27 Σεπτέμβριος 2020, 11:26 - Τελευταία Ενημέρωση: 27 Σεπτέμβριος 2020, 12:08

Γεύση Τουλουμίδου, μία Πόντια που δίνει… γεύση στα Κομνηνά Ξάνθης

  • Γεύση Τουλουμίδου, μία Πόντια που δίνει… γεύση στα Κομνηνά Ξάνθης
    (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Β. Λωλίδης)

Πολλοί αναρωτιούνται τι γεύση έχουν η ζωή, η αγάπη, ο έρωτας, τι γεύση έχουν η... δύναμη μπροστά στις δυσκολίες, η χαρά της δημιουργίας και της προσφοράς. Η απάντηση δεν βρίσκεται στο σλόγκαν κάποια διαφήμισης, αλλά ίσως βρίσκεται στα Κομνηνά της Ξάνθης, σε αυτό το μοναδικής ομορφιάς ορεινό χωριό του Νέστου.

Εκεί όπου τελειώνει η κοιλάδα και το ποτάμι ετοιμάζεται να ξεκινήσει το ταξίδι του μέσα στα βουνά, μέχρι τα εντυπωσιακά Θρακικά Τέμπη, στους Τοξότες και τη Γαλάνη.

Εκεί, βρίσκεται η απάντηση, διά στόματος της Γεύσης Τουλουμίδου. Μιας νέας και δραστήριας γυναίκας, μιας πολύτεκνης μάνας, μιας ακούραστης εργάτριας της γης, που παρά τις δυσκολίες της ζωής –ακόμα και του σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπισε στο παρελθόν–, δεν εγκατάλειψε ούτε για μία στιγμή την προσπάθεια.

Συνεχίζει με πείσμα, δύναμη και αποφασιστικότητα έχοντας στο πλευρό τον σύζυγό της Ηρακλή Ανανιάδη. Έναν γιγαντόσωμο άνθρωπο που μοιάζει με μυθικό ήρωα, αλλά με την καρδιά του αφιερωμένη στην οικογένεια, τη γη, και τα μελίσσια τους, τα… κορίτσια τους, όπως τα αποκαλούν χαϊδευτικά. Αυτά τα «κορίτσια», λοιπόν, τα φροντίζουν και τους φροντίζουν με τον καλύτερο τρόπο και το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή αγνών, ανόθευτων φυσικών προϊόντων προερχόμενων από την κηρύθρα και το μέλι.

Έχοντας έξι παιδιά και μεγάλο κουράγιο για δημιουργία και προσφορά στον τόπο που γεννήθηκε, η «Γεύση των Κομνηνών», όπως την αποκαλούν πολλοί φίλοι, ξυπνά καθημερινά απ’ τα χαράματα για να προλάβει τις δουλειές στο σπίτι, στο εργαστήριο και στο χωράφι με τα καπνά.

Ως μελισσοκόμος παράγει με πολλή αγάπη και φροντίδα προϊόντα από το μέλι των ορεινών Νεστοχωρίων, αλλά και προϊόντα με ό,τι άλλο ανόθευτο βγάζει η φύση των Κομνηνών.

Γευστική εμπειρία μια επίσκεψη στο σπίτι
Μια επίσκεψη στο σπίτι της οικογένειας, δοκιμάζοντας όλα τα σπιτικά γλυκά, αποτελεί πραγματική εμπειρία γεύσης, φιλοξενίας και περιποίησης.

Η Γεύση έχει ποντιακές ρίζες και είναι πολύ περήφανη για την καταγωγή της. Διδάσκει παραδοσιακούς χορούς, τραγουδάει ποντιακά και παίζει νταούλι σε χορούς και πανηγύρια.

Είναι ένας άνθρωπος αυθεντικός. Τόσο δοτική και με ένα χαμόγελο που σε κερδίζει με την ειλικρίνεια, με την ευγένεια, αλλά κυρίως με τη δύναμη της ψυχής της να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της αγροτικής ζωής, τις απαιτήσεις μιας πολυμελούς οικογένειας και την περιπέτεια της υγείας της που θέλει να αποτελεί μια κακή ανάμνηση.

