21 Απρίλιος 2020, 15:02 - Τελευταία Ενημέρωση: 21 Απρίλιος 2020, 14:54

Από τη χούντα των συνταγματαρχών στα «νύχια» της ΚGB

  • Από τη χούντα των συνταγματαρχών στα «νύχια» της ΚGB
    Δελτίο ταυτότητας του φοιτητή Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτη Ξανθόπουλου

Ήταν αρχές του Φθινοπώρου του 1966, όταν ο δεκαεπτάχρονος Παναγιώτης Ξανθόπουλος, Έλληνας Πόντιος στη Σοβιετική Ένωση, επιβιβάστηκε μαζί με την οικογένειά του και εκατοντάδες άλλους από το λιμάνι της Οδησσού στο πλοίο «Latvia» (το «βαπόρι μας», όπως έλεγαν) με προορισμό τον Πειραιά. Μόλις είχε τελειώσει το Δεκατάξιο Σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης στο Ζετισάι του Καζακστάν, όπου η οικογένειά του, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες Πόντιοι, ζούσαν εξόριστοι από την περίοδο των σταλινικών διώξεων και τους είχε δοθεί το δικαίωμα παλιννόστησης.

«Στο δρόμο για την εξορία, στα εμπορικά βαγόνια που μετέφεραν τους εξόριστους πέθαναν όλα τα μωρά. Ήμουν νεογέννητο, και κλινικά νεκρός κι εγώ... Και ίσως να πέθαινα, αλλά διά θαύματος –έλεγε η μάνα μου– επέζησα», διηγείται.

Έναν ολόκληρο μήνα περίμεναν να φανεί το καράβι που θα τους μετέφερε στην αγαπημένη –πλην άγνωστή τους– πατρίδα, την Ελλάδα, που σπαρασσόταν τότε από τα πολιτικά πάθη και στον ορίζοντα προέβαλαν τα σύννεφα της καταιγίδας που θα ερχόταν έναν χρόνο αργότερα, της δικτατορίας, η οποία θα μετέτρεπε το όνειρο του νεαρού Ξανθόπουλου και της οικογένειάς του σε εφιάλτη.

Για τη συμμετοχή του σε μια αντιχουντική διαδήλωση συνελήφθη, τον ανέκρινε ο διαβόητος συνταγματάρχης Λαδάς και απελάθηκε πίσω στη Σοβιετική Ένωση, όπου έπεσε στα «νύχια» της KGB, που τον έστειλε στα βάθη της Σιβηρίας.

Στην Αθήνα ο Παναγιώτης, άριστος μαθητής στην ΕΣΣΔ, έμαθε γρήγορα τα ελληνικά και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή «άνευ εξετάσεων», βάσει του νόμου για τους επαναπατριζόμενους Πόντιους, και ταυτόχρονα ως αθλητής της ενόργανης ίδρυσε στην Αγία Βαρβάρα τον πρώτο στην Ελλάδα Αθλητικό Σύλλογο Ενόργανης Γυμναστικής.


9 Μαΐου 2019, Αθήνα: Ο Π. Ξανθόπουλος με το πορτρέτο του παππού του στην εκδήλωση για την Ημέρα Νίκης κατά του φασισμού στον Β΄ ΠΠ

«Εκτός σπουδών, δούλευα στις οικοδομές για ένα μεροκάματο, για να στηρίξω οικονομικά τη μητέρα μου με άλλα τρία αγόρια, μικρότερά μου», λέει, αφηγούμενος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ την περιπέτειά του. «Ο πατέρας μας, δυο μήνες μετά την άφιξή μας στην Ελλάδα, πέθανε. Ήταν άρρωστος από καιρό, οι γιατροί τού έλεγαν ότι δεν θα αντέξει το μεγάλο ταξίδι, αλλά αυτός επέμενε να φύγει στην Ελλάδα: "Καλύτερα να πεθάνω στην πατρίδα για να μείνω στο ελληνικό χώμα", έλεγε».

Ώσπου, τον Απρίλιο του 1968, ήρθαν τα πάνω κάτω για τον ίδιο και την οικογένειά του.

«Ήταν 21 Απριλίου, πρώτη επέτειος του πραξικοπήματος, και σε μια διαδήλωση που οργανώθηκε από τους φοιτητές του Πολυτεχνείου, στην είσοδο του κτηριακού συγκροτήματος, πήγαμε και πέντε άτομα από την Ιατρική. Συνολικά, συγκεντρωθήκαμε περίπου εκατό φοιτητές. Και παραταχθήκαμε στην αυλή, όπου εγώ κρατούσα ένα πλακάτ που έγραφε: "Έξω η χούντα, ζήτω η ελευθερία"! Κάποια στιγμή, με πλησίασε γεροδεμένος αστυνομικός, με πολιτικά (ότι ήταν αστυνομικός το κατάλαβα αργότερα) και με ρώτησε: "Κι εσύ, που φωνάζεις με σπαστά ελληνικά, ποιος είσαι; Τι κάνεις εδώ;". Του απάντησα, ομολογώ, με τον τσαμπουκά του 18χρονου: "Εσένα τι σε νοιάζει;". Σήκωσε το χέρι του να με χτυπήσει στο κεφάλι, αλλά δεν πρόλαβε – του έδωσα μια γροθιά κι έπεσε κάτω. Δεν ήξερα βέβαια ότι ήταν αστυνομικός. Όρμησαν εναντίον μου άλλοι τρεις, και τους έθεσα και αυτούς εκτός μάχης. Σίγουρα δεν είχα φόβο. Τα νιάτα... Ήμουν πεπεισμένος ότι είχα δίκιο. Με κυνήγησαν, με έπιασαν στα κάγκελα, με τη βία μού έβαλαν τις χειροπέδες», θυμάται.

Ο Ξανθόπουλος μεταφέρθηκε στα γραφεία της ασφάλειας, στον οδό Χαλκοκονδύλη 5, όπου έφεραν και τη μητέρα του, που μόλις τον αντίκρισε έβαλε τα κλάματα. «Μας συνόδεψαν στον δεύτερο όροφο. Εκεί ήταν το γραφείο του πολύ σκληρού συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά, του γενικού γραμματέα Δημόσια Τάξης στην κυβέρνηση της χούντας», περιγράφει.

«Με το που μπήκαμε στο γραφείο, είδα τον συνταγματάρχη και δυο μαύρα, τεράστια σκυλιά, που στέκονταν δεξιά και αριστερά. Τα σκυλιά τα φοβήθηκα πραγματικά, παρακολουθούσαν την κάθε μου κίνηση. Ο Λαδάς, αφού έμαθε ότι είμαι Πόντιος από τη Σοβιετική Ένωση, είπε: "Α, δεν χόρτασες κομμουνισμό, θέλεις και εδώ!". Εγώ δεν απάντησα. Μου πρότεινε να υπογράψω ότι κατά λάθος βρέθηκα στην αντιδικτατορική εκδήλωση. "Δεν μπορούσες μόνος σου να έρθεις, κάποιοι σε παρέσυραν! Ποιοι ήταν αυτοί; Αν αποκηρύξεις τις απόψεις σου, θα σου δώσουμε διαβατήριο και θα σε στείλουμε στην Οξφόρδη για σπουδές! Θέλεις;", με ρωτούσε μια και δυο φορές. Του είπα ότι δεν μπορώ να πάω στην Οξφόρδη, γιατί πρέπει να στηρίξω τη μάνα μου και τα τρία αδέλφια μου. Κάποια δευτερόλεπτα με έπιασαν αμφιβολίες. Δεν ήθελα να πάω φυλακή και να αφήσω την οικογένεια μόνη. Σίγουρα δεν σκόπευα να καταδώσω φίλους, αλλά μου πέρασε από το μυαλό μόνο να υπογράψω ότι βρέθηκα τυχαία στη διαδήλωση. Εκείνη τη στιγμή βλέπω τη μητέρα μου χλομή να με κοιτάζει επίμονα και αυστηρά με σφιγμένα χείλη, μετά κούνησε ελαφρώς το κεφάλι της. Κατάλαβα ότι μου λέει σιωπηλά το "Όχι", να μην υπογράψω τίποτα! Και δεν υπέγραψα», αφηγείται.

Σε λίγες ώρες τον άφησαν ελεύθερο, ενώ φεύγοντας, ο Λαδάς του επανέλαβε απειλητικά: «Θέλεις κομμουνισμό – να πας εκεί από όπου ήρθες!». Αυτό έκαναν, τον έστειλαν πίσω.

Τον Μάρτιο του 1969, μαζί με την οικογένειά του, πήραν αναγκαστικά τον δρόμο της επιστροφής με διαβατήριο Laissez passer, μόνο για ταξίδι προς την ΕΣΣΔ, με σφραγίδα: «χωρίς επιστροφή». Τέρμα οι σπουδές, τέρμα η Ελλάδα.

«Δεκατρείς Μαρτίου. Ήταν η τελευταία νύχτα στην Αθήνα. Αισθανόμουν παράξενα... Μόλις πριν από δυο χρόνια έφευγα από την Οδησσό με λαχτάρα για την Ελλάδα, και τώρα... πίσω, διωγμένος από τη χούντα».

Με το ίδιο πλοίο, το «Latvia», επέστρεψαν αργότερα στην Οδησσό και άλλοι Έλληνες Πόντιοι, μη αρεστοί στη δικτατορία. «Στην Οδησσό μόνο που δεν μας έστρωσαν κόκκινο χαλί. Μας έβλεπαν ως σύμβολο αντίστασης κατά της χούντας. Εγώ, το απλό θαρραλέο αγόρι, στην υποδοχή στο λιμάνι της Οδησσού, αισθάνθηκα κάπως σαν ένα μικρός ήρωας, αλλά αυτή η ηρωική διάθεση γρήγορα εξαφανίστηκε, όταν στο τελωνείο, στις βαλίτσες μας βρήκαν την εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό. "Δεν ντρέπεστε!", φώναξε με μίσος και απέχθεια ο τελωνειακός. "Είναι της μητέρας μου", του λέω. Εκείνος, όμως, αρπάζει την εικόνα και την ρίχνει στο πάτωμα. Ζαλίστηκα από το θυμό, προσβλήθηκα τόσο πολύ, που ένιωσα χειρότερα από αυτό που ένιωθα στο γραφείο του Λαδά. Αν μπορούσα με το ίδιο πλοίο να φύγω πίσω στην Ελλάδα, θα έφευγα την ίδια στιγμή! Εδώ για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι σε αυτή τη χώρα (Σοβιετική Ένωση) που γεννήθηκα και μεγάλωσα και επέστρεψα, υπάρχουν πολλοί περισσότεροι "μαύροι συνταγματάρχες"», λέει. [...]

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Σοφία Προκοπίδου.
  • Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του Π. Ξανθόπουλου.