτές – κάτι που θα παρέπεμπε σε αυτοθαυμασμό. Δεν τον θέλησε.

Το 2009 ο δημοσιογράφος Κώστας Μπλιάτκας πήρε συνέντευξη από τον μεγάλο ακαδημαϊκό. Αποσπάσματα της συνέντευξης, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θεσσαλονικέων Πόλις με τίτλο «Ο ερευνητής, ο στοχαστής, ο δάσκαλος», μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω. Ο Κριαράς μιλά για την εκπαίδευση και την παιδεία, τα καλά και τα άσχημα των Ρωμιών, διηγείται περιστατικά της προσωπικής του ζωής που συνέπιπταν με μεγάλες ιστορικές στιγμές, αλλά και για την καθημερινότητά του και το ρόλο της συντροφικότητας:

Δοκιμάζετε ακόμη και σήμερα ευχάριστες εκπλήξεις με το να θυμηθείτε κάτι που έχει γίνει, ας πούμε, 80 χρόνια πριν;
Επανέρχομαι πολύ συχνά σε γεγονότα τα οποία έζησα, για τα οποία αγωνίστηκα. Πραγματικά γεγονότα τα οποία επαναλαμβάνω ή αυτούσια όπως τα είπα τότε ή ίσως και με ένα χρωματισμό συγχρονισμένο. Ας πούμε π.χ. εγώ έχω αγωνιστεί για το θέμα των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο. Έχω γράψει αρκετά άρθρα γι’ αυτό το θέμα που προέκυψε όταν θέλησε ο μακαρίτης ο Τρίτσης ως υπουργός Παιδείας να μεταβάλει το καθεστώς το οποίο είχε καθιερωθεί από το ’76 με τον Γεώργιο Ράλλη που είχε απομακρύνει τα αρχαία από το γυμνάσιο και τα είχε περιορίσει στο Λύκειο. Ο Τρίτσης –αρκετά ευφάνταστος ήταν και αυτός– θέλησε να επαναφέρει το παλαιό καθεστώς ξεκινώντας από την ιδέα ότι ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός μπορεί να μεταβάλει τον κόσμο σήμερα, πράγμα το οποίο είναι ουτοπικό.

Μπορεί να το λέει ένας, επειδή έτσι το βλέπει, αλλά είναι μόνο αυτός που το βλέπει έτσι επειδή η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Τώρα επανέρχομαι πάλι σ’ αυτό το θέμα το οποίο με συγκινεί επειδή έχουμε μια νέα κυβέρνηση η οποία θέλει να είναι μεταρρυθμιστική [σ.σ. Η συνέντευξη δόθηκε λίγους μήνες μετά τις εκλογές του 2009, στις οποίες ο Εμμ. Κριαράς ήταν υποψήφιος στο Ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ σε μη εκλόγιμη, τιμητική θέση] και να φέρει καινούρια πράγματα. Λοιπόν νομίζω ότι επιβάλλεται αυτό το θέμα να το ξαναδεί και να το λύσει σωστά. Κι εγώ φροντίζω όσο είναι δυνατό να ενημερώσω τη σημερινή κυβέρνηση, που έχει καλές διαθέσεις γενικά, για μια μεταβολή πολλών πραγμάτων που δεν στέκουν καλά. Φροντίζω να διαφωτίσω, να στρέψω αν γίνεται την προσοχή τους παράλληλα με τα άλλα, τα οικονομικά, τα μεγάλα και τα φοβερά προβλήματα και τα γενικότερα ζητήματα της παιδείας να προσέξουν κι αυτό το θέμα το οποίο για μένα είναι ουσιαστικότατο. Και ο λόγος είναι ότι σήμερα η κατάσταση στην Παιδεία μας είναι πολύ δύσκολη. Έχουμε καθυστερήσει πολύ.

