Αργά και βασανιστικά εκεί που θέλει η Τουρκία

«Ρυθμική διπλωματία» ονόμαζε ο Αχμέτ Νταβούτογλου αυτό που σήμερα κάνει η Τουρκία. Αναζητά παράθυρα ευκαιρίας, αναμένει την ευνοϊκή συγκυρία και συμπράττει άλλοτε με τις ΗΠΑ άλλοτε με τη Ρωσία, ενώ άλλες φορές αφήνει να διαρρεύσουν πληροφορίες για προσέγγιση με το Ισραήλ ή και… διαλλακτικότητα έναντι της Ελλάδας.

Μοναδικός σταθερός άξονας είναι η εξυπηρέτηση του τουρκικού εθνικού συμφέροντος, όπως αυτό διατυπώνεται μέσω των νεοοθωμανικών προταγμάτων.

Στην πραγματικότητα, η Τουρκία λαμβάνει ελάχιστα ρίσκα και προχωρά μόνο όταν είναι βέβαιη ότι μπορεί. Το 2013 δημοσιοποίησε την πρόθεσή της να αγοράσει κινεζικά πυραυλικά συστήματα αξίας 3,4 δισ. δολαρίων εγείροντας την αντίδραση των ΗΠΑ, η σφοδρότητα της οποίας την οδήγησε στην ανάκληση της απόφασης εξαγοράς το 2015. Για την αμερικανική γραφειοκρατία είναι ξεκάθαρο ότι η κινεζική απειλή είναι η πλέον επιτακτική, και προς τούτο τα περισσότερα λόμπι προσανατολίζονται στην εξισορρόπησή της. Είτε πρόκειται για την κυβέρνηση Ομπάμα η οποία μετέφερε αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις ακόμη και στην Αυστραλία κλειδώνοντας την περίμετρο της Κίνας, είτε πρόκειται για την κυβέρνηση Τραμπ η οποία διατηρεί αυτές τις δυνάμεις ενισχύοντας παράλληλα τη ρητορική της σε επίπεδο στρατηγικής απονομιμοποίησης της Κίνας με φράσεις όπως «κινεζοϊός» αναφορικά με τον SARS-CoV-2.

Συνεπώς, η κινεζική επιλογή ήταν απλώς απαράδεκτη για τις ΗΠΑ, ανεξαρτήτως ποιος βρίσκεται στην εξουσία. Τι συμβαίνει όμως με τη ρωσική επιλογή; Οι ΗΠΑ αναζητούν το στρατηγικό πλαίσιο και τα μέσα για την εξισορρόπηση της Κίνας, και προς αυτόν το σκοπό η γραφειοκρατία είναι διχασμένη. Η Ρωσία αποτελεί έναν εχθρό ο οποίος είναι εφάμιλλος της Κίνας και δεν θέλουμε καμία διπλωματική επαφή μαζί του; Ή μήπως συνιστά έναν τρίτο παράγοντα ο οποίος ενδεχομένως να μην καταστεί σύμμαχος, αλλά η διατήρησή του σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο στην περιφερειακή κλίμακα ισχύος να εξυπηρετεί τον μείζονα σκοπό των ΗΠΑ;

Το δεύτερο ενδεχόμενο φαίνεται να ενστερνίζεται η σημερινή ηγεσία των ΗΠΑ, αλλά όχι η Γερουσία, μιας και το αμερικανικό σύστημα έχει πολλαπλά «σημεία ελέγχου» στη λήψη των αποφάσεων.

Αυτή εκλήφθη ως η ευνοϊκή συγκυρία για την Τουρκία να προωθήσει την ιδέα παραλαβής του αντιαεροπορικού συστήματος S-400, με την παύση της από το πρόγραμμα των F35 να αποτελεί ημίμετρο εν σχέσει με το τι θα είχε συμβεί σε μια άλλη χρονική συγκυρία. Αν τον Νοέμβριο εκλεγεί ο Τζο Μπάιντεν; Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ας μην κάνει σε κανέναν εντύπωση να οξυνθούν οι ρωσοτουρκικές σχέσεις και «προς επιβράβευση» να έρθει η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F35, και ενώ θα έχει ήδη παραλάβει τους S-400… Το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα είναι η διαρκής ισχυροποίηση δίχως να πέφτει «θύμα» των Συμπληγάδων των Μεγάλων Πλανητικών Δυνάμεων.

Στο περιφερειακό επίπεδο τα δεδομένα είναι διαφορετικά, μιας και οι περιφερειακές συνθήκες άνισης ανάπτυξης συμπαρασύρουν την Τουρκία προς μια συγκεκριμένη επιθετική τακτική, αλλά με το βλέμμα στην πλανητική κατανομή ισχύος, καθώς οι «μη εγκεκριμένες» ενέργειες μπορούν ανά πάσα στιγμή να την αποδομήσουν. Έτσι, φθάνει –διά της Λιβύης– να θεωρεί την Πελοπόννησο… «νησί», να συνάπτει συμφωνίες με την Τρίπολη για ΑΟΖ μόλις 6 ν.μ. νότια της Κρήτης, να πραγματοποιεί υπερπτήσεις πάνω από τον Έβρο και να εργαλειοποιεί εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες προς εξυπηρέτηση της γενικότερης στόχευσης κατατριβής της Ελλάδας.

Μετά το εν λόγω «δόγμα του σοκ», το να έρχεται ο Τσαβούσογλου μόλις πριν από λίγες μέρες και να λέει «θέλουμε διάλογο με την Ελλάδα» μπορεί να ακούγεται και σαν η μέγιστη ανατροπή.

Όμως αυτό δεν ήθελε πάντα η Τουρκία; Έναν διάλογο για τα πάντα σε διμερές επίπεδο, χωρίς κανόνες Διεθνούς Δικαίου, στο πλαίσιο του οποίου θα φθάσουμε να συζητούμε ακόμη και για την επήρεια της Εύβοιας. Μας φθάνουν, δηλαδή, σε ένα σημείο στο οποίο εντέλει θα χαρούμε επειδή θα έχουμε διατηρήσει τα αυτονόητα και θα έχουμε απεμπολήσει άλλα επίσης αυτονόητα.

Ακόμη και αν γίνει αποδεκτή η προοπτική του διαλόγου, σημασία έχουν τα εξής: 1) Να αποδεχθεί η Τουρκία τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, καθώς δίχως αυτές δεν μπορεί να υπάρξει μια κοινή γλώσσα συνεννόησης, 2) Να αναγνωρίσει την ισχύ των διεθνών συνθηκών ρητά και κατηγορηματικά, αποσύροντας τις θεωρίες περί «γκρίζων ζωνών» και περιοριζόμενη στο μοναδικό ανοιχτό ζήτημα της υφαλοκρηπίδας, 3) Να σταματήσει την εργαλειοποίηση των προσφυγικών ροών και την υποβοήθηση τζιχαντιστών να εντάσσονται σε αυτές.