Των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων (Μέρος Γ΄)

Διαβάστε το Α΄ Μέρος εδώ και το Β΄ Μέρος εδώ.

ια΄. Του κάκου ισχυρίζονται οι ανόητοι και λένε πως ο κακούργος διάβολος τα μέλλοντα
     [γνωρίζει.
Μάταια γελιέσαι, ω άνθρωπε, και βρίσκεσαι σε πλάνη.
Δες τι κατάληξη έχουνε τα έργα των ανθρώπων∙ κάτσε και παρατήρησε καλά την έκβασή
     [τους.
Αυτό και μόνο είν’ αρκετό καλά να σ’ το διδάξει: απ’ όσα μέλλουν να συμβούν, χαμπάρι αυτός
     [δεν έχει.
Τη μετά θάνατο ζωή οι άγιοι καρπωθήκαν. Λες άμα το προγνώριζε αυτό ο καταραμένος,
τους αθλοφόρους να ’σπευδε έτσι να τους σκοτώσει; Τ’ άρεσε λες που κέρδισαν αιώνια ζωή;
Αν πράγματι το μάντευε πως έτσι θα τους στείλει ευθεία στον παράδεισο,
σιγά να μην τους έσφαζε! Αφού τ’ αντίθετο ποθεί, κι ειν’ η σπουδή του όλη
να κλείσει τον Παράδεισο για όλους τους ανθρώπους.
Γι’ αυτό, καθώς συντρίψατε τ’ άνομο θέλημά του και την κακή του τη βουλή, άξιοι μάρτυρες
     [μας,
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

ιβ΄. Άραγε ποιο από τα δυο λες προτιμά ο Βελίαρ:
να βλέπει τον Πρωτόπλαστο
να στέκεται μονήρης του Παραδείσου κάτοικος;
ή μήπως –καλή ώρα– να βλέπει πλήθος τους πιστούς προς κατά κει να πάνε;
Αλλ’ όπως ήδη είπαμε, προόραση δεν έχει.
Θα προτιμούσε τον Αδάμ να μην είχε γελάσει,
παρά να βλέπει τον ληστή –κείνον τον σταυρωμένο– να στέκει τώρα ένδοξα του Παραδείσου
     [πρώτος.
Πιότερο θα του άρεσε ο Κάιν δίχα φόνου, παρά ο Τελώνης που ’ρχεται τώρα στα συγκαλά
     [του.
Τον Σολομώντα θ’ άφηνε αυτός σε ησυχία, αρκεί αμετανόητη να είχε μείνει η Πόρνη.
Αυτά πώς δεν τα ήξερε, αν όλα τα γνωρίζει;
Πώς έτυχε στον δόλιο του τόσα να του διαφύγουν
κι έτσι απ’ τη ρίζα του Αδάμ πιστοί Χριστού να βγαίνουν∙ κι αυτός να αναγκάζεται τώρα να
     [τους προσπέφτει, στα γόνατα να οδύρεται και να βροντοφωνάζει:
«ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι».

ιγ΄. Νύχτα είν’ ο μαύρος διάολος, έτσ’ είναι καμωμένος, και φως να ρίξει δεν μπορεί σ’ όσα
     [είναι να συμβούνε.
Απώθησέ τον άνθρωπε, διώξε τον μακριά σου.
Ο Καρδιογνώστης ένας είν’, Αυτόν θε να γνωρίσεις∙ και Τούτον μόν’ να προσκυνάς, Τον εύσπλαχνο Θεό μας.
Γιατί οι κακές οι συντροφιές μπορούν να σου διαβρώσουν κάθε καλό μες στην ψυχή κι
     [όλες τις αρετές σου –
το γράφει κι ο Απόστολος μες στις επιστολές του.
Στα κούφια λόγια τα στεγνά της ψεύτικης σοφίας ποτέ μην επανέρχεσαι, μην τα
     [ανακυκλώνεις.
Τ’ αυτιά μας να βουλώνουμε, όταν λόγια μας λένε που όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις Χριστό
     [στο νόημά τους.
Τους αθλοφόρους μάρτυρες να ’χουμε ως πρότυπά μας,
αυτούς που ο άτιμος εχθρός –στην ιστορία που λέμε–
με λόγια κι έργα φοβερά δεν μπόρεσε να πείσει∙ και ύστερα απόκαμε κι άρχισε να κραυγάζει:
«ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι».

