Νέα δεδομένα στην «εξίσωση» Τουρκία

Στην Τουρκία συμβαίνει την περίοδο αυτή κάτι που συνέβαινε στις ΗΠΑ πριν από μερικές δεκαετίες. Τότε που οι βιομηχανίες όπλων αποτελούσαν σημαντική συνιστώσα της οικονομίας της υπερδύναμης, και θεωρούνταν υπεύθυνες για μερικούς από τους πολέμους που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ σε διάφορα σημεία του κόσμου.

Φυσικά ο κάθε πόλεμος εξυπηρετούσε και κάποιον στρατηγικό στόχο και συμφέροντα των ΗΠΑ, όμως η άποψη ότι οι βιομηχανίες όπλων ενίσχυαν την πολιτική των πολέμων, αφενός για να δοκιμάζουν τα νέα όπλα και αφετέρου για να αυξάνουν τις πωλήσεις τους, δεν ήταν εκτός λογικής και πραγματικότητας.

Από τότε που οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας για προϊόντα που δεν έχουν σχέση με την αμυντική βιομηχανία, κατέλαβαν σημαντικό μέρος στην οικονομία των ΗΠΑ, ο ρόλος των βιομηχανιών όπλων, έχασε την… αίγλη που είχε τις προηγούμενες δεκαετίες. Και αυτό, αντικατοπτρίζεται σε έναν βαθμό και στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Για παράδειγμα, η επεμβάσεις σε ξένες χώρες δεν γίνονται με στρατιωτικά πραξικοπήματα, αλλά με τις λεγόμενες «έγχρωμες επαναστάσεις», που στηρίζονται στη χρήση υψηλής τεχνολογίας.

Αυτό που έγινε τις προηγούμενες δεκαετίες στις ΗΠΑ, παρατηρείται σήμερα στην Τουρκία.

Το εμπάργκο που επέβαλαν οι ΗΠΑ στην Τουρκία, μετά την εισβολή στην Κύπρο το 1974, με πρωτοβουλία της ελληνικής ομογένειας, δημιούργησε ένα τραύμα στο στρατιωτικό κατεστημένο της Άγκυρας, το οποίο αποφάσισε να υιοθετήσει στρατηγική ανάπτυξης εθνικής αμυντικής βιομηχανίας.

Μετά από τέσσερις δεκαετίες η Τουρκία έκανε αρκετά βήματα, με αποτέλεσμα σήμερα να έχει αποκτήσει μια αμυντική βιομηχανία που ικανοποιεί σε βαθμό άνω του 55% τις ανάγκες των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων (ΤΕΔ), ενώ κάνει και εξαγωγές (2019 εξαγωγές αξίας 1,36 δισεκατομμυρίων δολαρίων).

Το πρόβλημα για την Κύπρο, την Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή, είναι ότι η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της με τόσο λίγες εξαγωγές. Άρα, ο μεγάλος «πελάτης» είναι το τουρκικό κράτος, οι ΤΕΔ, η στρατοχωροφυλακή και η αστυνομία.

Μια ιδιαιτερότητα.

Τα τελευταία χρόνια ο ίδιος ο Ερντογάν έβαλε στο «παιχνίδι» της αμυντικής βιομηχανίας και τον λεγόμενο ιδιωτικό τομέα. Δηλαδή, τον γαμπρό του και άλλους κομματικούς φίλους, οι οποίοι απέκτησαν εκ του ασφαλούς και εκ του μηδενός βιομηχανίες παραγωγής αμυντικού υλικού, εξασφαλίζοντας μερίδιο από την αγορά, με κύριο πελάτη το κράτος που είναι και καλοπληρωτής.

Γιατί αποτελεί πρόβλημα αυτό για την περιοχή.

Γιατί αυτή η κάστα πολιτικών και επιχειρηματιών που έχει δραστηριοποιηθεί στο «παιχνίδι με τα όπλα», τρέφεται με τους πολέμους.

Δεν θα πρέπει δε να θεωρηθεί υπερβολή η άποψη ότι πίσω από την εμπλοκή της Τουρκίας στους πολέμους στη Συρία, την Υεμένη και τη Λιβύη, κρύβονται τα μέλη αυτής της «κάστας του πολέμου», χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει και το στρατηγικό σχέδιο της Τουρκίας, στο οποίο εντάσσεται και αποκτά εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση η εμπλοκή της Τουρκίας σ’ αυτούς.

Θεωρώ ότι στην ανάλυσή μας, από τούδε και στο εξής, θα πρέπει να βάλουμε και αυτόν τον παράγοντα, αφού όσο περισσότερα μέτωπα ανοίγει ο Ερντογάν, τόσο περισσότερα δολάρια μπαίνουν στις τσέπες της οικογένειας και της «κάστας του πολέμου».

Στο θέμα θα επανέλθουμε, όμως πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η κατάσταση έχει ενισχύσει τα πιο συντηρητικά και σοβινιστικά στοιχεία του τουρκικού κράτους και του τουρκικού πολιτικού κατεστημένου.

Αυτό το κατεστημένο ώθησε την Τουρκία στο βάλτο της Συρίας, αυτό το κατεστημένο την έσυρε στην περιπέτεια της Λιβύης, στην υπογραφή της καταστροφικής για την Ελλάδα τουρκολυβικής συμφωνίας, στην υιοθέτηση του δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας και της ευθείας διεκδίκησης ακόμα και της Κρήτης, αυτό το κατεστημένο επιτίθεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη, με γελοίες κατηγορίες, που όμως τον στοχοποιούν.

Και μια που μιλήσαμε για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, η Ελλάδα και η ελλαδική κοινωνία θα πρέπει να δείξει τον δέοντα σεβασμό στον αρχαιότερο θεσμό της ανθρωπότητας αλλά και στο πρόσωπο που τον υπηρετεί με πίστη και αφοσίωση, από το 1991, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Η επίθεση στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη από τα σοβινιστικά ρατσιστικά κέντρα του τουρκικού κράτους, που δεν χόρτασαν αίμα με τις γενοκτονίες των Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων και Κούρδων αλεβιτών του Ντερσίμ, δεν είναι εσωτερικό θέμα της Τουρκίας.

Είναι ένα διεθνές ζήτημα, το οποίο οφείλει η ελληνική κυβέρνηση να θέσει και να θέτει συνεχώς σε όλα τα διεθνή φόρα, γιατί αυτό επιβάλλει η ίδια η ιστορία.

Όσο για εκείνους που εκ του ασφαλούς δεν χάνουν την ευκαιρία να ξιφουλκούν εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχη, ως άνθρωπος που έχω ζήσει στην Τουρκία, θα ήθελα να τους διαβεβαιώσω ότι δεν θα άντεχαν ούτε 24 ώρες να ζήσουν κάτω από τέτοιες συνθήκες, και να υπηρετήσουν ταυτόχρονα με συνέπεια το υψηλότερο βάθρο της Ορθοδοξίας.