Μάρκος Τρούλης
15 Οκτώβριος 2020, 09:03

Ισραηλινή στρατηγική κουλτούρα και ελληνική νοοτροπία

Η απαξίωση, ή αντίστοιχα η αποθέωση των πάντων, συνιστά μια συνήθη πρακτική στον δημόσιο λόγο, η οποία αν μη τι άλλο είναι αντιεπιστημονική και παρουσιάζει την πραγματικότητα πλασματικά. Γι’ αυτόν το λόγο, στο παρόν κείμενο ουδόλως υπονοείται ότι υπάρχουν κράτη που τα κάνουν όλα καλά, και κάποια άλλα κράτη που είναι ανίκανα για το παραμικρό. Αυτό το οποίο επιχειρείται να περιγραφεί εντός όλων των –τουλάχιστον δικών μου– κειμένων, είναι η τάση των πραγμάτων, η θεσμική οργάνωση και εν προκειμένω, μιλώντας συγκριτικά για το Ισραήλ και την Ελλάδα, η διαφορετικής κλίμακας κουλτούρα ασφάλειας.

Πρόκειται για μια κουλτούρα ασφαλείας η οποία συστηματικά καλλιεργήθηκε από το ισραηλινό κράτος και αποτυπώθηκε στη γραφειοκρατική δομή της λήψης αποφάσεων, ενώ στην Ελλάδα επίσης συστηματικά διαπομπεύτηκε, αμαυρώθηκε, και εντέλει εκριζώθηκε.

Σαν να ζούμε σε έναν «ανθόσπαρτο κόσμο», όπως θα έλεγε ο Παναγιώτης Ήφαιστος, ή σαν να μην αντιμετωπίζουμε την παραμικρή απειλή για την εθνική κυριαρχία μας. Τι σημαίνει «εθνική κυριαρχία»; Εμπίπτει σε μια «εθνικιστική ρητορική» δίχως πρακτικό αντίκρισμα; Κάθε άλλο… Είναι η διαφύλαξη των κεκτημένων και η υπεράσπιση του δικαιώματος του δικού σου και των παιδιών σου να ζουν ειρηνικά έχοντας αδιατάρακτη πρόσβαση σε όσα τους προσφέρει η διεθνής τάξη, όπως αυτή αποτυπώνεται σε ό,τι ονομάζεται «Διεθνές Δίκαιο».

Λίγες μέρες μετά τη λήξη της ισραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης «Protective Edge» στη Γάζα, το 2014, είχα την ευκαιρία να παρευρεθώ σε ημερίδα αξιολόγησης των αποτελεσμάτων σε πανεπιστημιακό χώρο. Αν θυμάμαι σωστά, παρόντες –μεταξύ άλλων– ήταν ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας, ανώτατοι αξιωματικοί, κρατικά στελέχη και πανεπιστημιακοί καθηγητές στρατηγικών σπουδών ή και μεσανατολικών σπουδών. Επί ώρες, ο διάλογος επικεντρώθηκε στα εξής: Τι κάναμε και γιατί; Τι δεν πρέπει να ξανακάνουμε και γιατί; Σε τι πρέπει να παραμείνουμε σταθεροί και γιατί; Τα κυβερνητικά στελέχη είχαν μπλοκάκια και σημείωναν τι πρότειναν οι καθηγητές, και από την πλευρά τους οι καθηγητές είχαν την παρρησία να δεχθούν ότι η εκτίμησή τους ήταν λανθασμένη, όταν οι επιχειρησιακοί τούς παρουσίαζαν άγνωστα για εκείνους στοιχεία.