ιδ΄. Στ’ αλήθεια ξεπεράσατε τ’ ανθρώπινα τα μέτρα,
κι ας είχατε το σώμα εσείς που κι ο καθένας έχει.
Τα σιδερένια όργανα που ’χουνε καμωμένα οι άκαρδοι βασανιστές να δίνουν τιμωρία εσείς
     [τ’ αντιπαρήλθατε.
Φωτιά, βασανιστήρια, το τάνυσμα των άκρων, με γρανιτένια υπομονή αντέξατ’ Άγιοί μας.
Αλλά μια τέτοια δύναμη άνθρωπος δεν κατέχει. Ούτε κι εσείς την είχατε∙ την πήρατε απ’
     [Εκείνον που το ’χει πει ξεκάθαρα:
«Πάντα είμαι μαζί σας».
Αλλά και τ’ άλλο έχει πει: «Ποτέ να μην αγχώνεστε και να μην μεριμνάτε πώς θα σταθείτε αν
     [χρειαστεί και τι λόγια θα πείτε.
Εγώ ο ίδιος θα μιλώ μέσ’ από την καρδιά σας, και το δικό σας φρόνημα Εγώ θε ν’ ατσαλώνω».
Αυτόν, λοιπόν, σαν βλέπατε να ’ναι ανάμεσά σας, στέρεα να σας καθοδηγεί πά’ στα μαρτύριά
     [σας, όπως οι έμπειροι αθλητές που είν’ και πολυνίκες,
στην πάλη κατισχύσατε∙ τον Σατανά τον άδικο σωριάσατε στο χώμα κι
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

ιε΄. Στα παγωμένα τα νερά δώσανε τιμωρία και μάτωσαν τους Άγιους – κοκκίνησε η λίμνη.
Δεν ξέραν οι ανόητοι, δεν πήγε το μυαλό τους∙ αγίασμα μας έφτιαξαν να πάρουμε κοντά μας,
     [κι αν τύχει και μας χρειαστεί, να βρούμε τη γιατρειά μας.
Τα άγια σας τα σώματα μες στη φωτιά τα ρίξαν∙
που να ’ξεραν πως και μ’ αυτό δόξα πολλή σάς δώσαν.
Κι έτσι οι φονιάδες μένουνε ντροπή της ιστορίας
κι οι φονεμένοι καύχημα λαμπρό μες στους αιώνες.
Όσοι με λύσσα στράφηκαν κατά των αθλοφόρων, άξιοι είναι χλευασμού και κάθε
     [περιφρόνιας.
Γιατί οι Άγιοι ζωντανοί μετά το θάνατό τους, μπρος στην ψυχή κάθε πιστού άγρυπνα τώρα
     [στέκουν∙ και μας φρουρούν απ’ το κακό κι όλους μας παραστέκουν.
Κοιτάζοντας τον τάφο τους, τους βλέπουμε καθάρια σε θάλαμο βασιλικό κάποιας μονής
     [ουράνιας να στέκονται ολόφωτοι και τους παρακαλάμε:
«Λύστε κι εμάς απ’ τα δεσμά, όπως και τα δικά σας Άγιοι τα συντρίψατε,
κι ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

