Ιωάννης Καποδίστριας: Φιλελεύθερος ή «λίμπεραλ»;

Φαντάζομαι ότι ένα παιδί του Δημοτικού Σχολείου ή και του Γυμνασίου θα είναι σε απόλυτη σύγχυση διαβάζοντας τις πρόσφατες αναρτήσεις της επιτροπής επονομαζόμενης ως «Ελλάδα 2021». Είχαμε σχολιάσει τους προηγούμενους μήνες τις επιλογές προσώπων για τη σύνθεση της επιτροπής, και πλέον επιβεβαιώνονται οι φόβοι μας με καταιγιστικό τρόπο.

Το λυπηρό είναι ότι σπουδαίοι άνθρωποι των γραμμάτων προσυπογράφουν –άθελά τους– το έργο αυτό της επιτροπής μέσω της συμπερίληψης του ονόματός τους.

Δείγμα άγνοιας, αφορισμών και μερικής γνώσης αποτέλεσε η πρόσφατη ανάρτηση στο λογαριασμό της επιτροπής: «Καθώς λοιπόν [σ.σ.: ο Καποδίστριας] θεωρεί ιδιαίτερα επικίνδυνο ξυράφι το Σύνταγμα της Τροιζήνας, το αναστέλλει και κηρύσσει ουσιαστικά δικτατορία. Αυτό είναι το τέλος της Πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Όμως οι δημοκρατικοί και φιλελεύθεροι Έλληνες δεν το έβαλαν κάτω. Συνέχισαν να αγωνίζονται για δημοκρατία και δικαιώματα. Ούτε η εκσυγχρονιστική δικτατορία Καποδίστρια, ούτε οι Βαυαροί, ούτε οι ξένες δυνάμεις μπόρεσαν να τους αναγκάσουν να ανεχθούν ένα αυταρχικό καθεστώς».

Η λογική είναι ίδια με την ανάγνωση των κοινοτήτων ως «μαζώξεις ιδιοτελών», οι οποίες «δεν είχαν σχέση με δημοκρατία». Είναι ίδια και με το χαρακτηρισμό της Αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας ως «ψευδεπίγραφης», ίσως επειδή δεν είχε κάλπες και πολιτικά κόμματα... Ωσάν τα κριτήρια δημοκρατίας να αποκρυπτογραφούνται αποκλειστικά μέσω του σύγχρονου αγγλοσαξονικής έμπνευσης συστήματος. Ωσάν εξαρχής να μην μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατικό ένα σύστημα αν δεν διαθέτει τις φόρμες που διδάσκονται στα... μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια.

Περί της άρρηκτης σχέσης μεταξύ ελευθερίας και δημοκρατίας δίνεται ένα εναργές στίγμα μέσω του Θουκυδίδη: «Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον».

Με γνώμονα ότι η ελευθερία συνιστά το ακροτελεύτιο αιτούμενο και η δημοκρατία (υπό τον ένα και μοναδικό κλασικό ορισμό της) είναι η πρόταση θωράκισης αυτής της ελευθερίας, η πορεία προς την εξασφάλιση και των δύο (ή του κατ’ ουσία ενός και μοναδικού αιτούμενου) αποτελεί άθλημα πολιτειακής συγκρότησης.

Εφόσον το σύστημα των αρχών του 19ου αιώνα έκλινε ολοένα προς τον κρατοκεντρισμό στη μορφή που παρατηρούμε μετά τη Βεστφαλία, η προϋπάρχουσα επί αιώνες πολιτική συγκρότηση των Ελλήνων θα δύνατο να θωρακιστεί μοιραία υπό τη μορφή ενός σύγχρονου κράτους, συνυφασμένου όμως με το υψηλής βαθμίδας ιστορικό δημοκρατικό κεκτημένο τους. Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο, αλλά υλοποιήσιμο και οριοθετημένο από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος σέβεται την εν λόγω πολιτική παράδοση και προτάσσει την «αρχή της τοπικής και περιφερειακής πολιτειακής αυτονομίας, που ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της πόλης/κοινού και της κοσμόπολης, όχι της διοικητικής αποκέντρωσης ή αυτοδιοίκησης, που αναπέμπει στο εξερχόμενο από τη φεουδαρχία πολιτικά κυρίαρχο κεντρικό κράτος» (Γ. Κοντογιώργης).

Με πολύ απλά λόγια, ο Ιωάννης Καποδίστριας επιχειρεί να συγκροτήσει κράτος με το αναγκαίο νεωτερικό πρόσωπο στο διεθνές, αλλά και με μια εσωτερική σύνθεση συναρτώμενη με την ελληνική πολιτική παράδοση αιώνων. Η προτασσόμενη εσωτερική σύνθεση προσφέρει τη δυναμική της συνοχής και της ομοιογένειας μέσω της ελευθερίας.

Αντλεί ισχύ από μια τρόπον τινά «σύμπραξη των πόλεων» στην οποία, ωστόσο, οι πόλεις κομίζουν ακριβώς επειδή γίνεται σεβαστός ο λόγος των κοινωνιών τους.

Σε λίγες γραμμές προσπάθησα να περιγράψω μια προβληματική στην οποία σπουδαίοι επιστήμονες έχουν αφιερώσει τόμους επί τόμων. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που οι άνθρωποι της επιτροπής θεώρησαν κουραστική τη μελέτη και προτίμησαν να περιοριστούν στις «όμορφες ιστοριούλες» εμμένοντας στη λογική της δι’ εκπροσώπων «δημοκρατίας», την οποία ονομάζουν «αντιπροσωπευτική» αλλά δεν είναι καν τέτοια. Πρόκειται για τη λογική της αγγλικής εμπνεύσεως «λίμπεραλ δημοκρατίας», η οποία εμπεδώθηκε δεσποτικά στο εσωτερικό και εργαλειοποιήθηκε βάναυσα στο εξωτερικό.

Ας θυμηθούμε τον Edward Carr στην Εικοσαετή κρίση: «Τον 19ο αιώνα ο βρετανικός στόλος όχι μόνο εγγυάτο απαλλαγή από μεγάλους πολέμους, αλλά αστυνόμευε τις θάλασσες και προσέφερε ίση ασφάλεια σε όλους. Το Χρηματιστήριο του Λονδίνου καθιέρωσε ένα μόνο νόμισμα για σχεδόν όλο τον κόσμο. Το βρετανικό εμπόριο διασφάλισε –με μια ατελή και εξασθενημένη μορφή– μια ευρεία αποδοχή της αρχής του ελεύθερου εμπορίου, και η αγγλική γλώσσα έγινε η lingua franca τεσσάρων ηπείρων. Οι συνθήκες αυτές, που ήταν ταυτόχρονα το προϊόν και η εγγύηση της βρετανικής υπεροχής, δημιούργησαν την ψευδαίσθηση –και σε κάποιο βαθμό την πραγματικότητα– μιας παγκόσμιας κοινωνίας που είχε κοινά συμφέροντα και απόψεις».

Και απ’ ό,τι φαίνεται, έχουν επιτύχει το σκοπό τους, καθώς εκπροσωπούν την «επίσημη άποψη» και οι υπόλοιποι είναι οι γραφικοί, κατά καιρούς «Ελληναράδες». Οι «λίμπεραλς» προελαύνουν και αναγιγνώσκουν την ιστορία κατά το δοκούν, καθώς το ιδιωτικό συμφέρον τους πρέπει να γίνει εθνικό συμφέρον, και αυτό με τη σειρά του να συνάδει με το δεσπόζον εξωγενές πρόταγμα. Εξάλλου, για εκείνους, η ελευθερία των κοινωνιών έχει επιτευχθεί μέσω της «ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων». Κατάλοιπα της βαυαροκρατίας-βαρβαροκρατίας.