Έρχονται στο γυμνάσιο τα παιδιά από το δημοτικό και δεν έχουν κατακτήσει ακόμα την μητρική τους γλώσσα. Εκεί θέλουμε να τους διδάξουμε σώνει και καλά και τα αρχαία. Με τη σύγχυση που προκύπτει δεν μαθαίνουν ούτε τα αρχαία ούτε τα νέα. Αυτό είναι το παλιό μου επιχείρημα το οποίο επανέρχεται πάλι. Αυτό το θέμα για μένα είναι πολύ φλέγον και πολύ ουσιαστικό, διότι από τη λύση του εξαρτάται η γλωσσική μόρφωση των παιδιών μας. Και γλωσσική μόρφωση σημαίνει πρωταρχική μόρφωση, διότι η γλώσσα μας είναι η πρώτη πολιτιστική μας εκδήλωση.

Σήμερα βεβαίως αναλφάβητος θεωρείται και αυτός που δεν ξέρει από κομπιούτερ...
Και δεν θεωρείται εκείνος που δεν ξέρει να γράψει ελληνικά! (γελά)

Εσείς ευτυχήσατε να ζήσετε το σταυροδρόμι δύο εντελώς διαφορετικών πολιτισμών. Από το θρανίο το ξύλινο και το κοντύλι, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και το διαδίκτυο…
Να σας θυμίσω όμως ότι το δημοτικό μου σχολείο το άρχισα με τα ία και τα ωά, όχι με τα συγχρονισμένα ελληνικά που σήμερα διδάσκονται στο δημοτικό σχολείο. Καθαρεύουσα. Κι εγώ μπήκα στο δημοτικό σχολείο το 1912 και τελειώνω το 1918. Είναι μακρότατη η ζωή μου. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έρχεται το 1917, και αρχίζει να προχωρεί. Εμένα δεν με θίγει, γιατί φεύγω από το δημοτικό τα χρόνια εκείνα. Πάω στο γυμνάσιο, όπου βέβαια διδάσκονταν η καθαρεύουσα. Μόνο που ευτυχώς ξύπνησα γρήγορα και εύκολα –γιατί εγώ ήμουν δημοτικιστής από τις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου– κι αυτό για μένα ήταν ένα απόκτημα και ένα κέρδος. Απαλλάχτηκα από την καθαρεύουσα νωρίς.


Ο Εμμανουήλ Γενεράλης

Είχατε κάποιον κοινωνικά ευαίσθητο δάσκαλο ή δασκάλα στο δημοτικό; Και είναι τελικά σημαντικό να έχεις έναν τέτοιο δάσκαλο σ’ αυτές τις ηλικίες;
Είχα, και ήταν πολύ σημαντικό. Δασκάλους έχεις πολλούς, και ο καθένας κατά τη δύναμή του σε βοηθάει . Άλλες φορές δεν σε βοηθάει διότι είναι ακατάλληλος. Εγώ όμως ευτύχησα εκείνα τα τελευταία γυμνασιακά χρόνια να έχω έναν καθηγητή ο οποίος ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη στα Χανιά. Ήταν καθηγητής στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και ήρθε στα Χανιά. Το όνομά του Ιωάννης Μοσχόπουλος. Τον θυμάμαι πολύ καλά και πολύ συχνά τον μνημονεύω σε δημοσιεύματά μου επειδή του οφείλω ένα κομμάτι από τον εαυτό μου. Παράλληλα είχα από παλαιότερα και έναν γυμνασιάρχη ο οποίος ήταν πολύ αξιόλογος, καθαρευουσιάνος αυτός, καλός δάσκαλος όμως και ευσυνείδητος. Από αυτόν έμαθα την αρχαία ελληνική γλώσσα. Λεγόταν Εμμανουήλ Γενεράλης. Είναι και οι δύο κατεξοχήν καλοί μου δάσκαλοι στη Μέση Εκπαίδευση. Βέβαια ευτύχησα να έχω και στην πανεπιστημιακή μου εκπαίδευση πολύ καλούς δασκάλους, όπως τον Κωνσταντίνο Άμαντο, τον Παναγή Λορεντζάτο, τον Σωκράτη Κουγέα. Ως απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών είχα και πολλούς καθηγητές που ήταν γλωσσικώς καθυστερημένοι, καθαρευουσιάνοι. Και αυτοί που ανέφερα δεν ήταν βέβαια και από τους δημοτικιστές που αγωνίζονταν, δεν ήταν ούτε Τριανταφυλλίδης ούτε Δελμούζος, αλλά τέλος πάντων ήταν άνθρωποι προοδευτικοί σε γενικότερες ιδέες και στο γλωσσικό θέμα ήταν αρκετά κατατοπισμένοι ώστε να μας ωφελήσουν εμάς τους μαθητές – όσους βέβαια μπορούσαν να ωφεληθούν και είχαν την ευαισθησία.

