Μάρκος Τρούλης
17 Σεπτέμβριος 2020, 09:03

17 Σεπτεμβρίου: Η εκτέλεση του Αντνάν Μεντερές

Η συμπλήρωση 59 χρόνων από την εκτέλεση του πρώην πρωθυπουργού της Τουρκίας Αντνάν Μεντερές αποτελεί γεγονός που απασχολεί μάλλον περισσότερο τους ιστορικούς. Οι ομοιότητες της περίπτωσης Μεντερές με αυτήν του Ερντογάν είναι πολλές, αλλά συνάμα το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης σήμερα έχει αλώσει σε τέτοιο βαθμό τον κρατικό μηχανισμό, προσεταιριζόμενο σε πολλές φορές τους κεμαλιστές, που τα πραξικοπήματα είναι μόνο καλοστημένες σκηνοθεσίες ενίσχυσης της εξουσίας του προέδρου.

Συνεπώς υπάρχουν και πολλές διαφορές, διακριτές στο βαθμό που Μεντερές και Ερντογάν κατάφεραν να ελέγξουν τη στρατογραφειοκρατία.

Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της κεμαλικής περιόδου (1923-1950) ουδέποτε κατάφερε να μεταβάλει τον τρόπο ζωής και κοινωνικής συγκρότησης για την πλειονότητα του ευμεγέθους αγροτικού πληθυσμού της Τουρκίας, ενώ η θρησκεία εξακολουθούσε να είναι η συγκολλητική ουσία και για τα μικρομεσαία στρώματα. Ο εθνικισμός αδυνατούσε να ανταποκριθεί στα μεταφυσικά αιτούμενα ενός πληθυσμού ο οποίος είχε μάθει να υπακούει στους θείους νόμους του Ισλάμ δίχως να ταυτίζεται –τουλάχιστον πρωτίστως– με την εκ των άνω επιβαλλόμενη εθνοκρατική ταυτότητα.

Εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, ουδόλως τυχαίο ήταν ότι η θεσμοθέτηση εκλογικών διαδικασιών μεταπολεμικά συνδέθηκε αμέσως με την άνοδο ενός κόμματος, όπως το Δημοκρατικό των Μπαγιάρ και Μεντερές. Η παραχώρηση του δικαιώματος της ψήφου επήλθε λόγω της στρατηγικής αναγκαιότητας της Τουρκίας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στο Δυτικό σύστημα ασφαλείας, εξερχόμενη από το έως τότε κεμαλικό δόγμα της ουδετερότητας, προκειμένου να εξισορροπήσει την ευδιάκριτη σοβιετική απειλή για την εδαφική ακεραιότητά της.

Ο ίδιος ο Στάλιν, άλλωστε, διεκδίκησε μεταπολεμικά την αλλαγή του καθεστώτος των Στενών και την προσάρτηση από την ΕΣΣΔ των ανατολικών τουρκικών επαρχιών του Καρς και του Αρνταχάν, εμφορούμενος και από τη φιλοναζιστική στάση της Τουρκίας κατά την «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα» εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.

Το ΝΑΤΟ είχε αρχίσει να χτίζεται και να ενισχύει τη συνεκτικότητά του επί του αφηγήματος του «δημοκρατικού» και «ελεύθερου» κόσμου, ο οποίος αντιμάχεται την καταπίεση, τον απολυταρχισμό και οτιδήποτε δεν συνάδει με το πρότυπο της Δυτικού τύπου κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Συνεπώς, η ένταξη της Τουρκίας στην Ατλαντική Συμμαχία προϋπέθετε έναν έστω τύποις εκδημοκρατισμό, υπό την πίεση και των –ευαισθητοποιημένων σε αυτά τα ζητήματα– σκανδιναβικών κρατών, τα οποία ήταν ήδη ευθυγραμμισμένα με τις ΗΠΑ.

Ο Μεντερές λοιπόν αναδύθηκε μέσω αυτής της μετάβασης της Τουρκίας προς μια –κατά τα λοιπά– σαθρής «δημοκρατίας».

Αν και η ρητορική του, κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40 και πριν αναλάβει τα ηνία της εξουσίας, ταυτίστηκε με την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, η πρακτική του ως πρωθυπουργού ήταν να χειραγωγεί τον Τύπο, τη γραφειοκρατία, τη δικαιοσύνη και την εκπαίδευση κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον των κεμαλιστών.

Δίνοντας έμφαση στην επαναφορά ισλαμικών πτυχών της δημόσιας ζωής, ο Μεντερές έκανε την αρχή σε μια διαδικασία επανένταξης του Ισλάμ στη δημόσια σφαίρα, η οποία θα απέληγε το 1980-1982 στην εμφάνιση της λεγόμενης «τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης». Παρά τις διακοπές και τις επεμβάσεις του στρατού στο μεσοδιάστημα, η πορεία παρείσφρησης του Ισλάμ ήταν σε γενικές γραμμές ανοδική και αιτιολογεί την έως και σήμερα δεσποτική παρουσία του πολιτικού Ισλάμ διά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Κατά τη δεκαετία του 1950, η κρατικά εποπτευόμενη ισλαμική εκπαίδευση στις τρεις διαστάσεις της (ανώτατες θεολογικές σχολές, κορανικά σχολεία και σχολεία για εφημέριους και κατηχητές) γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση, και τελικώς, παρά την εκτέλεση του Μεντερές, άνοιξε το δρόμο στην ανάδυση της «εξισλαμισμένης Άκρας Δεξιάς» του Τουρκές τη δεκαετία του 1960, και εντέλει στην κατάθεση μιας πρότασης εθνικού ιδεώδους με θρησκευτική νομιμοποίηση.

Η πτώση του Μεντερές επήλθε μετά το πραξικόπημα το οποίο έφερε στην εξουσία τον Τζεμάλ Γκιουρσέλ, το 1960, αλλά η ουσιαστική φθορά του είχε ξεκινήσει μετά το 1955 όταν ο υψηλός πληθωρισμός και η επιδείνωση βασικών δεικτών της οικονομίας οδήγησαν σε απώλεια του λαϊκού ερείσματος του Δημοκρατικού Κόμματος, και ως εκ τούτου η αποστολή του στρατού καθίστατο ιδιαιτέρως πιο εύκολη.