Ο Ερντογάν πρέπει να αποχωρήσει για να υπάρξει ειρήνη στην περιοχή

Οι τηλεσυνομιλίες του Ερντογάν με Μέρκελ, Μακρόν και Τζόνσον δεν πήγαν καλά αν κρίνει κανείς από τις ανακοινώσεις που ακολούθησαν, αλλά κυρίως από την ενεργοποίηση, την επομένη μέρα, των μεταναστευτικών πιέσεων και την χρησιμοποίηση ανθρώπων ως εργαλείων για την εκπόρθηση του ευρωπαϊκού τείχους.

Ο πλέον απάνθρωπος από τους ηγέτες, ο Ερντογάν, χρησιμοποιεί δυστυχισμένους ανθρώπους για να αναπαραγάγει την εξουσία του, αλλά αυτήν τη φορά δεν πρέπει να του περάσει.

Οποιαδήποτε υποχώρηση της Ευρώπης στον Ερντογάν θα είναι η αρχή του τέλους της. Όχι μόνο των ηγεσιών της, αλλά και της ίδιας της ηπείρου όπως την γνωρίζαμε. Η μεταναστευτική απειλή αριθμεί εκατομμύρια.

Δυστυχώς αυτές οι πασιφανείς αλήθειες, οι οποίες διατυπώνονται και στο εσωτερικό της Τουρκίας παρά τα δικτατορικά μέτρα του Ερντογάν, δεν γίνονται αντιληπτές από ορισμένους στην Ελλάδα που εμφανίζονται ως ανθρωπιστές.

Οι πρόσφυγες-μετανάστες είναι δυστυχισμένοι άνθρωποι, αλλά με την πολιτική του Ερντογάν και την τακτική ορισμένων ομάδων διεθνώς, διακυβεύεται η όποια πολιτική και ανθρωπιστική βοήθεια θα μπορούσαν να έχουν.

Οι μετανάστες δεν μπορεί να γίνουν εργαλεία στα χέρια οποιουδήποτε ηγέτη, ούτε και μέσον για την ανάπτυξη πολιτικής καριέρας.

Το πρόβλημα στον Έβρο έχει ξεπεράσει προ πολλού την ανθρωπιστική του διάσταση. Είναι βαθύτατα πολιτικό, και η μόνη λύση –όχι μόνο εκεί αλλά και στη Συρία και τη Λιβύη– είναι μια συνεργασία Ευρώπης-ΗΠΑ-Ρωσίας για την απομάκρυνση του Ερντογάν από την εξουσία. Ένα άτομο, ο Ερντογάν, υπονομεύει την ειρήνη στην περιοχή. Η Τουρκία είναι μια δύναμη η οποία έχει συμφέροντα, αλλά το ζήτημα είναι πώς τα διεκδικεί. Η ερντογανική Τουρκία είναι επικίνδυνη για όλους, και κυρίως για τον τουρκικό λαό.

Θα μπορούσε να διαμορφωθεί το κλίμα απομάκρυνσης του Τούρκου προέδρου με διαδηλώσεις στην Τουρκία και ταυτόχρονη υποστήριξή τους σε Ευρώπη και Αμερική. Δεν μπορεί να διακυβεύεται η ειρηνική διαβίωση των λαών της περιοχής για να ικανοποιηθούν οι ονειρώξεις ενός ανθρώπου.

Ένα δεύτερο ζήτημα που ανέδειξε η «κρίση του Έβρου» είναι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της τουρκικής υβριδικής απειλής από τις ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας. Το αποτέλεσμα δεν ήταν θετικό μόνο σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της απειλής, αλλά εξίσου σημαντικό ήταν και το μήνυμα που έλαβε ο Τούρκος ηγέτης. Η εικόνα που θα είχε για τις δυνατότητες της Ελλάδας θα ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που εισέπραξε και συνειδητοποιεί. Είναι μια δοκιμασία αποτροπής. Πετυχημένη μέχρι στιγμής.

Υπάρχει μια συσσωρευμένη αγανάκτηση στην ελληνική κοινωνία η οποία, παρόλο που δεν προετοιμάστηκε από τις ηγεσίες της, είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει ακραίες καταστάσεις. Και αυτό το αντιλήφθηκαν από την άλλη μεριά.

