Θέλει πόλεμο η Τουρκία;

Πριν από μερικά χρόνια η γνωριμία μου με τον Γενικό Πρόξενο της Τουρκίας στη Θεσσαλονίκη στάθηκε αιτία να συμπεριληφθώ σε μια δημοσιογραφική αποστολή στη γειτονική χώρα για να δούμε από κοντά την τουρκική κοινωνία. Ήταν τα πρώτα χρόνια ακμής του Ερντογάν. Από το Πανεπιστήμιο Κοτς, στην έξοδο του Βοσπόρου στον Εύξεινο Πόντο, ως τις συναντήσεις μας με τους επιχειρηματίες της Σμύρνης, οι εμπειρίες μάς προβλημάτισαν. Η Τουρκία άλλαζε. Αλλά και σε μεσόγειες πόλεις η εικόνα ήταν διαφορετική από τα στερεότυπά μας.

Το εντυπωσιακό με την Τουρκία ήταν ότι άλλαξε ραγδαία.

Τα κοντά είκοσι χρόνια του Ερντογάν στην εξουσία δεν δικαιολογούν αυτές τις αλλαγές. Ή κάτι ήταν έτοιμο από καιρό, ή κάποια αποτελεσματική μέθοδο είχε η ομάδα που έφερε τον Τούρκο πρόεδρο στην εξουσία. Εξέφρασε καταπιεσμένα αλλά δυναμικά στρώματα της τουρκικής κοινωνίας, όπως μεταπολιτευτικά το ΠΑΣΟΚ. Δεν θέλω να κάνω παραλληλισμούς, διότι το τουρκικό πείραμα συνεχίζεται. Το ελληνικό εκφυλίστηκε εν τη γενέσει του. Αλλά και όλα είναι διαφορετικά για να τα παραλληλίσεις.

Πριν από λίγες ημέρες συναντήθηκα με γνωστό Έλληνα επιχειρηματία ο οποίος μου είπε πως Τούρκοι συνάδελφοί του τον προσέγγισαν και του ζήτησαν να συνεργαστεί μαζί τους. Δεν θέλησε, και τους απέφυγε ευγενικά. Τον ρώτησα γιατί. «Είναι ένας τρόπος να υπάρξουμε στο μικρασιατικό χώρο», του είπα. Μου απάντησε πως έχουν φύγει πολύ μπροστά· είναι πολύ μπροστά από εμάς και δεν μπορούμε να τους ανταγωνιστούμε.

Άλλος φίλος, καθηγητής πανεπιστημίου αυτός που εργάζεται πάνω σε μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα με πρακτικό αποτέλεσμα πολύ σημαντικό, μου είπε πως στον τομέα της έρευνάς του η Τουρκία είναι 50 χρόνια μπροστά.

Τα αναφέρω όλα αυτά για να επισημάνω επιγραμματικά πως η εικόνα που έχουμε για την Τουρκία είναι ξεπερασμένη και δεν φροντίσαμε –κυρίως ως κρατική οντότητα– να την «επικαιροποιήσουμε», όπως είναι ο σύγχρονος όρος. Και απουσία πραγματικής εικόνας δεν μπορείς να διαγνώσεις τον αντίπαλο. Διότι η Τουρκία είναι αντίπαλος. Κακά τα ψέματα.

Αναπαράγουμε τον λαϊκό μύθο περί Μογγόλων και άλλα τινά. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι η ελληνική κοινωνία και πολιτεία έχουν ενσωματώσει στη θεσμική μνήμη και αντίληψή τους τη φύση του τουρκικού καθεστώτος (του σημερινού γιατί ο Ερντογάν διαμόρφωσε καθεστώς), αλλά και της τουρκικής κοινωνίας που θα αναπαράγει το νέο καθεστώς.

Αυτήν τη φύση επισημαίνουν σοβαροί Τούρκοι αναλυτές. Την στρατοκρατική πολεμική λογική με την οποία ταύτισε ο Ερντογάν τη μουσουλμανική του προσέγγιση και την διατήρησή της ως μόνης τακτικής μεθόδου για να αναπαράγει την εξουσία του σε μια εποχή που άρχισε η αμφισβήτησή του.