ιϛ΄. Σαν κολυμβήθρα έγινε για τους Αγίους η λίμνη∙ του μαρτυρίου βάπτισμα που πλένει –καθαρίζει– ό,τι λεκέδες άφησαν τα σφάλματα του βίου.
Γιατί εκεί όπως στάθηκαν
βρήκαν την αφθαρσία, και τον εχθρό συντρίβοντας
φωτίσθηκαν με Πνεύμα.
Έβλεπαν κάτι στέμματα κάποιοι να μεταφέρουν απ’ τα ουράνια ερχόμενοι∙
κι όπως υποψιάζονταν πως ήτανε δικά τους, πολύ κουράγιο έπαιρναν.
Αλλά αυτός που άρπαξε άλλοτε τον Ιούδα και τώρα έναν έκλεψε και λάφυρο τον παίρνει,
κι απ’ των Αγίων το χορό τούτον τον ξεχωρίζει∙ μ’ αντάλλαγμα ένα λουτρό ζεστό για να
     [γλιτώσει του ψύχους το μαρτύριο, έτσι τον παρασέρνει.
Όμως η Χάρις του Θεού στέλνει αντικαταστάτη, κι αμέσως άλλος έρχεται στη θέση  
     [του καημένου που απ’ το μαρτύριο λύγισε και έχασε το στέμμα.
Κι όπως αυτός προσέρχεται, ακούγεται η Χάρις να επαινεί τους μάρτυρες και τούτο να τους
     [λέει: «Την πίστη σας κρατήσατε σταθήκατε γενναίοι
κι ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι».

ιζ΄. Όλα τα πάθη νίκησε εκείνη η μητέρα σκώνοντας
κειον που γέννησε κι αυτός ψυχορραγούσε.
Ότι όλ’ οι άλλοι πρόλαβαν
τα έπαθλα να πάρουν της ατελεύτητης ζωής
κι είν’ στον Χριστό αντάμα.
Τον γιο της όπως θώραγε ακόμα ν’ ανασαίνει, σε δάκρυα αναλύθηκε και δυνατά φωνάζει:
«Όπως παλιά σε γέννησα μ’ ωδίνες και με πόνο, έτσι και τώρα στην κοιλιά νομίζω σε
     [βαστάζω.
Στους ώμους μου τώρα εγώ θε να σε μεταφέρω∙ κι η πλάτη μ’ ας λογαριαστεί ωσάν δεύτερη
     [μήτρα.
Πρόφτασ’ αυτούς που πρόλαβαν, στάσου απάν’ στο θρόνο.
Σε περιμένει ο Χριστός.
Μη γελαστείς παιδάκι μου, παιδί μου μη γελιέσαι, χάρη σ’ αυτήν την πίστη μας
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι».

ιη΄. Ήλιε που δύση δεν θα δεις, Ήλιε μου που δεν σβήνεις, Συ που του πλάσματός Σου ο νους δεν
     [φτάνει να νοήσει,
που λάμπεις πά’ στους μάρτυρες και μ’ Άγιο φως τους λούζεις,
λάμψε κι απάνω στην ψυχή μ’, με φως καταύγασέ την.
Ικέτης Σου είμαι ταπεινός, θερμοπαρακαλώ Σε, καλώντας ως μεσίτρια κυρά την Παναγία,
τη μάνα που σε γέννησε άφθαρτα εν παρθενία.
Με των Αγίων τα αίματα τ’ άγια αγίασέ μας, για να ’μαστε συμμέτοχοι της Χάρης που τους
     [δίνεις,
γιατί εκούσια διάλεξαν να πάνε στη σφαγή τους και στο δικό Σου τ’ όνομα τον Χάρο
     [ν’ απαντήσουν.
Όλοι εδώ που είμαστε σήμερα μαζεμένοι, μια ποίμνη που Σ’ ευαρεστεί θέλουμε να
     [ειπωθούμε∙ αυθεντική ευσέβεια κι ακρίβεια στην πίστη ευχόμαστε να μας δοθεί κι έτσι
     [να στηριχτούμε∙
τη μνήμη των Αγίων Σου, για να δοξολογούμε
κι έτσι να λυτρωνόμαστε από τις τόσες θλίψεις.
Γιατί σ’ αυτούς φωνάζουμε και τους επευφημούμε: «Αφού Χριστό αγαπήσατε πιότερο απ’
     [τον κόσμο,
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι».