Των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων (Μέρος B΄)

Διαβάστε το Α΄ Μέρος εδώ.

ε΄. Στο ύψος του δεν στέκεται, χαμαί τώρα πετιέται όχι με πάλαισμα δεινό∙ μ’ έναν δικό
    [σας λόγο.
Άλλο δεν τους χρειάστηκε, άλλο δεν χρειαζόταν στους Άγιους μας για να ειπούν, άλλο να
    [μολογήσουν, απ’ το: «είμαστ’ όλοι Χριστιανοί!».
Κι ευθύς οπού καθότανε κι ακούει αυτό τον λόγο, γκρεμίζετ’ απ’ το θρόνο του, χάνει τη
    [δύναμή του,
καθώς και πρώτα έπεσε απ’ τα ψηλά ο φαύλος και κάτω έρπει έκτοτε ο άθλιος στο χώμα.
Αυτός που βαυκαλίζονταν τη γη πως κυβερνάει, ο τόπος πια δεν τον χωρά, πού να σταθεί [δεν ξέρει.
Τους πράους ο ξεδιάντροπος, πράα τους κολακεύει,
πώς έγιν’ όμως και σ’ αυτούς που ’χει καρατομήσει, στα πόδια τους να σούρνεται ολότελα
    [ηττημένος;
Και με τα χέρια του ψηλά στη στάση του ικέτη, αυτοί να τον τσαλαπατούν κι αυτός να τους
    [φωνάζει:
«ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι».

ϛ΄. Με σαϊτιά φαρμακερή παλιά είχε πληγώσει πρώτα τον πρώτο τον Αδάμ ετούτος ο
    [πανούργος
και σαν νεκρό τον άφησε ισχνό, εξασθενημένο.
Κι αν τώρα των γενναίων μας τα σώματα χαλάει,
τις δυνατές τους τις ψυχές δεν το μπορεί να βλάψει.
Με λόγια τον Πρωτόπλαστο τον είχε ξεγελάσει κι απ’ τα ψηλά στα χαμηλά τον έπεισε να
    [πέσει,
μα τούτους δω τους μάρτυρες ούτε και με τα έργα, ούτε και με βασανιστήρια μπορεί να τους
    [κλονίσει.
Όπως εκείνον γήτεψε με κούφιες υποσχέσεις∙ έτσι και τους Αγίους μας ξεδιάντροπα τους
    [τάζει.
Θεό του είπε του Αδάμ πως τάχα θα τον κάνει∙ και τώρα και τους μάρτυρες μ’ αξιώματα
    [δολώνει.
Υπόσχεται ο άτιμος πράγματα που δεν έχει, και ως δώρα τάζει ο άθλιος κείνα που δεν κατέχει.
Αλλ’ όμως την πλεκτάνη αυτή που ’πλεξε σαν αράχνη, εσείς του την διαλύσατε κι
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

ζ΄. Με τέτοια κόλπα ο ενάντιος τον Κάιν είχ’ ερεθίσει∙ τον έβαλε και σκότωσε τον άτυχο
    [αδερφό του,
μ’ υπόσχεση πως θα γενεί όταν ο Άβελ λείψει, ολάκερου του κλήρου τους ο μόνος
    [κληρονόμος.
Κι ο ανόητος τον πίστεψε και το αίμα του φονεύει.
Τι κι αν τον Κάιν, τον Αδάμ τους πλάνεψ’ ο πανούργος; Τους Άγιους δεν κατάφερε να τους
    [παραπλανήσει.
Γιατί από δυο γνωρίσματα γνωρίσανε τον πλάνο: από το πώς υπόσχεται να δώσει εξουσία κι απ’ τους πικρούς του τους καρπούς – βάσανα, κακουχία.
Ότι αρχικά με γαλιφιές και με την κολακεία φουσκώνει πρώτα τα μυαλά μ’ αέρα και μωρία∙ κι αφού σε βρίσκει μπόσικο, σου δίνει τιμωρία.
Ω… αθλοφόροι Άγιοι, ξέρατ’ από παγίδες∙ γνωρίζατε και τα φαρμακερά τού οξαποδώ τα
    [δίχτυα.
Κι αφού από δίχτυα ξέρατε, πήγατε μοναχοί σας καλότροπ’ αγκαλιάσατε τα δίχτυα του Χριστού μας – που είν’ τ’ άγια λόγια του∙ και έτσι ασφαλισμένοι
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

