20 Μάιος 2020, 15:34 - Τελευταία Ενημέρωση: 20 Μάιος 2020, 15:32

Ο 104χρονος Σάββας Λώλος μιλά για τη Γενοκτονία των Ποντίων, όπως την έζησε – «Με κράτησε αγκαλιά ο Τοπάλ Οσμάν»

  • Ο 104χρονος Σάββας Λώλος μιλά για τη Γενοκτονία των Ποντίων, όπως την έζησε – «Με κράτησε αγκαλιά ο Τοπάλ Οσμάν»
    (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ)

«Ήταν να μην μείνει σπορά από μας, θα μας έσφαζαν όλους. Μας έσωσε το 1924 η Ανταλλαγή. Ο πατέρας μου όταν θα φεύγαμε μας πήγε να προσκυνήσουμε στο εκκλησάκι στο ύψωμα. Θυμάμαι είπε: “Παναγία μου, να φθάσουμε ζωντανοί στην Ελλάδα”. Φύγαμε νύχτα από το χωριό, μέσα από λαγκάδια και ρέματα για να φτάσουμε Τραπεζούντα όπου θα μπαίναμε στα καράβια».

Ο 104 ετών σήμερα Σάββας Λώλος, Πόντιος πρόσφυγας από την Πράσαρη, χωριό κοντά στην Κερασούντα, ήταν παιδί όταν έζησε τις βιαιότητες από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν – και οι μνήμες δεν ξεθώριασαν ποτέ.

Το 2020, στα βαθιά του γεράματα, το σώμα του μπορεί να τον προδίδει, αλλά όχι η ψυχή του, στην οποία είναι καταγεγραμμένες η βία, ο φόβος και ο ξεριζωμός. Η Μαίρη Τζώρα από το ΑΠΕ-ΜΠΕ τον συνάντησε στο σπίτι του στην Πρέβεζα. «Χριστοδούλου, Ηλιάδης, Παναγιωτίδης, Σαββίδης…», ο Σάββας Λώλος ήταν 7 ετών όταν έφυγε από την Πράσαρη, αλλά θυμάται ακόμα τα ονόματα των κατοίκων του χωριού, στο οποίο έμεναν μόνο ορθόδοξοι Έλληνες.

Ο ίδιος γεννήθηκε 2 Φεβρουαρίου 1917 στην εξορία, κοντά στο Ερζερούμ. Στη συνέχεια η οικογένεια επέστρεψε στο χωριό, στην ενορία του Αϊ-Βασίλη. «Πήγα μέχρι την Α’ Δημοτικού. Μετά έκλεισαν τα σχολεία. Φωτιές, κακό, εκτελέσεις. Είχα αδέλφια τον Κυριάκο και τον Δημήτρη. Τον Κυριάκο τον σκότωσαν. Ο Δημήτρης χάθηκε, χάθηκαν τα ίχνη του», λέει, και προσθέτει: «Θυμάμαι τον παπά που σκότωσαν οι Τούρκοι».

Η οικογένεια άλλαξε επίθετο στην Ελλάδα. Τον πατριάρχη τον έλεγαν Ηλία Σαββίδη – για ένα διάστημα ήταν πρόεδρος της κοινότητας. Φυγαδεύτηκε από έναν φίλο του Τούρκο, από το διπλανό χωριό, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ο Τοπάλ Οσμάν έδωσε εντολή για την εκτέλεσή του. Στη συνέχεια τον έκρυψε για 15 ημέρες στο σπίτι του.

Στις 23 Απριλίου 1919 ο λόγος που καταδίκασε τον Παναγιώτη Ερμείδη σε θάνατο
Ο Τοπάλ Οσμάν και οι τσέτες του (εικ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)

Στην αγκαλιά του Τοπάλ Οσμάν
«Ο Τοπάλ Οσμάν ερχόταν το βράδυ στο χωριό, στο σπίτι μου, μαζί με τους τσέτηδες. Ένα βράδυ, χειμώνας ήταν, το τζάκι αναμμένο, είχε 10 μαζί του, αποστολή ολόκληρη για εκτελέσεις. Εγώ ήμουν μικρός και με πήρε στην αγκαλιά του ο Τοπάλ Οσμάν, για να είμαι κοντά στη φωτιά. Εγώ δεν ήξερα τι μέρος του λόγου ήταν αυτοί, ούτε ήξερα ότι ήταν εκτελεστές των χριστιανών.

»Του είπα στα τουρκικά: “Ένα αρνί θα μου δώσεις;”, και δεν απάντησε. Τον σκούντηξα και τον ξαναρώτησα, και εκείνος απάντησε: “Θα δώσει”. Και του είπα εγώ: “Θα δώσει μην μου λες, θα σου δώσω να μου πεις”. “Σκυλόπαιδο” μου είπε και με έφτυσε μες στο στόμα.

