Το τέλος της μικρής μας πόλης

Μου προκάλεσε κατάπληξη η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ ότι τρία από τα καλύτερα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και, ίσως, της Ελλάδας αποκλείστηκαν από εμφυτεύσεις διαδερμικών αορτικών βαλβίδων. Και, είναι, μόνο, τα νοσοκομεία που απαξιώθηκαν; Τα τελευταία χρόνια, καθώς είδα τα πράγματα με μια αποστασιοποιημένη, από την καθημερινότητα, ματιά διαπίστωσα πως το σύνολο της πολιτικής, οικονομικής, και κοινωνικής ηγέτιδας τάξης της χώρας έχει κάνει μια επιλογή:

Οτιδήποτε συμβεί στη χώρα θα έχει ως κέντρο του το λεκανοπέδιο της Αττικής.

Ακόμη και όταν, κάτω από την πίεση τρομερά δύσκολων περιστάσεων, η ηγετική ομάδα της χώρας, που είναι διακομματική, αναγκάστηκε να καθιερώσει κάποια προνόμια για να γίνουν επενδύσεις στη Θράκη, να βρει απασχόληση ο κόσμος και να μην εγκαταλείψει τις εστίες του, δόθηκαν παραπλήσια προνόμια στη Βοιωτία, ώστε τα αγαπημένα παιδιά του συστήματος, να βρουν καταφύγιο στην αθηναϊκή υπερορία του γειτονικού νομού. Το πρόβλημα της Θράκης είναι δευτερεύον. Αυτό ήταν το βασικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, αυτό παραμένει μέχρι και σήμερα που ο κόσμος αλλάζει αλλά στην Ελλάδα δεν γίνεται αντιληπτή καμιά αλλαγή. Όλα, πάλι, θα περιστραφούν γύρω από τις ίδιες αντιλήψεις. Αυτό το μοντέλο επιχείρησε να αμφισβητήσει, μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, μια ομάδα επιχειρηματιών της Θεσσαλονίκης αλλά απέτυχε. Το αθηναϊκό κατεστημένο αποδείχθηκε ισχυρό και με τα Μέσα Ενημέρωσης που διέθετε τους διέβαλε ακόμη και ως αποσχιστές.

Το μοντέλο ταρακούνησε λίγο τη δεκαετία του ’60 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν έγιναν και οι τελευταίες μεγάλες επενδύσεις στη Θεσσαλονίκη με την Esso Pappas, την ΕΘΥΛ κλπ. Η πόλη έχει να δει σοβαρή επένδυση από τότε.

Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης σημαίνει ένα άκρως συγκεντρωτικό εθνικό κράτος του οποίου η πρωτεύουσα λειτουργεί ως μητρόπολη μιας αποικίας.

Ό,τι συμβαίνει στη χώρα, πρέπει να εξυπηρετεί  την πρωτεύουσα. Και από αυτήν τη λογική και κίνηση θα αναπτύσσεται, όσο αναπτύσσεται, και η λοιπή χώρα. Συσσωρεύθηκε γύρω από το κέντρο της πρωτεύουσας ό,τι πιο αντιπαραγωγικό και παρασιτικό υπήρχε στη χώρα που προσπαθούσε να κερδίσει κομμάτι της πίτας ομνύοντας κομματικούς όρκους, διατεθειμένο να μπει σε μια λογική απόλυτης διαφθοράς. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας ήταν αδύνατον να δώσει οικονομική δυναμική στη χώρα. Ήταν θνησιγενής. Και, όμως, παρά το γεγονός ότι φαινόταν το αδιέξοδό του, η ιθύνουσα τάξη επέμενε σ’ αυτόν. Και συνεχίζει να επιμένει.  Επέμενε, ακόμη και όταν η κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων των Βαλκανίων ευνοούσε την ανάπτυξη ενός άλλου κέντρου, πέραν του λεκανοπεδίου. Ενώ ήταν μαθηματικώς επιβεβαιωμένο ότι η χώρα θα ευνοείτο εάν αναπτυσσόταν ένας ακόμη πόλος στο βορρά, προτιμήθηκε από την ιθύνουσα τάξη να χαθεί η ευκαιρία παρά να γίνει οποιαδήποτε αποκέντρωση πολιτικής ή οικονομικής ισχύος.

Και ενώ, λοιπόν, αυτά συνέβαιναν τη δεκαετία του ’90, νάσου και η Ευρωπαϊκή Ένωση που επέβαλε καταμερισμό εργασίας μεταξύ των κρατών μελών της με την Ελλάδα να στερείται του δικαιώματος σοβαρής εκβιομηχάνισης. Με τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν, η πίτα μίκρυνε και δεν αρκούσε ούτε για το κέντρο. Τι να περίσσευε και για την αποικία;

Η κεντρομόλος δύναμη αυξήθηκε και το σύνολο, σχεδόν, των παραγωγικών δυνάμεων συγκεντρώθηκε στο λεκανοπέδιο.

Στην πρώτη, πειραματική φάση της παγκοσμιοποίησης, στην Ελλάδα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα μεγάλο διεθνές αεροδρόμιο και επελέγη η Αθήνα. Ένα μεγάλο λιμάνι και επελέγη ο Πειραιάς. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι υπαγορευόταν από διεθνή κέντρα ότι έπρεπε να δημιουργηθεί εδημιουργείτο στην Αθήνα. Ήρθαν και οι Ολυμπιακοί και η απόσταση κέντρου και περιφέρειας έγινε ένα τεράστιο χάσμα. Όταν υπάρχει τέτοια διαφορά είναι ευνόητο πως ο ισχυρός πόλος θα προσελκύσει και τον υπόλοιπο κόσμο που έμεινε στην ελληνική περιφέρεια.

Η εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης έθεσε και άλλα ερωτήματα, όπως οι διεθνείς πόλεις στις οποίες θα έχει τη βάση της μια υπερεθνική ελίτ η οποία κινείται διαρκώς αλλά έχει τις πόλεις αυτές ως σημείο αναφοράς. Οι πόλεις αυτές θα είναι περί τις σαράντα και δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτές καμιά ελληνική. Αντιθέτως περιλαμβάνεται η Κωνσταντινούπολη.

Αν συνεχιστεί η επιλογή των παγκόσμιων πόλεων, η αθηναϊκή ιθύνουσα τάξη θα επιδιώξει, και είναι λογικό, να καταστήσει την ελληνική πρωτεύουσα μία από αυτές . Αυτό σημαίνει ότι κάθε ικμάδα που απέμεινε στην ελληνική κοινωνία πρέπει να μετακομίσει στο λεκανοπέδιο. Που σημαίνει πως πάση θυσία, ό,τι γίνεται στην Ελλάδα πρέπει να συμβαίνει στην Αθήνα. Έτσι, αρχίζει η αποδόμηση περιφερειακών θεσμών κάθε είδους που όταν αφέθηκαν να αναπτυχθούν, αναπτύχθηκαν με ιδιαίτερο δυναμισμό.

Το πρόβλημα, τώρα, είναι τι κάνουμε. Αλλά γι’ αυτό σε επόμενο άρθρο.