Τα μάτια που βλέπουν

Το βιβλίο Λύτρον λύπης του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή. Ο Άγγελος κι η Βασιλική βάλθηκαν να ξεπεράσουν στις γραφικές τέχνες τη μητέρα τους τη Χρυσάνθη και τον πατέρα τους τον κυρ-Θανάση τον Αλτιντζή που αποσύρθηκε φημισμένος ως καλλιτέχνης τυπογράφος. Τέτοιο τύπωμα, αντάξιο της ποιότητας του, άξιζε ο πρόσφατος πνευματικός καρπός του Κοσματόπουλου.

Ένα βιβλίο, βλέπετε, μπορεί να είναι πολύ όμορφο και ως αντικείμενο, άμα φτιαχτεί με τέχνη, αγάπη, μεράκι και προσοχή στην πάσα λεπτομέρεια.

Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί ένας πίνακας της σπουδαίας ζωγράφου Όλγας Σταυρίδου (1948-2015), συζύγου του Κοσματόπουλου. Απεικονίζεται νεκρή φύση με ρόδια, άνθη κι ένα ψάθινο καλάθι. Όπως σε όλα τα έργα της ζωγράφου, οι πινελιές κι οι αποχρώσεις συνυφαίνονται αρμονικά στο σύνολό τους. Ο θεατής ακόμα κι όταν προσπαθήσει να επικεντρωθεί σε κάποιες λεπτομέρειες ή περιοχές, αδυνατεί να ξεφύγει από μια γόνιμη, ταυτόχρονη –αδιάκοπη και αδιάσπαστη– θεώρηση και αίσθηση του όλου πίνακα. Τα έργα της καθαυτά επιβάλλουν στον θεατή να τα κοιτά υποχρεωτικώς εποπτικά και με μια ασυνήθιστη, διαφορετική ματιά που δημιουργεί μια εσωτερική γαλήνη.

Φαίνεται ότι αυτή η ματιά είναι απαραίτητη για την πρόσληψη –έστω και υποσυνείδητα– των κρυφών μορφών που αδιόρατα ενσωματώνονται σε εν τω βάθει επίπεδα. Ένα αραχνοΰφαντο εγκόλπιο με την Παναγιά βρεφοκρατούσα εδώ, ένας άγγελος παρακεί. Παραπέρα, μια μορφή κάποιου Αγίου∙ ιεροπρεπής, αμυδρή και δυσδιάκριτη στις πρώτες ματιές, είναι σαν να κρατά ένα από τα καταφανώς εικονιζόμενα ρόδια στο χέρι του και να σ’ το προσφέρει. Τόσο ζωντανή είναι ακόμα κι η «νεκρά φύσις» της Όλγας Σταυρίδου.

Αυτή η ζωγραφική αποπνέει μυστικά, διακριτικά και με μια λεπτή τρυφερότητα το ορθόδοξο ησυχαστικό φρόνημα.

Γι’ αυτό, η αισθητική του βιβλίου και το έργο που κοσμεί το εξώφυλλο συνταιριάζουν απόλυτα με το περιεχόμενό του. Μετά το Αναγνωστικό των Ευαγγελίων (εκδ. Πατάκης, 2017) ο Κοσματόπουλος καταπιάνεται τώρα με τον Απόστολο Παύλο και τις επιστολές του. Επιβεβαιώνεται έτσι αυτό που κάποτε μας είπε: «εγώ βρε παιδιά ξεβράστηκα στα Ευαγγέλια». Η ειλικρίνεια αυτής της παραδοχής αποπνέει τη στάση της μετάνοιας δύο γιγάντων της ευλογημένης πίστης μας: του Προφητάνακτα Δαυίδ και του Αποστόλου Παύλου. Δεν είναι τυχαίο ότι από τους λόγους αυτών των δύο πλουτίζονται κατεξοχήν τα λειτουργικά κείμενα των ακολουθιών της Εκκλησίας μας. Η μετάνοια οδηγεί στην ταπείνωση, η οποία ελκύει την Χάρη του Χριστού και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Αλλοιώνεται τότε η γραφίδα κι άνθρωπος γράφει του Θεού πράγματα που ξεπερνούν τελείως τον ίδιο ως συγγραφέα.