Παρόλο που στον Έβρο υπάρχουν μικρές ομάδες ειδικών δυνάμεων της Αυστρίας και της Πολωνίας, είναι ευνόητο πως η παράταση της εκκρεμότητας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από την Ελλάδα. Οι μεγάλες και πιο αναπτυγμένες χώρες της Ένωσης δεν μπορεί να παραμένουν απλώς θεατές σε όσα συμβαίνουν, ενισχύοντας οικονομικά μόνο την προσπάθεια. Θα πρέπει με κάποιον τρόπο να εμπλακούν. Να θεωρήσουν, όπως η αυστριακή περίπολος στα σύνορα, το ελληνικό έδαφος ευρωπαϊκό, άρα δική τους πατρίδα, και να την υπερασπιστούν.

Το ζήτημα όμως με την Τουρκία και την Ευρώπη είναι πιο περίπλοκο και άπτεται της γερμανικής εκτίμησης να θεωρεί το Βερολίνο δυνάμει στρατηγικό σύμμαχο την Άγκυρα. Είναι ένα ζήτημα το οποίο θα πρέπει να απασχολήσει την εξωτερική πολιτική της Ένωσης. Αλλά ακόμη κι αν επιμείνει η Γερμανία στην πολιτική προσέγγισης της Τουρκίας, αυτή δεν μπορεί να γίνει με την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Ερντογάν.

Η Τουρκία του Ερντογάν απειλεί την Ένωση. Δεν μπορεί να είναι στρατηγική σύμμαχος της ηγεμονεύουσας δύναμης της Ευρώπης, εκτός και αν αλλάξει συμπεριφορά και πολιτικές επιδιώξεις.

Στο μέτωπο του Έβρου η Ελλάδα αντιμετώπισε και τα συκοφαντικά δημοσιεύματα μιας υποτίθεται έγκυρης αμερικανικής εφημερίδας, της New York Times, αλλά και άρθρα υποστηρικτικά της πολιτικής της.

Δεν ξέρω πόσους εκπλήσσει, αλλά οι πλέον έγκυροι αρθρογράφοι της Τουρκίας αφού αναλύουν την κατάσταση στη Συρία και στο Ιντλίμπ, καταλήγουν στο συμπέρασμα πως η πίεση στα σύνορα της χώρας τους με την Ελλάδα ήταν αποτέλεσμα της αποτυχημένης πολιτικής του Ερντογάν στη Συρία. Μια καταστρεπτική πολιτική για την Τουρκία από την οποία ο εμμονικός Τούρκος πρόεδρος δεν θέλει να αποστεί.

Παρά το καθεστώς ακραίου ελέγχου των μέσων ενημέρωσης από το ισλαμικό καθεστώς στην Τουρκία, οι αναλύσεις των Τούρκων δημοσιογράφων για όσα συμβαίνουν στην περιοχή και στη χώρα τους είναι πολύ βαθύτερες, αποκαλυπτικές και εύστοχες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες ελληνικές. Μιλάμε για αναλύσεις κριτικές προς το σύστημα Ερντογάν και όχι την προπαγανδιστική αναπαραγωγή της πολιτικής του.

Είναι κι αυτό ένα ενδιαφέρον συγκριτικό στοιχείο μεταξύ των δύο κοινωνιών.

Στην Τουρκία κάτι διαφορετικό κυοφορείται στην κοινωνία ως αντίδραση στην πολιτική Ερντογάν. Αλλά είναι άγνωστο πώς θα εκφραστεί.

Είναι άγνωστο το περιεχόμενο της κυοφορίας, άγνωστος ο φορέας που θα την εκφράσει και άγνωστες οι εσωτερικές δυνάμεις που θα την υποστηρίξουν. Το «παιχνίδι» στο παρασκήνιο της γειτονικής χώρας δεν έχει να κάνει σε τίποτε με τις ευρωπαϊκές εμπειρίες. Είναι σκληρό και ανελέητο, με όρους περισσότερο μαφίας παρά πολιτικής. Η χώρα, δυστυχώς, απέχει πολύ από τον στοιχειώδη πολιτικό εκσυγχρονισμό. Κι αυτό δεν είναι καθόλου καλός οιωνός.