Πώς ήταν το πανεπιστήμιο;
Το πανεπιστήμιο, και ειδικά η Φιλοσοφική πού ζούσα, είχε μια ιδιαίτερη όψη αφού η στολή που μας έδωσαν άφηνε μια ατμόσφαιρα σχολής Ευελπίδων. Καθώς ανεβαίναμε τα σκαλιά, στα δεξιά ήταν οι δύο αίθουσες της Φιλοσοφικής. Είχαμε πολλές ώρες μάθημα, συνέχεια. Ο ελεύθερος χρόνος ήταν λίγος. Εκείνα τα χρόνια ήμουν υπότροφος του κράτους. Θα απορείτε μάλλον πώς εκείνη την εποχή εκείνο το κράτος που είχε σχεδόν ερειπωθεί, καλή ώρα σαν και τώρα, μπορούσε να συντηρεί φοιτητές. Τώρα μιλάμε για το 1924 έως το 1929 που σπούδαζα στο πανεπιστήμιο.


Το Παλαιό Κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης

Ο Βενιζέλος ήρθε το 1928. Γίνομαι υπότροφος του κράτους. Είναι η εποχή που τα παιδιά δεν πάνε στις διδασκαλικές σχολές. Ούτε στα Φυσικά, ούτε στα Μαθηματικά. Δηλαδή δεν είχε το κράτος στελέχη για να διορίσει. Το αντίθετο από ό,τι γίνεται σήμερα, που έχουμε χιλιάδες αδιόριστους. Τότε ο Πλαστήρας, το 1923, αλλά και αργότερα ο Παπαναστασίου, αποφάσισαν να ιδρύσουν ένα Ακαδημαϊκό Οικοτροφείο, όπως το είπαν, για να πάρουν παιδιά που θέλουν να σπουδάσουν ή Φιλολογία ή Μαθηματικά ή Φυσική, να τα σπουδάσουν για να επανδρώσουν την εκπαίδευση.

Εσείς υποβάλλατε αίτηση;
Όχι. Δόθηκε εντολή στους φιλολόγους καθηγητές των γυμνασίων να δουν ποια παιδιά ενδιαφέρονται γι’ αυτούς τους κλάδους, και αν είναι καλά να τα συστήσουν για να προχωρήσουν. Εγώ λοιπόν ήμουν μεταξύ εκείνων που με σύστησαν στο Υπουργείο για να γίνω υπότροφος του κράτους. Στην τάξη μου ήταν ο Καψωμένος, από τότε φίλος μου και συνάδελφος κατόπιν εδώ στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, και ο Τομαδάκης, άλλος συμμαθητής μου που έμεινε στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Λοιπόν ιδρύθηκε αυτό το Οικοτροφείο και πήρε εκατό περίπου παιδιά για Φιλολογία, λιγότερα για Μαθηματικά, λιγότερα επίσης για Φυσικά, και μας στέγασε όλα στα εγκαταλελειμμένα τα παλιά ανάκτορα. Τα παλιά ανάκτορα που είναι η Βουλή των Ελλήνων σήμερα.

Τον καιρό που εγώ ήμουν υπότροφος το κτίριο ήταν σχεδόν εγκαταλελειμμένο και μάλιστα χρησιμοποιήθηκε εν μέρει για στέγαση προσφύγων στην είσοδο. Εκεί μας εγκατέστησαν χρησιμοποιώντας ορισμένες αίθουσες. Η μια ήταν η μεγάλη αίθουσα που είχε απέναντι τον εξώστη και η άλλη ήταν η αίθουσα του θρόνου.

Εγώ λοιπόν ήμουν εκεί στην αίθουσα του θρόνου. Το αναγνωστήριό μας είχε πολύ λίγα βιβλία. Θυμάμαι ότι για το πρωινό πλύσιμο πηγαίναμε στη μεγάλη εσωτερική αυλή του κτιρίου. Το Ακαδημαϊκό Οικοτροφείο λειτούργησε μόνο δύο χρόνια, διότι στη συνέχεια έρχεται ο Πάγκαλος και ανακοινώνει αιματηρές οικονομίες. Έπρεπε να φύγουμε από εκεί, να το αδειάσουμε.


Τα Παλαιά Ανάκτορα

Πού πήγατε να μείνετε;
Ο καθένας όπου μπορούσε. Εγώ τότε ήμουν 20 χρονών και συνέπιπτε να είμαι στρατεύσιμος. Έπρεπε να κάνω τη θητεία μου και μάλιστα όφειλα να υπηρετήσω στο Ναυτικό, διότι ο πατέρας μου ήταν ναυτικός, μου είχε βγάλει φυλλάδιο και κατατάχτηκα. Ευτυχώς όμως, πάλι ο πατέρας μου φρόντισε να με μεταθέσει από την υπηρεσία σε πολεμικό καράβι –το αντιτορπιλικό «Ιέραξ»– στο υπουργείο Ναυτικών το οποίο ήταν απέναντι από το πανεπιστήμιο. Και έτσι κατάφερνα με την εύνοια και των προϊσταμένων μου, που με είχαν εκτιμήσει κατά κάποιον τρόπο, να πηγαίνω στο πανεπιστήμιο και να παρακολουθώ το μάθημά μου .

Ποια άλλα ενδιαφέροντα είχατε πέρα από τις σπουδές;
Τελειώνοντας το γυμνάσιο άρχισα να μελετώ πιο συστηματικά λογοτεχνία. Δοκίμασα να γράψω και στίχους, ορισμένοι από τους οποίους δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά της εποχής. Ένα ποιητικό μου σκαρίφημα έφτασε στον Γρηγόριο Ξενόπουλο, στη Νέα Εστία. Δεν δημοσιεύθηκε διότι, παρά το ενδιαφέρον που είχε, ήταν …«τηλεγραφικής συντομίας»!

Συνήθιζα επίσης να αγοράζω παλιά βιβλία, και σε μικρά βιβλιοπωλεία και από πλανόδιους «παλαιοβιβλιοπώλες» έξω από την Εθνική Βιβλιοθήκη. Εδώ στο σπίτι έχω πολλά από αυτά και είναι από τα φοιτητικά μου χρόνια.

Μετά τις σπουδές ψάξατε διορισμό;
Οι σπουδές μου ολοκληρώθηκαν γρήγορα και στη συνέχεια έδωσα εξετάσεις και τελείωσα όποτε ήμουν εν αναμονή διορισμού.

Συμβαίνει τότε να με ζητούν στη Ρουμανία να πάρω κάποια κενή θέση καθηγητή. Ήταν σε κάποια πόλη της Ρουμανίας με πολύ ελληνισμό τότε, και ήθελε ο γυμνασιάρχης να καλύψει τη θέση. Πράγματι υπήρξαν αρκετές διαπραγματεύσεις και ήμουν έτοιμος να φύγω. Στο μεταξύ όμως η Ακαδημία των Αθηνών, η οποία ιδρύθηκε λίγα χρόνια πριν, το 1926, θέλησε να κάνει ένα μεσαιωνικό λεξικό. Έσπευσαν ορισμένοι δάσκαλοί μου να μου πουν «γιατί να πας στη Ρουμανία και δεν κάθεσαι εδώ για να δουλέψεις;».

Και έτσι προσλαμβάνομαι, ύστερα από μια μικρή μετεκπαίδευση που έκαμα στη Γερμανία για λεξικογραφική έρευνα, στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας, σαν συνεργάτης. Αυτού του επιστημονικού κέντρου έγινα αργότερα διευθυντής. Το 1939 μετά τη μετεκπαίδευση που έκανα στην Ευρώπη γύρισα, και η Ακαδημία με έκανε διευθυντή του Αρχείου και έμεινα εκεί έως το 1950. Οπότε δηλώνω εδώ για καθηγητής και έρχομαι στη Θεσσαλονίκη.


Χρήστος Τσολάκης, Εμμανουήλ Κριαράς, Δημήτρης Παντερμαλής. Τρεις σημαντικές προσωπικότητες καθηγητών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της παιδείας από τότε που έχουμε ελεύθερο κράτος ποιο ήταν; Η συναίνεση που δεν υπήρχε; Η κομματικοποίηση; Η έλλειψη πόρων;
Η νοοτροπία , διότι το ζήτημα και πριν ελευθερωθεί το ελληνικό κράτος ήταν η γλώσσα του. Οι λόγιοί μας τα τελευταία χρόνια πριν από το 1800 συζητούσαν, και άλλοι ήθελαν την αρχαία γλώσσα και άλλοι τη λαϊκή. Ο Κοραής έλεγε η μέση χρειάζεται, η μεσαία γλώσσα. Και γινόταν μεγάλος καβγάς ο οποίος αποτυπώθηκε σε κείμενα τα οποία βέβαια σώζονται όλα. Τελικά επικράτησε η άποψη του Αδαμάντιου Κοραή. Μεσαία γλώσσα. Σχεδόν αρχαΐζουσα ελληνική γλώσσα. Και έτσι ξεκινάει το ελληνικό κράτος. Δηλαδή ουσιαστικά μια καθαρεύουσα η οποία με τον καιρό επιτείνεται, γίνεται πιο αρχαϊστική. Φτάσαμε λοιπόν το 1880 περίπου με κορυφαίους δασκάλους, μεγαλοκαθαρευουσιάνους – ο Κόντος κ.ά. Τότε ήταν που ξέσπασε το κίνημα του Δημοτικισμού, το οποίο υπήρχε μεν από το 1800 αλλά ήταν σαν να είχε κοιμηθεί. Ξυπνάει με τον Ψυχάρη, ο οποίος έγραψε το Ταξίδι του, που θεωρήθηκε επαναστατικό βιβλίο για τη γλώσσα: «Γράψτε στη γλώσσα του λαού που μιλάτε». Και αρχίζει πάλι νέος αγώνας, όπως καταλαβαίνετε, με τους καθαρευουσιάνους και τους δημοτικιστές. Πλεόναζαν σε μεγάλη κλίμακα οι καθαρευουσιάνοι, ενώ οι δημοτικιστές ήταν λίγοι και διωκόμενοι και συκοφαντούμενοι.

Στα χρόνια της πνευματικής μου διαμόρφωσης θαύμασα τον Ψυχάρη. Δεν έγινα όμως πιστός οπαδός των συγκεκριμένων λύσεων που πρότεινε για το γλωσσικό μας ζήτημα.

Ποιοι ήταν οι επωφελέστεροι υπουργοί Παιδείας που άφησαν κάτι για την νεολαία και για την εκπαίδευση;
Ο βασικός υπουργός Παιδείας για τη χώρα ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, πράγμα το οποίο αναγνωρίζουν και πολλοί. Δεν ευτύχησε να έχει μακρό πρωθυπουργικό βίο διότι τα πράγματα ήρθαν ανάποδα. Το 1963-64 με τον Παπανούτσο ξεκινούν μια μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, την οποία διακόπτουν το βασιλικό πραξικόπημα, η αποστασία, και σε λίγο και η δικτατορία.

Χρειάστηκε να φύγει η δικτατορία και να έλθει δημοκρατική διακυβέρνηση για να δούμε πάλι μια αναψυχή στο πνευματικό επίπεδο. Τότε και ο Καραμανλής και ο Ράλλης κατάλαβαν ότι κοινή ευρωπαϊκή αγορά και καθαρεύουσα δεν πάνε μαζί. Διότι καθαρεύουσα σημαίνει έλλειψη πρακτικού νου. Αυτό σημαίνει. Ο Καραμανλής κατάλαβε ότι έπρεπε να αλλάξει δρόμο. Και ευτυχώς βρήκε τον Ράλλη ο οποίος ήταν αρκετά προετοιμασμένος και έκανε την μεταρρύθμιση εκείνη, την οποία ήρθε κατόπιν δυστυχώς ο Αντώνης Τρίτσης, οπαδός του Ανδρέα Παπανδρέου, έσπευσε να την ανατρέψει, και έρχεται κατόπιν η συντηρητική παράταξη και γυρίζουν πάλι τα αρχαία όπως ήταν. Και βρισκόμαστε τώρα σε μια περίσταση που η νέα κυβέρνηση που έχουμε θέλει να ανανεώσει, θέλει να μεταρρυθμίσει. Λοιπόν εγώ προσπαθώ να πείσω εκείνους που μπορώ να πείσω να ένα θέμα που πρέπει – δεν είναι το μοναδικό, ούτε το μοναδικό που ενδιαφέρει την παιδεία αλλά είναι ένα θέμα βασικό, το οποίο συνδέεται με τη γλώσσα μας.


Ο Γεώργιος Ράλλης, υπουργός Παιδείας 1976-77

Το πρόβλημα της παιδείας κατά βάση ήταν πολιτικό, έτσι δεν είναι;
Το πρόβλημα της παιδείας είναι πάντα πολιτικό. Συνδέεται άμεσα με την πολιτική ζωή. Υπάρχουν πολιτικοί που βλέπουν έτσι, οι άλλοι βλέπουν αλλιώς, και πάντα υπάρχει μια ρήξη. Καλό είναι αυτό να διορθώνεται, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο.

Μετά την Τουρκοκρατία όμως η πρόοδος που κάναμε δεν ήταν όντως πάρα πολύ μεγάλη;
Ασφαλώς, διότι μέσα του ο Ρωμιός έχει ένα δαιμόνιο και καταφέρνει και υπερνικά δυσκολίες που του παρουσιάζονται. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι ο Ρωμιός έχει και ορισμένα ελαττώματα.

Ποια είναι τα κυριότερα;
Εγωκεντρισμός. Έλλειψη συνεργασίας. Λέει ότι συνεργάζεται και κάνει μια εταιρεία και ο ένας πάει από εκεί κι ο άλλος από την άλλη. Δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε τίποτα. Είναι και μία αντίληψη «εγώ τα ξέρω και δεν τα ξέρεις εσύ».

