30 Ιούλιος 2020, 17:46 - Τελευταία Ενημέρωση: 30 Ιούλιος 2020, 17:02

Μαθαίνω ποντιακά: Γνωρίζετε τι σημαίνει «βουράζω»;

  • Μαθαίνω ποντιακά: Γνωρίζετε τι σημαίνει «βουράζω»;

Βουράζω και βουράζω, και βουράσκομαι ή βουράγουμαι, βουράχνουμαι ή και βουράχκομαι, αναλόγως την περιοχή. Το ρήμα προέρχεται από το ουσιαστικό βούρα, που κατά το Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου είναι «Η κοιλότης της χειρός, δραξ», δηλαδή η χούφτα, και συνεκδοχικά η ποσότητα που που χωράει μέσα σε μια χούφτα.

Φράσεις που παραθέτει επεξηγηματικά ο Άνθιμος Παπαδόπουλος: Εβουράστεν τα μαλλία μ’ (με άρπαξε από τα μαλλιά της κεφαλής), Εβούρασα το ξύλο.

Και για τη βούρα: Μέσα έναν βούραν (για πολύ λεπτή μέση), Δίγω με τα βούρας (παρέχω αφειδώς), Έναν βούραν άλας (μια χούφτα αλάτι).

  • Βρείτε, μάθετε και διαδώστε την έννοια ακόμα περισσότερων ποντιακών λέξεων και φράσεων στο λεξικό του pontos-news.gr.