Των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων (Μέρος Α΄)

Για να βρούμε λίγη ανάπαυση και δροσιά και παρηγοριά, ας ξαναπιάσουμε τον Άγιο Ρωμανό τον Μελωδό. Πιάνω, λοιπόν, να αποδώσω στη σημερινή εκδοχή της γλώσσας μας, άλλο ένα από τα εξαίσια κοντάκιά του που ’ναι γραμμένο σε τρία προοίμια και δεκαοχτώ οίκους.

Ο Θεός βοηθός, ότι το εγχείρημα είναι δύσκολο…

Προοίμιο 1ο
Το παγωμένο το νερό χτυπάει τη σάρκα των βροτών σαν του σπαθιού την κόψη∙ κι όμως,
     [κι αυτό δεν μπόρεσε να σας αποθαρρύνει.
Χιτώνες σεις αόρατους είχατε φορεμένους, κείνους που οι φλόγες του Θεού περίτεχνα
     [υφαίνουν.
Έτσι, με άφοβη καρδιά, Άγιοι μάρτυρές μας,
έτσι παραταχθήκατε έτοιμοι για τη μάχη απέναντι στον παγετό, στο κοφτερό το κρύο.
Κι όπως καλοδεχόσασταν θείου φωτός ακτίνες που απ’ τα ύψη τ’ ουρανού πάνω σας
      [κατεβαίναν,
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

Προοίμιο 2ο
Όλα όσα μηχανεύεται ο άνθρωπος ο ξύπνιος, το λατρευτό σαρκίο του για να το προστατεύει,
     [όλα τα απορρίψατε.
Κι έτσι γυμνοί προσήλθατε καταμεσής της λίμνης.
Τα παγωμένα τα νερά σαν μέγγενη σας σφίγγαν, μα είχατε την πίστη σας για να σας
     [περιθάλπει.
Αφού λοιπόν περάσατε από φωτιά και πάγο, επάξια ανταμειφθήκατε απ’ τον καλό Θεό μας:
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

Προοίμιο 3ο
Το παγωμένο το νερό που ’ν’ πά’ στ’ ανθρώπου το κορμί σαν του σπαθιού την κόψη, Άγιοι,
     [δεν σας πτόησε.
Σας έριξαν και μπαίνατε στην παγωμένη λίμνη – πρόθυμα, λες θα παίρνατε μονάχοι το λουτρό
     [σας.
Γενναία υπομείνατε μαρτύρια σκαρφισμένα μέσα στα άρρωστα μυαλά εκείνων των
     [τυράννων.
Και τώρα, πάνω αγάλλονται οι ουράνιες Δυνάμεις.
Δω κάτω πάλι ολάκερο τ’ ανθρώπινο το γένος το βλέπει με ευχαρίστηση και με χαρά αντάμα:
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

Οίκοι
α΄. Τα Πάθη και τα θαύματα και τον εκούσιο θάνατο του Ιησού τα ξέραν∙ βάση δώσαν
     [οι μάρτυρες,
φιλότιμα το πήραν κι έσπευσαν σ’ ανταπόδοση∙ τα Πάθη με παθήματα και τη θανή αντάμα
     [με θάνατο μαρτυρικό σκέφτηκαν ν’ αντιδώσουν και τέτοια λόγια έλεγαν:
«Αν έπαθε όσα έπαθε ο ολωσδιόλου αθώος, σκέψου εμείς που είμαστε με λάθη φορτωμένοι∙
για σκέψου, ο Αναμάρτητος να σταυρωθεί το στέργει…
Κι εμείς… που απ’ την κοιλιά της μάνας μας στην αμαρτία ζούμε; Πρόθυμα στα μαρτύρια
     [τώρα θε να ριχτούμε».
Τέτοια κι άλλα παρόμοια λέγανε και καρδιώναν∙ κι έτσι, μ’ αξιοπρέπεια τον τύραννο
     [υποτάξαν.
Βάσανα δεν σας έσκιαξαν, εδραίοι μέχρι τέλους
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