»Αργότερα, μέρες μετά, που έψαχνε τον πατέρα μου που τον έκρυβε ο Τούρκος, πήρε τη μάνα μου για να την πνίξει στη Μαύρη Λίμνη στο Καρακόλ. Την πίεζε να αποκαλύψει πού κρυβόταν ο πατέρας μου. Είχαν φτιάξει ένα σακί από τραγόμαλλο και της έλεγαν: “Eδώ μέσα θα σε βάλουμε και θα σε ρίξουμε στη λίμνη, αν δεν μας πεις πού είναι ο άνδρας σου”. Ο νονός μου έτρεχε πίσω τους, τους παρακαλούσε. Έμενα με κρατούσαν σε ένα καλύβι. Έκλαιγα, φώναζα τη μάνα μου. Μετά ήρθε, την άφησαν».

Ανακαλώντας μνήμες
Παρά τα 104 χρόνια που τον βαραίνουν, ο Σάββας Λώλος θυμάται ακόμα την αχλαδιά στην αυλή του πατρικού του, που τα κλαδιά της ακουμπούσαν πάνω στη στέγη του σπιτιού. Αγρότες ήταν οι δικοί του, καλλιεργούσαν καλαμπόκια. Θυμάται, όμως, και τους Τούρκους να γκρεμίζουν εκκλησίες και σχολεία και να φορτώνουν τις γυναίκες με κεραμίδια δίνοντας διαταγή να τα κουβαλήσουν σε άλλα, τουρκικά χωριά. «Πολλές δεν άντεχαν, πέθαιναν στο δρόμο. Ήταν εντολή να καθαριστεί ο τόπος. Γι’ αυτό βγήκαν τα παλικάρια μας αντάρτες στα βουνά», τονίζει.

Την ημέρα του 1924 που οικογένεια εγκατέλειψε την Πράσαρη ο ίδιος θυμάται τον εαυτό του να κλαίει και να μην μπορεί να περπατήσει. Ξεκίνησαν νύχτα, και η μάνα του τον είχε πολλές φορές αγκαλιά. Από την Τραπεζούντα η οικογένεια έφτασε στην Κωνσταντινούπολη με καράβι, όπου έμεινε μία εβδομάδα. Επόμενος σταθμός το λιμάνι της Πάτρας. «Η Παναγία βοήθησε. Ήμασταν πολλές οικογένειες. Μείναμε αρκετό καιρό μέσα σε ένα τούνελ, μετά μπήκαμε σε μια παράγκα. Πήγαινα στο σχολείο με τα πόδια στον Άγιο Ανδρέα. Κάποια μέρα μάς ξαναφόρτωσαν σε καράβι, για την Κέρκυρα», διηγείται.

Και συμπληρώνει: «Μέσα στο πλοίο, 300 στοιβαγμένες οικογένειες. Έπεσε αρρώστια, τύφος, πυρετός με διάρροια. Το πλοίο έριξε άγκυρα ανοιχτά, έξω από τον Μούρτο. Εκεί πέταξαν πολλά άρρωστα παιδιά στη θάλασσα. Εμείς ήμασταν στα αμπάρια. Ο πατέρας με έκρυψε, δεν με πήραν χαμπάρι. Με έβαλε προσκέφαλο, με σκέπασε με ρούχα. Ξάπλωσαν οι γονείς μου τα κεφάλια τους πάνω σε μένα. Κοίταξαν, δεν βρήκαν κανέναν. Εγώ είχα πυρετό. Έλεγαν ότι έστελναν στον γιατρό τα άρρωστα παιδιά, και τα έριχναν στην θάλασσα.

»Ο πατέρας μου την επομένη το πρωί πήγε κλαίγοντας στον καπετάνιο και τον παρακάλεσε, λέγοντας του πως είμαι το μοναδικό παιδί του που σώθηκε. Εκείνος συγκινήθηκε. Αμέσως μετά κατέβασαν μια βάρκα, μπήκαμε μέσα 15 οικογένειες και μας έβγαλε στον Μούρτο. Έτσι ήρθαμε στην Πρέβεζα»

Σάββας Λώλος: Ήμασταν νηστικοί εξαντλημένοι. Την ψυχή μας μονάχα φέραμε στην Ελλάδα.

Δεκαετίες μετά, η κόρη του Σάββα Λώλου, Σταυρούλα, ταξίδεψε στην Πράσαρη του Πόντου έχοντας τις οδηγίες του πατέρα της για να βρει το σπίτι, που ήταν δίπλα στο ποτάμι και είχε και βελανιδιές, απέναντι από την εκκλησιά της Παναγιάς, στο ύψωμα που μοιάζει με αυγό…