Αναστάσιμο (Μέρος Β΄)

Όπως υποσχεθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο, ολοκληρώνουμε σήμερα το εγχείρημα που ξεκινήσαμε την περασμένη Τρίτη. Δηλαδή, την απόδοση ενός αναστάσιμου κοντακίου του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού στη σύγχρονη εκδοχή της γλώσσας μας.

Οι πέντε πρώτοι οίκοι στο προηγούμενο άρθρο, οι υπόλοιποι έξι εδώ:

ς΄. Ελάτε να εξετάσουμε εδώ μαζί αδερφοί μου τι έπραξε ο Κύριος κατά το σχέδιό Του.
Χολή και ξίδι γεύτηκε απάνω στο Σταυρό Του∙ και ύστερα
μας μίλησε με τα στερνά του λόγια: «Όλα τα πάθη μου εδώ, φτάσαν τώρα στο τέλος»
και γέρνοντας την κεφαλή έδωσε την ψυχή Του.
Ο ήλιος τότε έφριξε, μαζί και το φεγγάρι κι όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού.
Ν’ αντέξουν δεν το μπόρεσαν τόσο μεγάλη ύβρη κι όλα μαζί σκοτείνιασαν και έκρυψαν το
 [φέγγος.
Κι όλα τα όρη, τα βουνά εύχονταν να ’χαν πόδια, το δρόμο για να πάρουνε και μακριά να
 [φύγουν…
Κι όπως το τέμπλο του ναού γίνηκε δυο κομμάτια, καθώς στη μέση σχίστηκε,
του πρωτοπλάστου η κραυγή ηχούσε από τα βάθη:
«Θεέ! Θεέ μου σώσε με από τ’ άδυτα του Άδη,
με την Ανάσταση».

ζ΄. Αλλ’ όμως ήρθε ο Χριστός που είν’ η ζωή η ίδια και δείχνει μπρος στα μάτια μας τον θάνατο
 [ως ύπνο.
Δέχτηκ’ ο Άδης τον Χριστό, όπως τον πάσα ένα στη γη μας που περπάτησε.
Σαν δόλωμα έτσι έφαγε του Ουρανού τον Άρτο και την πάτησε,
τρυπώντας τον τον γάντζωσε το θεϊκό αγκίστρι
κι άρχισ’ ο Άδης με κραυγές οδύνης να φωνάζει:
«χίλια βελόνια την κοιλιά νιώθω να μου κεντάνε! Τον που κατάπια ύστερο δεν λέω να
 [χωνέψω.
Φάγωμα τόσο αλλόκοτο άλλο δεν μου ’χει τύχει.
Πόσους στα πριν κι αν έφαγα… ούτ’ ένας δε μ’ ενόχλησε ποτέ του στο στομάχι.
Μην να ’ναι τάχατες αυτός που κειος ο Αδάμ μου πρόειπε:
“έχεις μαστίγωμα να φας ’πο Κείνον σαν θα σου ’ρθει
με την Ανάσταση;”».

η΄. «Θυμήσου τώρα δα αν θες τα λόγια τα δικά μου∙ δω και καιρό σου τα ’χω πει…
γιά μήπως δεν σου το ’πα πως ο δικός μου βασιλιάς είν’ ισχυρότερός σου;
Του πόθου ονειρομιλητό, του ύπνου κούφια λόγια θαρρούσες πως ξεστόμιζα…
Μάθε τη δύναμή Του! Εκ πείρας και με πάθημα το μάθημα θα πάρεις.
Να ’μουν μαθές μόνον εγώ; Χάνεις μαζί μ’ εμένα κι όσους μαζί μου στέκονται·
κι όλους μας σαν θα χάσεις, ερημωμένο γενικώς σε βλέπω ν’ απομένεις.
Αυτός που είδες σε Σταυρό ξύλινο κρεμασμένο, Χριστό τον λένε
κι έρχεται να σε αλυσοδέσει. Κι εγώ χαρούμενος πολύ, έτσι σ’ αποστομώνω:
“Πού πήγαν Άδη οι νίκες σου; Πώς πάει η δυναστεία;
Tη δύναμή σου θρύψαλα την έκαν’ ο Θεός μας,
με την Ανάσταση”».

