18 Απρίλιος 2020, 10:23 - Τελευταία Ενημέρωση: 18 Απρίλιος 2020, 10:43

Τα Λαμπροήμερα, το Πάσχα των Ποντίων από το Μεγάλο Σάββατο έως τη Δευτέρα

  • Τα Λαμπροήμερα, το Πάσχα των Ποντίων από το Μεγάλο Σάββατο έως τη Δευτέρα
    Αναμνηστική φωτογραφία από τη Δεύτερη Ανάσταση, το 1926. Από το αρχείο της Δέσποινας Κωνσταντινίδου στη συλλογή της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών

Ίσως για τους Πόντιους να μην υπάρχει πιο εορταστική περίοδος ολόκληρο το χρόνο από τα Λαμπροήμερα, τις τρεις ημέρες του Πάσχα, από το Μεγάλο Σάββατο έως και τη Δευτέρα. Μετά τη μακρά περίοδο της αυστηρής νηστείας όλα τα σπίτια (που καθαρίζονταν σχολαστικά τη Μεγάλη Πέμπτη) άνοιγαν για συγγενείς και φίλους.

Το Μεγάλο Σάββατο γίνονταν τα ψώνια της τελευταίας στιγμής. Στην κουζίνα των σπιτιών υπήρχε… απεργία, και η οικογένεια κατανάλωνε ό,τι νηστίσιμο ήταν ήδη έτοιμο.

Όσοι δεν είχαν πάει στο χαμάμ λούζονταν στη σκάφη και έπεφταν για ύπνο νωρίς, μιας και στις 3 τα ξημερώματα περίμεναν το χτύπημα του ζαγκότζ’ στην πόρτα προκειμένου να πάνε στην εκκλησία – η συνήθεια αυτή ήταν κατάλοιπο από την περίοδο που οι Οθωμανοί απαγόρευαν τις καμπάνες και τα σήμαντρα.

Η Ανάσταση γινόταν στο προαύλιο της εκκλησίας και είχε χαρακτήρα εκκωφαντικό. Τα τζιαρτζιφελέκια ήταν τα πυροτεχνήματα της εποχής που έπεφταν μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και το «Χριστός Ανέστη». Η απόλυση γινόταν τα ξημερώματα και οι χριστιανοί γύριζαν στα σπίτια τους με αναμμένες λαμπάδες.

Στο πρώτο αναστάσιμο τραπέζι συνήθως σέρβιραν κοτόσουπα και βραστή κότα. Τη δε Λαμπρή το έθιμο ήθελε μοσχάρι βραστό αντί για αρνί στη σούβλα, και λαμπροκουλούρες. Το τσούγκρισμα των αυγών δεν ήταν πάντα… τίμιο, καθώς πολλοί προκειμένου να κερδίσουν την αυγομαχία έφτιαχναν τεχνητά, τα τζιχτζιρίνα. Με τα δε σπασμένα έπαιζαν μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, το λεγόμενο «κύλημαν τ’ ωβού».

Οι οικογένειες δεν δέχονταν μόνο επισκέψεις από τους συγγενείς αλλά και από παρέες φίλων, με αποτέλεσμα τα γλέντια να διαδέχονται το ένα τ’ άλλο μέχρι αργά το βράδυ, είτε το σπίτι ήταν φτωχικό είτε πλούσιο. Και ενώ στις επισκέψεις που γίνονταν τις άλλες μέρες συνήθως πρόσφεραν ρακή, στο πασχαλινό τραπέζι οι μεζέδες καταναλώνονταν μόνο με κρασί.

Όσο καλή και αν ήταν η παρέα, όμως, και όσο και αν οι γλεντοκόποι ήταν κουρασμένοι (ή και μεθυσμένοι) κανείς δεν έχανε τον εσπερινό την Κυριακή του Πάσχα. Ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος είχε γράψει στην Ποντιακή Εστία ότι στη Σάντα μόλις ξεκινούσαν τ’ Απόστιχα γινόταν η λιτανεία της Ανάστασης: μπροστά πήγαινε ο Ιούδας φτιαγμένος από σακιά με άχυρο και καρφωμένος σε ένα ξύλο. Η πομπή κατέληγε στην πλατεία, όπου πυροβολούσαν τον Ιούδα και του έβαζαν φωτιά. Από εκεί και μετά τα γλέντια συνεχίζονταν.

Εγώ ατέν εφίλεσα
τη Λαμπρής την ημέραν·
α σα γλυκέα τα χείλοπα τ’ς
κάτ’ έκοφτα κι επαίρνα.

Το Πάσχα μόνο στους αρραβωνιασμένους έκαναν δώρα, ενώ σε οικογένειες που είχαν πένθος ή ένδεια οι γείτονες και οι συγγενείς φρόντιζαν να στέλνουν τσουρέκια και αυγά. Το ίδιο πεσκέσι έστελναν και σε τουρκικές οικογένειες, οι οποίες κατά το μπαϊράμι ανταπέδιδαν με μπακλαβάδες και άλλα γλυκίσματα.

Τα Λαμπροήμερα τα μαγαζιά και οι βιοτεχνίες των Ελλήνων δεν άνοιγαν, με αποτέλεσμα κυριολεκτικά να νεκρώνουν οι αγορές των πόλεων. Το Πάσχα συνήθως επέστρεφαν και οι ξενιτεμένοι για να γιορτάσουν μαζί με τις οικογένειές τους, ενώ συνήθως τη δεύτερη μέρα τα γλέντια και οι χοροί μεταφέρονταν σε αλώνια και σε ανοιχτούς χώρους.

  • Με πληροφορίες από την Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού ελληνισμού (λ. Πάσχα) και από την Ποντιακή Εστία (τχ. 52, 1954 και τχ. 135-136, 1961).