27 Ιούνιος 2020, 08:33 - Τελευταία Ενημέρωση: 27 Ιούνιος 2020, 08:03

Το τηλεφώνημα Μητσοτάκη-Ερντογάν «σπάει τον πάγο», λέει η Αθήνα

  • Το τηλεφώνημα Μητσοτάκη-Ερντογάν «σπάει τον πάγο», λέει η Αθήνα
    (Φωτ.: Γραφείο Τύπου Πρωθυπουργού / Δημήτρης Παπαμήτσος)

Μπορεί στην επίσημη ανακοίνωση του Μαξίμου σχετικά με την τηλεφωνική επικοινωνία του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να… απουσίαζαν τα καυτά θέματα της Ανατολικής Μεσογείου, του Έβρου και των προκλήσεων στο Αιγαίο («συμφωνήθηκε να διατηρηθούν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας» είναι το μόνο που αναφέρεται), ωστόσο κυβερνητικές πηγές εκτίμησαν ότι «σπάει ο πάγος» μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Σχετικά με το παρασκήνιο του τηλεφωνήματος, προηγήθηκαν επικοινωνίες ανάμεσα στη διπλωματική σύμβουλο του πρωθυπουργού Ελένη Σουρανή και τον εκπρόσωπο της τουρκικής Προεδρίας Ιμπραήμ Καλίν, που γνωρίζονται από παλιά και έχουν διατηρήσει διπλωματικές επαφές.

Η τελευταία συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν είχε γίνει τον περασμένο Δεκέμβριο στο Λονδίνο, στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ, στη σκιά της υπογραφής του συμφώνου με τη Λιβύη για τις θαλάσσιες ζώνες. Εκείνη η συνάντηση δεν είχε κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθησε ένα ακόμα τηλεφώνημα συμπαράστασης μετά το σεισμό στην Τουρκία, στα τέλη Ιανουαρίου, και έκτοτε δεν υπήρξε καμία άλλη επικοινωνία υψηλού επιπέδου, ούτε και κατά τη διάρκεια της κρίσης στα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Οι πηγές του Μαξίμου επιβεβαίωσαν ότι στο χθεσινό τηλεφώνημα τα «ζητήματα υψηλής πολιτικής» ετέθησαν μόνο ακροθιγώς, και ότι κυριάρχησαν μόνο θέματα «χαμηλής πολιτικής», όπως αυτό του κορονοϊού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός φέρεται να είπε στον Τούρκο πρόεδρο ότι η χώρα ακολουθεί την κοινή πολιτική της ΕΕ, αλλά δεν είναι αντίθετη στο ενδεχόμενο να περιληφθεί η Τουρκία, όπως και άλλα βαλκανικά κράτη, στις τρίτες χώρες, με τις οποίες θα ανοίξουν τα ευρωπαϊκά σύνορα.

Και ενώ συνεργάτες του πρωθυπουργού δεν αποκλείουν να υπάρξει νέα επικοινωνία το επόμενο διάστημα, υπογραμμίζοντας ότι «διπλωματία και συνεννόηση με σπασμένους διαύλους επικοινωνίας δεν μπορεί να υπάρξει», εντούτοις διευκρινίζουν ότι αυτή η συνεννόηση δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση «εκπτώσεις στα εθνικά συμφέροντα της χώρας».