Αυτό είναι δείγμα ότι δεν έχει καλλιεργηθεί όσο πρέπει η ψυχή του Έλληνα για να πιστεύει ό,τι πιστεύει. Ή η μανία να καμαρώνουμε για τους αρχαίους μας προγόνους και να λέμε «εμείς ήμαστε και όχι εσείς». Ανοησία μεγάλη είναι αυτό. Να λες ότι οι πρόγονοί μου ήταν έτσι και έτσι, και ήταν οι πρόγονοί μου μεγάλοι και δημιούργησαν τεράστιο πολιτισμό.
Ναι, αλλά σκέφτεσαι ότι ενώ καμαρώνεις για κείνους, εσύ είσαι ένας κακός μαθητής τους; Έτσι είμαστε, δυστυχώς. Κακοί μαθητές. Ακόμη και ο καθαρευουσιανισμός είναι κακή μαθητεία στους αρχαίους. Δηλαδή αν γράψω όπως έγραφε ο Πλάτων ή ο Θουκυδίδης –που δεν μπορείς να το γράψεις– δίνω μεγάλη σημασία στη φόρμα και όχι στο περιεχόμενο. Η ουσία είναι τι αποδίδεις, τι προσφέρεις. Έχει τέτοια ελαττώματα ο Ρωμιός, είναι δύσκολος σε συνεργασία και «τα ξέρει όλα». Αυτό είναι βασικό. Έχει και κάποια στοιχεία από εθελοδουλία που του δίδαξε η Τουρκοκρατία, να τα βολεύει από εδώ και από εκεί. Είναι ο καταφερτζής. Αυτό είναι επίσης άσχημο ελάττωμα. Φυσικά καταφερτζήδες δεν υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα. Παντού υπάρχουν οι άνθρωποι που έχουν ελαττώματα, αλλά η χώρα που έχει πολλά μαζεμένα ελαττώματα είναι καθυστερημένη.

Αναρωτηθήκατε ποιο είναι ο μυστικό της μακροβιότητάς σας;
Κάποτε με ρωτήσανε σε ένα συνέδριο ιατρικό. Σ’ έναν προθάλαμο με ρώτησε ένας γιατρός και του απάντησα με μία απάντηση αποκλειστική, μονομερή και σύντομη: «Καλή γυναίκα και όχι καλό φαΐ». Λέω αν ευτυχήσετε στη ζωή σας και έχετε καλό σύντροφο, όπως εγώ ευτύχησα και το λέω και καμαρώνω, είναι βασικό για την επιτυχία στη ζωή σας. Γιατί δεν έχετε γκρίνια, αλλά αντίθετα έχετε έναν σύντροφο που σας βοηθάει, που καταλαβαίνει τον πόνο σας, την ευτυχία σας. Ζείτε άνετα και ευτυχισμένα. Το καλό φαΐ είναι γνωστό ότι είναι ευχάριστο, αλλά δεν ωφελεί πάντα. Γι’ αυτό λέω «όχι καλό φαΐ». Κάνε οικονομία στο φαγητό. Η δίαιτά σου να είναι λογική. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα φάμε κι από τούτο κι από εκείνο. Αλλά η προσπάθεια να είναι συνεχής.


Με την αγαπημένη του σύζυγο

«Άσκησις, εγκράτεια και των τροφών λιτότης. Ιδού η υγεία και η μακροβιότης». Στην αλληλογραφία του Θεοτοκά με τον Κατσίμπαλη το διάβασα αυτό…
Πολύ σωστό είναι. Εγώ ευτύχησα γιατί με τη γυναίκα μου είχαμε και τις ίδιες αντιλήψεις περί διατροφής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πηγαίναμε σε ταβέρνες. Αλλά η ζωή μας ήταν μετρημένη από άποψη δίαιτας. Και νομίζω ότι συνέβαλε και αυτό στη μακροβιότητα, διότι και η γυναίκα μου μακροημέρευσε διότι πέθανε πριν από δέκα χρόνια. Πέθανε 94 ετών. Εγώ νόμιζα ότι θα την ακολουθήσω πολύ σύντομα αλλά δεν έγινε. Είχαμε απολύτως την ίδια ηλικία.

Ονειρεύεστε;
Πολύ. Ονειρεύομαι πολύ τη γυναίκα μου. Ονειρεύομαι τη δουλειά μου. Η δουλειά μου δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ. Πέφτω στο κρεβάτι και δεν μπορώ να απαλλαχθώ από τις σκέψεις τις πνευματικές που κάνω δουλεύοντας, κι αυτές με κρατούν άγρυπνο και μετά έρχεται και το όνειρο.

*Ευχαριστούμε τον Κ. Μπλιάτκα για την παραχώρηση της συνέντευξης.