Ο δημοσιογράφος Gökhan Bacık έγραψε πριν από λίγες ημέρες στην ιστοσελίδα Ahval ότι ούτε κατά τη διάρκεια του «Πολέμου της Ανεξαρτησίας», όπως αποκαλούν οι Τούρκοι τα γεγονότα του 1922, αναπτύχθηκε στην Τουρκία ένα τόσο μεγάλο μιλιταριστικό, εθνικιστικό κύμα σαν και αυτό που διογκώνεται σήμερα. Και θεώρησε ότι ο ισλαμισμός του Ερντογάν είναι αναγκασμένος να μετατρέψει τη χώρα σε πολεμικό κράτος. «Κανονικοποιεί την κατάσταση πολέμου, καθιστώντας τον μόνιμο χαρακτηριστικό», τόνισε.

Άλλος Τούρκος δημοσιογράφος, ο Yavuz Baydar, στην ίδια ιστοσελίδα έγραψε πως η «επιβίωση με κρίση» αποτελεί μέρος της στρατηγικής του Ερντογάν, διότι ο χρόνος του τελειώνει.

Θα μείνω σ’ αυτές τις δύο επισημάνσεις των Τούρκων αναλυτών. Από την πρώτη το συμπέρασμα είναι πως η φύση του ερντογανικού ισλάμ είναι πολεμική. Και με αυτήν τη φύση φαντασιώθηκε μια νέα Οθωμανική Αυτοκρατορία, φαντασίωση την οποία μετατρέπει σιγά σιγά λόγω αδιεξόδου στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Από τη δεύτερη επισήμανση προκύπτει αυτό που λέμε και εμείς στην Ελλάδα, και άρχισε να αμφισβητείται επειδή κούρασε η επανάληψή του. Ο Ερντογάν χρησιμοποίησε, χρησιμοποιεί και θα συνεχίσει να το κάνει τις κρίσεις και τις ελεγχόμενες πολεμικές διαμάχες για την αναπαραγωγή του στο εσωτερικό της Τουρκίας. Δεν έχει άλλο ιδεολογικό καύσιμο, και για να διατηρηθεί στην εξουσία πρέπει να αναπαράγει μύθους, οράματα, φοβίες, πολέμους, μεγαλεία, παραδείσους όπου θα ρέουν το μέλι και το γάλα. Θα τα καταφέρει να μείνει;

Μάλλον δεν θα μακροημερεύσει. Αλλά δεν θα τον ρίξει κανείς απ’ έξω. Θα τον αφήσουν να φθαρεί στην τουρκική κοινωνία.

Η Τουρκία από τότε που άρχισε να υποχωρεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία θεωρείται στην Ευρώπη ως «μεγάλος ασθενής». Για το τι πρέπει να γίνει με το μέλλον της έριζαν στην Ευρώπη οι Δυνάμεις. Ακόμη και οι Μαρξ- Ένγκελς κατηγορήθηκαν ως «τουρκόφιλοι» επειδή υποστήριζαν το status quo, δηλαδή τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τον Παναγιώτη Κονδύλη που έγραψε μια εξαιρετική εισαγωγή στο βιβλίο Μαρξ, Έγκελς, η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, η εκάστοτε στάση τους απέναντι στο πρόβλημα της εδαφικής ακεραιτότητας της τουρκικής αυτοκρατορίας καθορίζεται από το ποια βαθμίδα προκρίνεται ως περισσότερο πραγματοποιήσιμη. Η κύρια έγνοια τους ήταν η επικράτηση της δικής τους φαντασιακής επανάστασης.

Εν πάση περιπτώσει, και για να είμαστε πιο πρακτικοί, το ερώτημα που αφορά πρωτίστως εμάς σήμερα είναι πόσο απειλητική θα είναι η Τουρκία και πώς αντιμετωπίζεται. Είναι η φύση του ερντογανικού ισλαμισμού πολεμική ή η αντίληψη του πολέμου και της κατάκτησης ενυπάρχει στην ιδεολογία του τουρκισμού που ανεξαρτήτως τάσεων (κοσμικών ή ισλαμικών) αναπαράγεται στην τουρκική κοινωνία; Και, ακόμη, πώς καταφέρνει αυτή η ιδεολογία (του τουρκισμού) να καταπιέζει και να ενσωματώνει τόσες διαφορετικές λαότητες που ζουν στον μικρασιατικό χώρο;