Αυτό, βέβαια, δεν επιτυγχάνεται αβρόχοις ποσίν. Πρέπει να καλλιεργηθεί κανείς μέσα από θλίψεις, πειρασμούς, πόνους και στερήσεις και –αντί να σκληρύνει και να γίνει κανένα αχόρταγο τέρας– να ευαισθητοποιηθεί. Να δει τον εαυτό του και τον πλησίον άνθρωπο με άλλο μάτι, για να γευτεί ύστερα τους καρπούς των άκτιστων ενεργειών του Τριαδικού μας Θεού. Αυτό είναι το «Λύτρον λύπης» που πρέπει να πληρώσει κανείς, για να βιώσει την ελευθερία της Ανάστασης. Γι’ αυτό και το συγκεκριμένο βιβλίο πήρε τον τίτλο Λύτρον λύπης και τον υπότιτλο «Ο Απόστολος Παύλος και οι Επιστολές του».

Ο τίτλος, βέβαια, είναι παρμένος από τον Κανόνα της Αναστάσεως του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού. Έτσι αποκαλεί μεταφορικά ο Άγιος το Πάσχα. Πράγματι, με το λύτρο του αίματος που πλήρωσε ο Κύριος μας στο Σταυρό εξαγόρασε την ελευθερία μας από την δουλεία της φθοράς και του θανάτου. Απόλυτα ταιριαστός ο τίτλος όταν μιλά κανείς για τον Απόστολο Παύλο και το κατεξοχήν αναστάσιμο κήρυγμά του στην Οικουμένη. Ταιριαστός, όμως, και για την πορεία του Κοσματόπουλου στη ζωή και στη λογοτεχνία.

Εάν δεν πλήρωνε κι ο ίδιος τέτοιο λύτρο, πώς θα ήταν δυνατό να προσεγγίσει τον Απόστολο Παύλο, δηλαδή τον Χριστό;

Γι’ αυτό, το βιβλίο από την πρώτη μέχρι την τελευταία γραμμή είναι μια πτήση σε νοήματα ουράνια. Κι εκεί που νομίζεις διαβάζοντας ότι πετάς ήδη πολύ ψηλά, συχνά-πυκνά εκτοξεύεσαι ακόμα ψηλότερα. Ο συγγραφέας μάς καλεί να γίνουμε μιμητές του Παύλου που είναι μιμητής του Χριστού. Η λογοτεχνία στο απόγειό της, καθώς φωτίζει τα ουράνια παραγγέλματα της απάρνησης του εαυτού και των σύγχρονων εκδοχών της ειδωλολατρίας και λαμπρύνει το μετά Χριστόν και διά Χριστόν αίτημα της εκζήτησης της Χάριτος αντί του νόμου. Διδάσκει την αγάπη της ελευθερίας και προτείνει την ελευθερία της αγάπης. Προβάλλει την εγκατάλειψη του εξουσιαστικού και την εγκόλπωση του ησυχαστικού φρονήματος. Μεταδίδει τη χαρά και την ειρήνη της Ανάστασης και προκρίνει την αναζήτηση της άκτιστης Εκκλησίας του Χριστού μέσα στην κτιστή.

Λογοτεχνία που εξηγεί πως «Ο Παύλος μάς καλεί σε ένα διαφορετικό περιεχόμενο ζωής, καθώς τούτο το περιεχόμενο είναι η ζωή του αναστάντος Χριστού, μακριά από απατηλές και φαύλες επιθυμίες που αναπαράγονται συνεχώς αφήνοντας τον άνθρωπο σκοτισμένο και άδειο.». Που μας προτρέπει ν’ αποκτήσουμε «τα μάτια που βλέπουν διαφορετικά τον κόσμο, όχι ως πεδίο ενάσκησης και έκφρασης του κακού, αλλά ως πλάση αγιασμένη από τον Θεό, ώστε το άτομο να γίνει πρόσωπο, όψη στραμμένη προς την όψη του άλλου, όπως ο Λόγος είναι προς τον Θεό».