18 Μάρτιος 2020, 16:25 - Τελευταία Ενημέρωση: 18 Μάρτιος 2020, 15:37

Η κατανάλωση ψαριών με μέτρο κατά την εγκυμοσύνη κάνει καλό στα παιδιά

  • Η κατανάλωση ψαριών με μέτρο κατά την εγκυμοσύνη κάνει καλό στα παιδιά
    (Φωτ.: pixabay.com)

Να φάω ή να μη φάω ψάρια, είναι ένα ερώτημα που έχουν πολλές γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Τώρα, μια νέα διεθνής επιστημονική μελέτη, με επικεφαλής Ελληνίδα επιστήμονα της διασποράς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά, των οποίων οι μητέρες έτρωγαν κατά την εγκυμοσύνη ψάρι μία έως τρεις φορές την εβδομάδα, έχουν καλύτερο «προφίλ» μεταβολισμού –παρά τον κίνδυνο έκθεσης σε περισσότερο υδράργυρο– σε σχέση με τα παιδιά που οι μητέρες τους έτρωγαν ψάρι σπάνια, λιγότερο από μία φορά την εβδομάδα κατά μέσο όρο.

Οι ερευνητές (μεταξύ των οποίων έξι Έλληνες από ΗΠΑ, Ελλάδα και Νορβηγία), με επικεφαλής την επίκουρη καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής Λήδα Χατζή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό JAMA Network Open, μελέτησαν 805 ζεύγη μητέρων-παιδιών από πέντε ευρωπαϊκές χώρες (μεταξύ των οποίων η Ελλάδα), στο πλαίσιο της έρευνας HELIX, η οποία παρακολουθεί μια ομάδα γυναικών και παιδιών από τη γέννηση και μετά σε βάθος χρόνου.

Οι ερευνητές είχαν καταγράψει την κατανάλωση ψαριών κάθε εγκύου και την έκθεσή της σε υδράργυρο, ενώ αργότερα τα παιδιά τους (ηλικίας 6 έως 12 ετών) υποβλήθηκαν σε διάφορες κλινικές εξετάσεις για έλεγχο βάρους, πίεσης του αίματος, χοληστερίνης, τριγλυκεριδίων και επιπέδων ινσουλίνης, ώστε να υπολογιστεί το μεταβολικό «προφίλ» τους. Διαπιστώθηκε ότι το καλύτερο «σκορ» μεταβολισμού είχαν τα παιδιά των οποίων οι έγκυοι μητέρες έκαναν λελογισμένη κατανάλωση ψαριών, αλλά το όφελος εξαφανιζόταν σταδιακά αν η μητέρα κατά την εγκυμοσύνη έτρωγε ψάρια πάνω από τρεις φορές την εβδομάδα.

«Τα ψάρια είναι σημαντική πηγή θρεπτικών ουσιών και η κατανάλωσή τους δεν πρέπει να αποφεύγεται. Ωστόσο οι έγκυοι πρέπει να μην ξεπερνούν τη μία έως τρεις μερίδες την εβδομάδα και να μην τρώνε παραπάνω λόγω της πιθανής μόλυνσης των ψαριών με υδράργυρο και άλλους οργανικούς ρύπους», δήλωσε η δρ Χατζή.

Τα ψάρια περιέχουν άφθονα ωμέγα-3 πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, που είναι σημαντικά για το αναπτυσσόμενο έμβρυο. Μερικά από αυτά ωστόσο περιέχουν υψηλά επίπεδα υδραργύρου, μιας τοξικής ουσίας που μπορεί να προκαλέσει μόνιμη νευρολογική βλάβη.

«Τα ψάρια μπορούν να είναι κοινή πηγή έκθεσης σε ορισμένους χημικούς ρύπους με πιθανές αρνητικές επιπτώσεις», δήλωσε ο μεταδιδακτορικός ερευνητής του ίδιου αμερικανικού πανεπιστημίου Νίκος Στρατάκης. «Είναι πιθανό ότι όταν οι γυναίκες τρώνε ψάρια περισσότερες από τρεις φορές την εβδομάδα, αυτές οι συσσωρευμένες ουσίες να αντισταθμίζουν τις επωφελείς επιπτώσεις της κατανάλωσης ψαριών που παρατηρούνται σε χαμηλότερα επίπεδα».

Όπως βρήκε η μελέτη, η υψηλότερη συγκέντρωση υδραργύρου στο αίμα μιας γυναίκας σχετίζεται με μεγαλύτερη πιθανότητα μεταβολικού συνδρόμου στο παιδί της. Εξάλλου, η έρευνα έδειξε με ποιον τρόπο η κατανάλωση ψαριών από τη μητέρα επηρεάζει τα επίπεδα κυτοκινών και αδιποκινών στο παιδί της. Οι δύο αυτοί βιοδείκτες σχετίζονται με αυξημένη συστημική φλεγμονή, η οποία με τη σειρά της συμβάλλει στο μεταβολικό σύνδρομο.

Η νέα έρευνα δείχνει ότι η μέτρια έως υψηλή κατανάλωση ψαριών κατά την εγκυμοσύνη μειώνει τα επίπεδα αυτών των ουσιών που προάγουν τη φλεγμονή. Είναι η πρώτη μελέτη σε ανθρώπους που δείχνει ότι η μείωση αυτών των βιοδεικτών μπορεί να αποτελεί τον υποκείμενο βιολογικό μηχανισμό, ο οποίος εξηγεί γιατί η μητρική κατανάλωση ψαριών βελτιώνει τη μεταβολική υγεία του παιδιού της.

Σε επόμενη φάση οι ερευνητές σχεδιάζουν να εξειδικεύσουν τα ευρήματά τους, εστιάζοντας σε συγκεκριμένα είδη ψαριών με διαφορετικά επίπεδα θρεπτικών ουσιών και υδραργύρου στον οργανισμό τους, και πώς το καθένα από αυτά τα ψάρια επιδρά στον μεταβολισμό των παιδιών έως 15 ετών.

Από ελληνικής πλευράς στην έρευνα συμμετείχαν επίσης η Θεανώ Ρουμελιωτάκη και η Μαρίνα Βαφειάδη του Τμήματος Κοινωνικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο Ιωάννης Θεολογίδης του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), και η Ελένη Παπαδοπούλου του Τμήματος Περιβαλλοντικής Υγείας του Νορβηγικού Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Παύλος Δρακόπουλος.