Τελικά, ποια είναι η φύση, η διαστρωμάτωση, οι τάσεις, οι αγωνίες, οι επιθυμίες, οι διαθέσεις της τουρκικής κοινωνίας; Είναι κάτι ενιαίο ή κάτω από την επιφάνεια ενότητας συντελούνται διεργασίες αυτοπροσδιορισμού ομάδων και λαοτήτων που μόλις χαλαρώσει το καταπιεστικό σύστημα θα αναδυθούν στην επιφάνεια;

Συμφέρει στις δυτικές δυνάμεις μια Τουρκία ενιαία, ή θα πρέπει να διαμορφωθεί μια νέα ισορροπία στον μικρασιατικό χώρο που θα είναι περισσότερο συνεργάσιμη και ειρηνική; Θα είναι περισσότερο ειρηνική η νέα ισορροπία ή μια διάσπαση της ενιαίας κρατικής οντότητας που καλύπτει τον μικρασιατικό χώρο θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου;

Είναι πολλά τα ερωτήματα στα οποία πρέπει να απαντήσει ένα κράτος σαν την Ελλάδα που αντιμετωπίζει υπαρκτή υπαρξιακή απειλή. Δεν έχει περιθώρια να μην το κάνει. Δεν θα μπορέσει να διαμορφώσει πολιτική απέναντι στην Τουρκία αν δεν αναλύσει τη φύση του καθεστώτος της και της κοινωνίας της. Γιατί η λύση δεν είναι μανιχαϊστική. Χρειάζεται ένας συνδυασμός επιλογών, όχι μόνον για να διαφυλαχθεί η εδαφική ακεραιότητα της χώρας, αλλά και να αναπτυχθεί ένα νέο όραμα ειρηνικής παρουσίας και συνεργασίας με τους λαούς της περιοχής. Ένα όραμα που θα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα (δεν εννοώ να τα καταργεί), θα ενοποιεί τους λαούς της περιοχής σε δημιουργικές δράσεις, θα ανοίγει χώρους και ιδέες. Θα κάνει περισσότερο ενδιαφέρουσα τη ζωή.

Αλλά μέχρι τότε, η Ελλάδα αντιμετωπίζει τη στρατιωτική απειλή της Τουρκίας. Αυτό δεν είναι ιδεοληψία.

Σ’ αυτήν την απειλή ο μόνος τρόπος είναι ισχυρές ένοπλες δυνάμεις για αποτροπή. Και σήμερα για να αποκτήσεις ισχυρές ένοπλες δυνάμεις χρειάζεται να έχεις προχωρημένη τεχνολογία (άρα υψηλή ανάπτυξη επιστημονικής γνώσης), αίσθηση κοινών αξιών τις οποίες πρέπει να υπερασπιστείς (άρα ανάπτυξη ανθρωπιστικών σπουδών), κοινωνική ενότητα και αλληλεγγύη, δίκαιη λειτουργία του κράτους. Φοβάμαι πως προς το παρόν σε όλα είμαστε μέτριοι και σε άλλα διχασμένοι. Και τα δύο υπονομεύουν την προσπάθειά μας. Πρέπει να αλλάξουμε. Και να αλλάξουμε και τα στερεότυπά μας για τους γείτονες. Έχουν αλλάξει και αυτοί.

Είναι, όμως, άλλο η στρατιωτική απειλή και άλλο αν η Τουρκία θα επιδιώξει να την υλοποιήσει. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η Τουρκία θα επιχειρήσει πόλεμο κατά της Ελλάδας πρέπει να απαντηθούν λεπτομερώς και να εκτιμηθούν τα παραπάνω ερωτήματα.

Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως η Τουρκία θα τολμήσει κάτι σοβαρό, γιατί ο πόλεμος έχει τις αβεβαιότητές του. Και αν κάτι πάει στραβά κάτι πολύ σοβαρό και μη προβλέψιμο θα συμβεί στην Τουρκία. Διότι το καθεστώς της είναι ανελαστικό. Και τα ανελαστικά υλικά σπάνε ευκολότερα.