β΄. Πως είναι μάταια η ζωή βάλατε στο μυαλό σας.
Σαν όνειρο απατηλό είν’ η ζωή και φεύγει,
φθαρτός είναι ο βίος μας, με τη φθορά αγαπιέται.
Κι αυτά αφού εμπεδώσατε, τα εφήμερα ξεχνάτε και στο εμπόριο ρίχνεστε των άφθαρτων
     [πραγμάτων.
Με πάρε-δώσε έξυπνο πιάσατε την καλή: τον θάνατο ανταλλάξατε μ’ αιώνια ζωή.
Το σώμα σας τ’ ανθρώπινο το είδατε ως σκάφος.
Καλά το κυβερνήσατε στη θάλασσα του βίου, μακριά από ζάλες κοσμικές – θαλασσοπνίχτες
     [ύφαλους κι ανθρωποφάγες ξέρες.
Άφοβοι εσείς σταθήκατε στη θύελλα τ’ ανέμου, το Άγιο Πνεύμα βάλατε πιστό σας τιμονιέρη.
Κάτι βυθούς τρομακτικούς π’ άφριζαν θυμωμένοι εύκολα τους γελάσατε, διαπλεύσατε
     [ακινδύνως∙
και κείνον τον πολύτιμο –που λέει– τον μαργαρίτη δεν κάτσατε στην άβυσσο να ψάχνετε εις
     [μάτην.
Του υψιπέτη σας του νου το γερακίσιο μάτι εκεί ψηλά στους ουρανούς τον είδε, όχι
     [στο χώμα∙ γι’ αυτό,
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

γ΄. Έτσι, με σιδηρά δεσμά και με δεσμοφυλάκους ντροπιάζει ο ενάντιος τους έντιμους στρατιώτες.
Νομίζει σας ατίμωσε με τόσες μαστιγώσεις.
Μα οι ύβρεις γίναν καύχημα και δόξα η ντροπή σας,
κι οι πόνοι οι σωματικοί έπαινοι και καμάρι.
Τις αλυσίδες κοίταξε και πες μου: ύβρη είδες; Δεν βλέπεις πως το δέσιμο σας έδωσε τη λύση!
Και τα βασανιστήρια; Πόσα στεφάνια φέρνουν!
Σε τίποτα δεν σφάλατε, σκληρά σας μαστιγώνουν∙ όπως βεβαίως κι ο Χριστός που τόσο τον
     [ποθείτε:
Κανέναν δεν αδίκησε, για το Σταυρό τον κρίνουν∙ κι Αυτός αδιαμαρτύρητα στο θάνατο
     [πηγαίνει.
Αυτόν, λοιπόν, σαν βλέπατε να ’ναι ανάμεσά σας, στέρεα να σας καθοδηγεί πά’ στα μαρτύριά σας,
     [όπως οι έμπειροι αθλητές που είν’ και πολυνίκες,
στην πάλη κατισχύσατε∙ και τον εχθρό τον άδικο σωριάσατε στο χώμα κι
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.

δ΄. Τα σώματά σας τα ’καψε, σκορπά τ’ αποκαΐδια ο ανελέητος εχθρός∙
κομπάζει πως χαθήκατε σε στάχτες σκορπισμένες σε θάλασσες μα και στεριές.
Μα εκείνος που συνέλεξε τα άγια τα οστά σας, πώς έγινε και γέμισε μ’ υγεία κι ευρωστία;
Κι εκείνος δα ο τυχερός π’ απόκτησε με πίστη ένα ενού σας λείψανο, πως γίνεται να ξέρει
     [ότι όλους σας σας έκανε προστάτες του για πάντα;
Πείνα και δίψα δεν μπορεί αυτόν να τον χτυπήσει, ούτε η ανέχεια κι οι ληστές μπορούν να
     [τον γυμνώσουν,
απ’ όλα τα στενόχωρα η ευχή σας τον γλιτώνει.
Τα λόγια τα φαρμακερά εχθρών δεν λογαριάζει, μαθαίνοντας από εσάς πώς να νικάει
     [τυράννους∙ σεις τον εχθρό τον άδικο γκρεμίσατε στο χώμα, κι
ως νικητές στεφθήκατε της νίκης το στεφάνι.