θ΄. «Όπως εκείνο το θεριό, της θάλασσας το κήτος, τον Ιωνά τον κράτησε τρεις μέρες στην
 [κοιλιά του και ζωντανό τον ξέρασε,
έτσι κι εγώ θα εμέσω τον βασιλιά σου τον Χριστό κι όσους Τον αγαπάνε.
Πολύ δεν θέλει για να βρω ποιος είναι η αιτία∙ τ’ Αδάμ το γένος μού ’φερε αυτήν την τιμωρία».
Πάνω στο θρήνο τον πικρό, τον αναστεναγμό του, ο Άδης έτσι κραύγαζε με οιμωγές μεγάλες:
«Καλά μου τα ’λεγ’ ο Αδάμ, μα εγώ πού να πιστέψω…
από υπεροψία φούσκωνα και φώναζα με στόμφο: “πάνω από μένα αρχηγός κανένας δεν
[υπάρχει”.
Κι εγώ που ήμουν βασιλιάς σε όλους τους ανθρώπους,
όλους τώρα τους έχασα και με περιγελούνε:
“Πού πήγαν Άδη οι νίκες σου; Πώς πάει η δυναστεία;
Τη δύναμή σου θρύψαλα την έκαν’ ο Θεός μας,
με την Ανάσταση”».

ι΄. «Την επηρμένη σου ισχύ την έχει ταπεινώσει τώρα σαν ήρθε ο Χριστός.
Τέλεια ενανθρωπίστηκε∙ παίρνοντας την μορφή μου Αυτός σε κατατρόπωσε.
Το τίμιο αίμα του έδωσε, για να μ’ εξαγοράσει
κι Αυτός που υπάρχει άφθαρτος απ’ τη φθορά με σώνει.
Παντού γύρω τα μάτια σου όσο και να τα στρέφεις, το ίδιο θέαμα θωρούν σα να ’ναι
[στοιχειωμένα:
οι τάφοι όλ’ είν’ αδειανοί κι εκεί ανάμεσά τους ένας κακάσχημος γυμνός στέκεται
[ντροπιασμένος.
Γιά πες μας κλειδοκράτορα –ωχού κατακαημένε!– πού είναι τώρα οι κλειδωνιές, πού έχεις τις αμπάρες;
Ο Ιησούς μου εδώ κατέβηκε, σκόνη σού τα ’κανε όλα.
Πού πήγαν Άδη οι νίκες σου; Πώς πάει η δυναστεία;
Tη δύναμή σου θρύψαλα την έκαν΄ ο Θεός μας,
με την Ανάσταση».

ια΄. «Αυτός σε κατατρόπωσε, κι εμέ τώρα με παίρνει εκεί ψηλά στους ουρανούς.
Συμβασιλιά θα μ’ έχει∙ τ’ αρχηγιλίκι σου σ’ εμέ τελείωσε για πάντα.
Σώμα πήρε το σώμα μου για να το καινουργιώσει,
για να το κάνει αθάνατο∙ άξιο να κάτσει σε θρονί αντάμα στο θρονί Του.
Μαζί Του αναστήθηκα, μαζί Του βασιλεύω∙
δεν με εξουσιάζεις πια, τ’ αντίθετο ισχύει: μάθε λοιπόν τώρα καλά πως κύριός σου είμαι.
Σε υποθήκη επίσημη αυτά είν’ υπογραμμένα, στου Ουρανού την τράπεζα βρίσκονται
[ασφαλισμένα.
Κάτσε λοιπόν τώρα χαμαί, για να τσαλαπατιέσαι απ’ όλους όσους θα περνούν και δυνατά θα
[λένε:
“Πού πήγαν Άδη οι νίκες σου; Πώς πάει η δυναστεία;
Tη δύναμή σου θρύψαλα την έκαν’ ο Θεός μας,
με την Ανάσταση.”»