Μέριμνα της Γεύσης και του Ηρακλή είναι, λένε οι ίδιοι, να προσφέρουν στα παιδιά τους ό,τι καλύτερο μπορούν, ώστε στο μέλλον να ασχοληθούν με αυτό που πραγματικά θέλουν και αγαπούν για να είναι ευτυχισμένα.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Β. Λωλίδης)

Η μελισσοκομία μπήκε στη ζωή τους πριν από τέσσερα περίπου χρόνια. Καταγόμενοι από αγροτικές οικογένειες και οι δυο έμαθαν να αγαπούν τη γη και τα ζώα, να τα φροντίζουν και να παίρνουν ό,τι τους προσφέρουν. Αυτοί είναι και οι λόγοι που δεν θα εγκατέλειπαν ποτέ το χωριό τους.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής, μετά την κρίση η εκτροφή των προβάτων δυστυχώς δε μπορούσε να ζήσει την οικογένεια. Τα εισοδήματα ήταν λίγα και τα έξοδα πάρα πολλά. Επίσης, οι τιμές στις οποίες πωλούνταν τα ζώα ήταν ιδιαίτερα χαμηλές και σε κάποιες περιπτώσεις υπήρχε αισχροκέρδεια από τους εμπόρους.

«Τις μέλισσες τις ταΐζει ο Θεός»
«Την περίοδο της κρίσης αποφασίσαμε με μεγάλο πόνο να πουλήσουμε τα ζώα. Έτσι, κάναμε μια μεγάλη στροφή προς τη μελισσοκομία. Οι απαιτήσεις και τα έξοδα είναι λιγότερα. Τις μέλισσες τις ταΐζει ο θεός και αν διαχειριστείς σωστά τα μελίσσια, αν αγαπήσεις τις μέλισσες, αν τις φροντίζεις και τις προσέχεις, τότε θα σου δώσουν το μέλι τους και θα βγάλεις το χειμώνα», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Ηρακλής.

Όπως λέει η Γεύση, σε μια καλή χρονιά οι μέλισσες μπορούν να δώσουν μέχρι και εξήντα κιλά μέλι, κι αυτή είναι παραγωγή με ικανοποιητικό εισόδημα.

«Δεν υπάρχει πιο αγνό προϊόν από το μέλι. Ποιο άλλο αγροτικό προϊόν μόλις το παράξεις μπορείς να το γευτείς, έτσι, χωρίς επεξεργασία, χωρίς να το πλύνεις καν. Οι μέλισσες φροντίζουν το μέλι που παράγουν, το καθαρίζουν πριν το αποθηκεύσουν ώστε στη συνέχεια να έρθει σε μας αγνό και θρεπτικό», σημειώνει.

Η Γεύση και ο Ηρακλής δεν κρύβουν ότι ο χειμώνας που πέρασε ήταν δύσκολος, καθώς υπήρχαν πολλές βροχές αλλά και ξηρασίες, με αποτέλεσμα ο τρύγος να είναι περιορισμένος αφού οι μέλισσες λόγω των καιρικών συνθηκών δεν μπορούσαν να βγουν έξω. Για τους ίδιους πάντως από τις δυσκολότερες περιόδους ήταν αυτή της καραντίνας, κατά την οποία αναγκάστηκαν να κλειστούν στο σπίτι, αντιμετωπίζοντας δύσκολα την καθημερινότητα, αφού είχε «παγώσει» κάθε παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα.
 
Στοχεύοντας μόνο στην ποιότητα
Σήμερα η Γεύση εκμεταλλεύεται όλα τα παράγωγα του μελιού. Παράγει μαρμελάδες με βάση το μέλι και εποχικά φρούτα που μαζεύει από τον κάμπο του Νέστου. Φτιάχνει σαπούνια, κηραλοιφές, πρόπολη, γύρη, βουτυρόμελο, και βέβαια μέλι: ανθόμελο, πευκόμελο, καστανόμελο, μέλι από βελανίδια και βότανα.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Β. Λωλίδης)

Επιθυμία και στόχος της είναι να συστήσει μια οικοτεχνία, τη Meligeysis, που θα είναι επισκέψιμη, ώστε όλοι να γνωρίσουν από κοντά τα προϊόντα και να αγαπήσουν την ποιότητα και την αγνότητα της φύσης που περικλείεται μέσα σε αυτά. Όπου μπορεί κάνει η ίδια τη διανομή. Όσοι τα επιλέγουν συνεισφέρουν στην προσπάθεια που κάνουν άτομα όπως η Γεύση να μείνουν και να ορθοποδήσουν στα ορεινά χωριά της πατρίδας μας.

«Στις μέρες μας ο κόσμος ξέρει από ποιότητα, την αναζητάει και αυτό θέλουμε να διαφυλάξουμε. Κάθε μέρα που περνάει επιδιώκουμε να γινόμαστε καλύτεροι σε αυτό που κάνουμε. Η δύναμή μας είναι οι μέλισσες και ο κόσμος που μας γνωρίζει και μας εμπιστεύεται», καταλήγει.

  • Αναδημοσίευση από το ΑΠΕ-ΜΠΕ / Β. Λωλίδης.