Επειδή πολλές φορές προσπαθούμε να ορίσουμε τι σημαίνει στρατηγική ή πότε ένα εθνοκράτος διαθέτει κουλτούρα ασφάλειας, θεωρώ ότι η παραπάνω προσωπική εμπειρία σκιαγραφεί τον βέλτιστο ορισμό. Ο πολιτικός λαμβάνει πολιτικές αποφάσεις, ο στρατιωτικός τις τοποθετεί στο επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο, και έπειτα αυτοί ελέγχονται και λογοδοτούν, τόσο φυσικά προς τους πολίτες οι οποίοι έχουν υψηλό αισθητήριο για αυτά τα θέματα (ελέω εκπαιδευτικού συστήματος) και δεν τα θεωρούν «κρατικό πάρεργο», όσο και στην ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία συγκροτείται και συντηρείται για να παράγει ερευνητικό έργο με χρήματα των φορολογουμένων, και άρα οφείλει να λειτουργεί με άξονα το κοινό όφελος.

Στην Ελλάδα, τι είδαμε μετά την πρόσφατη επικίνδυνη κλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο;

Δεν αναφέρομαι στην πολιτική διαχείριση της κρίσης ή τι δώσαμε και τι πήραμε. Αναφέρομαι στη μεταχείριση της δοθείσας εξουσίας ως «κομματικό τιμάριο»: Όποιος ασκήσει κριτική είναι εθνικιστής και φανατικός ο οποίος θέλει να οδηγήσει –ανεύθυνος γαρ– την Ελλάδα σε πόλεμο. Για την παρουσίαση και την εκτίμηση της διαχείρισης ενώπιον έστω της πανεπιστημιακής κοινότητας, ούτε λόγος. Για την αποδοχή της πιθανότητας να έγινε έστω κάποιο μικρό λάθος στις συμφωνίες για οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, στην ελλαδική πολιτική ως προς την Κύπρο ή στα «όρια» προβολής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, επίσης ούτε λόγος. Επιτέλους, ποιος αποφασίζει; Με ποιον γνώμονα; Με ποια κριτήρια; Και για ποιους πολίτες;

Προσπαθώ να φανταστώ τι θα έκανε το Ισραήλ στη θέση μας, ενόσω η Τουρκία παραβιάζει κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου και ουσιαστικά προσαρτά το Βαρώσι. Το σίγουρο είναι ότι Ισραηλινός υπουργός δεν θα συναντούσε την ίδια μέρα τον Τούρκο ομόλογό του, και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δεν θα δήλωνε «ικανοποιημένος» για την έναρξη συνομιλιών.

Επί σειρά δεκαετιών άλλα κράτη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, αρνήθηκαν να αποχωρήσουν από την Κύπρο ενώ το έκαναν σε πολλές άλλες περιπτώσεις, και άλλα κράτη, όπως η Τουρκία, εφηύραν τρόπο για να εισέλθουν στη Μεγαλόνησο με την ανοχή και τις λανθασμένες επιλογές των υπολοίπων. Αντιθέτως, η Ελλάδα απεμπολεί κάθε ηθική υποχρέωση (παρουσία ενός εκατομμυρίου ομοεθνών), κάθε νομικό δικαίωμα (εγγυήτρια δύναμη) και κάθε πιθανότητα προσπορισμού πολιτικοοικονομικών ωφελημάτων (ενεργειακοί πόροι), χάριν μιας ανορθολογικής πολιτικής η οποία θέτει στον επίκεντρο τον κατευνασμό του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Αν αυτός ο κατευνασμός είναι εργαλειακός, προκειμένου να κερδηθεί χρόνος για την ισχυροποίηση του κράτους, τότε είναι εν μέρει αντιληπτός.

Όταν όμως ο κατευνασμός συνοδεύεται με άρνηση υλοποίησης μείζονος σημασίας εξοπλιστικών προγραμμάτων, αποφυγή σύναψης στρατηγικών συμμαχιών όπως αυτή με τη Γαλλία, και μια ανεπανάληπτη για έναν ορθολογικό δρώντα εσωστρέφεια, τότε η ανησυχία είναι εύλογη. Εξάλλου, ο ελληνικός ανορθολογισμός έχει επαληθευτεί ξανά στο πρόσφατο παρελθόν, όταν η περίοδος των μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων μετά το 1996 ταυτίστηκε με την κορύφωση –αν όχι έναρξη– της κατευναστικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας και όχι μόνο.