2 Ιούνιος 2020, 10:44 - Τελευταία Ενημέρωση: 2 Ιούνιος 2020, 10:56

Ο Μουσικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως διαφύλαξε τη γνήσια εκκλησιαστική μουσική σε ένα εχθρικό περιβάλλον

  • Ο Μουσικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως διαφύλαξε τη γνήσια εκκλησιαστική μουσική σε ένα εχθρικό περιβάλλον
    Thomas Allom: Άποψη του Πέρα (σημερινό Μπέιογλου) από το Τόπχανε (πηγή: travelogues.gr)

Ο «Μουσικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως» ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1863 στο Πέρα και ξεκίνησε τη λειτουργία του στο ενοριακό σχολείο της Παναγιάς. Οι ιδρυτές του προέρχονταν από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και επαγγελματικούς χώρους: ανήκαν αφενός στις επαγγελματικές ελίτ της Κωνσταντινούπολης, είχαν μουσική παιδεία και ενδιαφέρονταν για την προαγωγή μιας μουσικής της οποίας ο εθνικός χαρακτήρας έπρεπε να προσδιοριστεί, και αφετέρου ήταν διακεκριμένοι εκκλησιαστικοί ψάλτες, μουσικοί και διδάσκαλοι μουσικής της Κωνσταντινούπολης που μοιράζονταν τις ίδιες ανησυχίες με τα μέλη της πρώτης ομάδας. Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν μέλη με υψηλή κοινωνική θέση, όπως ο μέγας λογοθέτης του Πατριαρχείου Σταυράκης Αριστάρχης και ο τραπεζίτης Δημήτριος Πασπαλλής, καθώς και οι γιατροί Ηροκλής Βασιάδης και Ιωάννης Γαλάτης, ο δάσκαλος Γαβριήλ Σοφοκλής και ο φυσικομαθηματικός Ανδρέας Σπαθάρης.

Ανάμεσα στους εκκλησιαστικούς ψάλτες ήταν ο Γεώργιος Βιολάκης, ο Παναγιώτης Γ. Κηλτζανίδης και ο Ιωάννης Ζωγράφος.

Ο Γεώργιος Βιολάκης, ο οποίος στη συνέχεια έγινε πρωτοψάλτης της Μεγάλης Εκκλησίας τη δεκαετία του 1890, ήταν ονομαστός για τις γνώσεις του σχετικά με την ελληνορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική, αλλά και την ευρωπαϊκή. Ο Ιωάννης Ζωγράφος ήταν εκκλησιαστικός ψάλτης έμπειρος στη θεωρία και τους περίπλοκους ρυθμούς της οθωμανικής μουσικής.

Ο Παναγιώτης Κηλτζανίδης, ένας εξέχων πρωτοψάλτης στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο από το 1840 μέχρι τη δεκαετία του 1880, ήταν επίσης γνωστός για τη βαθιά του μόρφωση ως θεωρητικός της εκκλησιαστικής μουσικής. Ήδη από το 1859 είχε συντάξει μια συλλογή από τουρκικά και ελληνικά τραγούδια με τον τίτλο Καλλίφωνος Σειρήν. Αν συνυπολογίσει κανείς τη διδασκαλία του στο 5ο Πατριαρχικό Μουσικό Σχολείο (1868) και τη συγγραφή ενός θεωρητικού δοκιμίου που δημοσιεύτηκε το 1879, αλλά και ενός βιβλίου για τη θεωρία της κοσμικής μουσικής το 1881, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί ότι επρόκειτο για ένα από τα πιο ενεργά μέλη του συλλόγου.

Με δεδομένη αυτή την ισχυρή σύνθεση του συλλόγου που αποτελούνταν από εκκλησιαστικούς μουσικούς, η αναφορά του εξέχοντος Έλληνα μουσικολόγου του 19ου αιώνα Γ. Παπαδόπουλου στο σύλλογο, τον οποίο και χαρακτήριζε «Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο της Κωνσταντινούπολης», ήταν πιθανότατα δικαιολογημένη.

Επιπλέον, τα περισσότερα στοιχεία για το σύλλογο αναδεικνύουν τη σημασία που δόθηκε στην εκκλησιαστική μουσική, που ήταν ανάλογη εξάλλου με τον αριθμό των εκκλησιαστικών ψαλτών τα οποία ήταν μέλη του.

Το 1864 ο πρόεδρος του συλλόγου Δ. Πασπαλλής ανακοίνωσε ότι όλοι ανεξαιρέτως οι εκκλησιαστικοί υμνωδοί θα απαλλάσσονταν από την ετήσια συνδρομή των μελών –η μηνιαία συνεισφορά είχε οριστεί στα δέκα πιάστρα– και ότι η καθιερωμένη συνάντηση του συλλόγου θα μεταφερόταν από Σάββατο σε Κυριακή.

Το 1867 ο μουσικός σύλλογος μεταφέρθηκε στο Φανάρι –συνοικία όπου στεγαζόταν το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης– έπειτα από απόφαση της πλειονότητας των μελών του. Παρότι δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς διαλύθηκε, από τις πληροφορίες στο Μουσικόν Απάνθισμα και το βιβλίο του Γ. Παπαδόπουλου συνάγουμε ότι η οριστική διάλυσή του έγινε περίπου το 1867-1868.

  • Πηγή: Erol Merıh, «Μουσικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως», Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη.