2 Ιούνιος 2014, 12:41 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 19:11

Από τον Όλυμπο στο Έβερεστ - Οι Έλληνες που έφτασαν στην ψηλότερη κορυφή του κόσμου

  • Από τον Όλυμπο στο Έβερεστ - Οι Έλληνες που έφτασαν στην ψηλότερη κορυφή του κόσμου

Από τον Όλυμπο στο Έβερεστ - Οι Έλληνες που έφτασαν στην ψηλότερη κορυφή του κόσμου

Της Μανίνας Ντάνου

Ο κόσμος στην πλατεία Συντάγματος χαζεύει έκπληκτος αυτόν τον τύπο που ποζάρει στο φακό του «Κ» κρατώντας ένα πολύμετρο σχοινί, μια ορειβατική αξίνα, ένα κράνος. Δεν θυμούνται ότι πριν από 10 χρόνια αυτό που κατάφερε μαζί με τους συνορειβάτες του αποτελούσε ένα από τα μεγάλα ελληνικά κατορθώματα της χρονιάς.

Στις 16 Μαΐου 2004, λίγες ημέρες πριν από την απρόσμενη επιτυχία του Euro και ενώ ανέβαινε ο πυρετός της αναμονής των Ολυμπιακών Αγώνων, μια εθνική ομάδα διαφορετική από τις άλλες, στο τέλος μιας περιπετειώδους αποστολής 58 ημερών, κατακτούσε μια κορυφή που, έως τότε, μόλις 2.000 άνθρωποι σε όλο τον κόσμο είχαν καταφέρει να πατήσουν: το Εβερεστ. Ηταν οι πρώτοι Ελληνες που θα έφταναν στην ψηλότερη κορυφή του κόσμου, καθυστερημένα σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Δύσης, αλλά αποφασισμένοι να το κάνουν «για να φύγει από τη μέση», όπως μου λέει σήμερα ο Παύλος Τσιαντός.

Δέκα χρόνια αργότερα, ο αριθμός αυτών που έχουν ανέβει στο Εβερεστ ξεπερνά τις 4.000 -τα τελευταία 10 χρόνια οι εμπορικές αποστολές που ανεβάζουν «σηκωτούς» στην κορυφή ανθρώπους χωρίς εμπειρία είναι η πλειονότητα-, αλλά οι πραγματικοί ορειβάτες παραμένουν λίγοι και εκ λεκτοί. Και ο ένας κάθεται απέναντί μου σήμερα.

Ο Παύλος είναι διαφορετικός για ένα λόγο: στην αποστολή στο Εβερεστ, όπως και στις περισσότερες που πραγματοποιεί, κινηματογραφούσε ταυτόχρονα. Επρεπε να ανεβαίνει πρώτος σε ψηλότερα σημεία, να αφήνει την αξίνα και να πιάνει την κάμερα, να καταγράφει την προσπάθεια και να τους προλαβαίνει όταν τον προσπερνούν. Το αποτέλεσμα; Το ντοκιμαντέρ «Από τον Ολυμπο στο Εβερεστ», που καταγράφει την κατάκτηση της κορυφής, αλλά και την προηγούμενη προπαρασκευαστική αποστολή στην κορυφή Τσόο Γιου των 8.200 μέτρων, 20 εναέρια χιλιόμετρα από το Εβερεστ, όπου στα χέρια του ξεψύχησε ο συνορειβάτης του, Χρήστος Μπαρούχας, χτυπημένος από την ασθένεια του υψομέτρου. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ζούσε κάτι τραγικό. Το 1998 είχε χάσει έναν ακόμη σύντροφο, τον Μπάμπη Τσουπρά.

«Εχω δει ανθρώπους να εγκαταλείπουν ζώντας κάτι τέτοιο. Εμένα με κράτησε το ότι έβλεπα πως υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης στο θέμα της ασφάλειας. Ηθελα να το κάνω για χάρη τους, αλλά και γιατί πάντα πιστεύεις ότι δεν θα συμβεί σ’ εσένα». Βλέποντας το ντοκιμαντέρ, καταλαβαίνει κανείς ότι αυτή η ανάβαση, όχι η δυσκολότερη όπως λέει ο Παύλος, αλλά σίγουρα η πιο συμβολική και η πιο... ακριβή (10.000 ευρώ έκαστος μόνο για την άδεια), είναι κάτι παραπάνω από άθλος. Η ομάδα έζησε 50 ημέρες πάνω από τα 5.000 μέτρα, στην κατασκήνωση βάσης, κάνοντας καθημερινά αποστολές σε ενδιάμεσες κατασκηνώσεις προκειμένου το σώμα να συνηθίζει το υψόμετρο. Σε θερμοκρασίες που το μεσημέρι φτάνουν τους 39 βαθμούς(!) και το βράδυ αγγίζουν τους -10, με περιορισμένο οξυγόνο, η καταπόνηση του σώματος είναι τεράστια, η ψυχολογία δοκιμάζεται.

Στην κορυφή ανταμείβεσαι; «Οταν φτάνεις πάνω από τα 8.000 μέτρα, όπου ο οργανισμός φθίνει, δεν έχεις ενέργεια για συναισθήματα. Οι λειτουργίες σου περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα. Είσαι εκεί, καταλαβαίνεις ότι κάτι σημαντικό έχει συμβεί, αλλά δεν το χαίρεσαι πραγματικά, είσαι σε μέθη. Νιώθεις τι έκανες όταν πια επιστρέψεις. Παρ’ όλα αυτά, όπως λέει και ο συνορειβάτης Γιώργος Βουτυρόπουλος, έστω και αυτήν τη μια στιγμή γαλήνης δεν θα την αντάλλασσες για όλα τα πλούτη του κόσμου».

Μπορεί να γίνει εθιστικό; «Φυσικά. Το αισθάνεσαι σε κάθε ανάβαση, είναι η ουσία του πράγματος. Η ανάγκη να συγκεντρωθείς μόνο σε αυτό και να σταματήσει να υπάρχει ο χρόνος για σένα είναι εθιστική. Τα τελευταία χρόνια όμως έχω καταλάβει ότι οι πιο δύσκολες κορυφές είναι οι εσωτερικές και σε αυτό η ορειβασία σε βοηθάει, σε αλλάζει ως άνθρωπο. Πολλοί μας λένε τρελούς. Εγώ όμως έχω στο μυαλό μου τη φράση του Καζαντζάκη: “Κάθε άνθρωπος κουβαλάει μια τρέλα, μα η μεγαλύτερη τρέλα από όλες είναι να μην έχεις καθόλου τρέλα”».

Και τώρα πού βρίσκεται εκείνη η ένδοξη ομάδα; «Οι περισσότεροι μετά το Εβερεστ γίναμε οικογενειάρχες, εγώ έχω ένα μωρό 5 μηνών, ο Σπύρος Σούλης ζει στην Αυστραλία και έχει κάνει δύο παιδιά, ο Μιχάλης Στύλλας πηγαινοέρχεται στη Γαλλία, δεν βλεπόμαστε συχνά, όμως όταν έχεις ζήσει κάτι τέτοιο με κάποιους, είναι σαν αδέλφια σου. Μιλούσα πρόσφατα με τον Σπύρο στο τηλέφωνο για τα παιδιά μας. “Φίλε”, μου λέει, “μπροστά στην πατρότητα, το Εβερεστ ήταν παιχνιδάκι!”».

Φωτογραφία: Διονύσης Κουρής 

Πηγή: kathimerini.gr