η΄. Τη σύνεση του βασιλιά κείνου του Σολομώντα, ύμνησαν όλες οι στεριές κι οι θάλασσες
    [του κόσμου.
Αλλ’ ο πανούργος διάβολος τον ρίχνει στη λαγνεία∙ στομώνει τότε το μυαλό, πάει όλη η
    [σοφία∙
κι όπως αποβλακώθηκε ο βασιλιάς τελείως, τον Κύριο εγκατέλειψε, στα είδωλα θυσιάζει.
Κι όσο αυτός αρχήγευε στων ηδονών το βίο τόσο στο πνεύμα αρρώσταινε, καθώς και στην
    [ψυχή του.
Κι αν κάποτ’ ήταν ισχυρός, τώρα πεσμένος κείται.
Έτσι καθώς τον τσάκωσε σε μια του απροσεξία τον Σολομώντα ο φθονερός, τον πήρε για
    [υπηρέτη.
Τους Άγιους, παρ’ όλ’ αυτά, ψάχνει κι όλους τους βρίσκει της ευσεβείας άψογους κι εμβριθεστάτους μύστες.
Τι κι αν δυνάστες πάτησε και βασιλιά δουλώνει; Από ποδάρια ταπεινά τώρα τσαλαπατιέται.
Ζαρώνει τώρα ο φτωχός, δείχνει αυτό που είναι. Μα σεις, ίδιοι με πρίγκιπες πλούσια
    [προικισμένοι,
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

θ΄. Και βασιλείς και άρχοντες, κι ολάκερο τον κόσμο στα είδωλα να στρέφονται, αυτό είναι
    [που διδάσκει,
της γης μας τη σεμνή ομορφιά θέλει να καταστρέφει
και τ’ ουρανού το γαλανό που είν’ των ματιών το χάρμα, και τούτο το μαγάρισε κι όλο το
    [μουντζουρώνει, αφού οι θυσίες προς αυτόν λερή καπνιά σηκώνουν.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Ύψιστος σκύβει από κει πάνω∙ σκύβει τη γη καλά να ιδεί, κι αιμόφυρτη την
    [βλέπει.
Κι Εκείνος που γεννήθηκε άνωθεν πριν το χρόνο, κάτωθεν πιάνει τη ζωή ανθρώπου απ’ την
    [αρχή της,
κι έτσι ενανθρωπίζεται, Θεάνθρωπος γεννιέται, άχρονα απ’ τον Πατέρα Του, άφθορα απ’ τη
    [Μητέρα.
Δύσκολο να χωρέσ’ ο νους το μέτρο της αγάπης που ’χει ο Τριαδικός Θεός προς όλους τους
    [ανθρώπους.
Καθώς το αντιλήφθηκαν αυτό οι μάρτυρές μας, διάλεξαν οι πανάγιοι
να πάν’ προς τη σφαγή τους. Κι έτσι, αφού ποθήσατε ζωή με τον Χριστό μας,
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

ι΄. Τα είδωλα αφανίστηκαν και πάν’ όλα χαμένα
με του Χριστού τον ερχομό κάτω εδώ στη γη μας.
Απόμεινε ο διάβολος με ανοιχτό το στόμα.
Να πράξει τώρα δεν μπορεί όσα μηχανευόταν.
Κι η δύναμή του χάνεται, του λύνονται τα πόδια.
Τρέμει και συνταράζεται, ξευτελισμένος στέκει
τώρα και συλλογίζεται πως πάει προς το χαμό του.
Κι είναι ο τρόμος του διπλός: φοβάται πρώτα τον Χριστό κι ύστερα τους Αγίους.
Ακούει «Χριστός» και σύγκορμα τον διαπερνάνε ρίγη∙ κι όταν ακούει «μάρτυρες» ζαρώνει
    [τρομαγμένος.
Το ξύλο τ’ άγιο του Σταυρού ούτε να ιδεί τολμάει,
και σε μαρτύρων μνήματα
το βλέμμα του σαν πέσει, τρέμει από το φόβο του και σκούζει πατημένος:
«ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι».