14 Μάρτιος 2020, 12:52 - Τελευταία Ενημέρωση: 14 Μάρτιος 2020, 12:22

Ο Γιάννης Καλπούζος φέρει στη θεατρική σκηνή την ψυχή του Πόντου, με το έργο «Σέρρα»

  • Ο Γιάννης Καλπούζος φέρει στη θεατρική σκηνή την ψυχή του Πόντου, με το έργο «Σέρρα»
    (Φωτ.: Σωτήρης Τρυψάνης)

Στην αφίσα της θεατρικής παράστασης η Χρύσα Παπά φορά το πασλούκ, τον κεφαλόδεσμο που αποτελεί μέρος της ανδρικής ποντιακής φορεσιάς. Είναι το «όχημά» της για να διατρέξει τους ρόλους, ανδρικούς και γυναικείους, που υπάρχουν στο μονόλογο που σκηνοθετεί ο Σωτήρης Χατζάκης στο θέατρο ΠΟΛΗ. Το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου μετά από τρία χρόνια που… παίδευε τον δημιουργό του βρήκε το δρόμο για τη θεατρική σκηνή, η οποία θα ανοίξει και πάλι μόλις σταματήσουν να είναι σε ισχύ τα έκτακτα μέτρα για τον κορονοϊό.

Ο Γιάννης Καλπούζος μίλησε στο pontos-news.gr για το πρώτο του μυθιστόρημα που γίνεται θεατρικό και για το ταξίδι που μόλις ξεκίνησε.

Δομημένοι με τα υλικά της εποχής, οι ήρωες στο Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου πρωταγωνιστούν σε μια ιστορία που έρχεται να θέσει το διαχρονικό ερώτημα εάν τελικά οι προσωπικές ήττες και οι ήττες των λαών μάς κάνουν σοφότερους. Χρησιμοποιώντας τη μυθοπλασία, στις σελίδες του βιβλίου ο Γιάννης Καλπούζος ιχνογραφεί τον Πόντο μέχρι και την Ανταλλαγή. Μιλά για το φόβο που σπέρνουν Νεότουρκοι και κεμαλιστές, και καταλήγει στη Σοβιετική Ένωση επί Στάλιν, και από εκεί στα στρατόπεδα εργασίας της Σιβηρίας και του Καζακστάν.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με πολυεπίπεδη γραφή και πυρήνα τη Γενοκτονία των Ποντίων· άλλωστε, πρώτη ύλη είναι οι αφηγήσεις Ποντίων που συγκέντρωσε ο συγγραφέας. Πόσο εύκολο, όμως, ήταν να αποδοθεί θεατρικά η τόσο πολυσύνθετη και μακροσκελής μυθοπλασία; «Κατά την άποψή μου δεν υπήρχε άλλος τρόπος», εξηγεί ο Γιάννης Καλπούζος και τονίζει ότι μόνο μια γυναίκα ηθοποιός θα μπορούσε να υποδυθεί χαρακτήρες πολλών γυναικών και ανδρών.

«Ένας άνδρας ηθοποιός δεν θα ήταν καθόλου πειστικός σε δραματικό ή ερωτικό γυναικείο ρόλο. Σε κάθε περίπτωση, η θεατρική απόδοση παρακολουθεί συγκεκριμένους ήρωες και γεγονότα. Θέλω να πω ότι παραλείπονται πολλά από όσα συμβαίνουν στο μυθιστόρημα. Ωστόσο η παράσταση έχει τη δική της αυτονομία, δύναμη και μαγεία, ενώ οι θεατές έχουν τη δυνατότητα να διαβάσουν τα υπόλοιπα όποτε το θελήσουν στο βιβλίο», συμπληρώνει.


Η Χρύσα Παπά επί σκηνής (φωτ.: Γιώργος Καπλανίδης)

Εδώ και χρόνια, όπως λέει ο Γιάννης Καλπούζος, πολλοί τον προέτρεπαν να κάνει τη θεατρική διασκευή διαφόρων βιβλίων του, με πρώτο και καλύτερο το Ιμαρέτ. «Ωστόσο δεν το αποφάσιζα. Έκανε μια ωραία προσπάθεια με το Άγιοι και δαίμονες η Άννα Βαγενά, αλλά για διάφορους λόγους δεν ανέβηκε στη σκηνή», αναφέρει. Μέχρι που πριν από τρία χρόνια ο συγγραφέας Δημήτρης Αρβανίτης τον παρακίνησε να ξεκινήσει να δουλεύει με το Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου, το οποίο επρόκειτο να ανέβει σε διαφορετική μορφή από τη σημερινή, με πρωταγωνιστή τον Παύλο Κοντογιαννίδη. Τελικά ούτε αυτή η προσπάθεια τελεσφόρησε, μέχρι τον περασμένο Νοέμβριο οπότε τον προσέγγισε η Χρύσα Παπά και το έργο πήρε τη μορφή του μονολόγου.

«Η θεατρική διασκευή δίνει το μεγαλύτερο βάρος στα γεγονότα του Πόντου, ενώ και όσα συμβαίνουν στη Σοβιετική Ένωση συνδέονται κυρίως με τα πρωτύτερα δεινά, ως απότοκα ή απόνερα. Ο φόβος, η αγωνία, η αγριότητα, ο σπαραγμός, η εξαθλίωση και εν γένει το τραγικό στοιχείο αποδίδονται με συνταρακτικό τρόπο. Επίσης, και πολλά από την καθημερινή ζωή στον Πόντο. Όσον αφορά το ζήτημα της γενοκτονίας, δεν θα μπορούσε να λείψει απ’ την παράσταση. Δίνεται όπως πρέπει να δοθεί, χωρίς να διαταράσσονται οι κανόνες που διέπουν ένα θεατρικό έργο», υπογραμμίζει.


Ματθαίος Τσαχουρίδης, Γιάννης Καλπούζος, Σωτήρης Χατζάκης, Χρύσα Παπά(φωτ.: Γιώργος Καπλανίδης)

Τη Χρύσα Παπά σκηνοθετεί ο Σωτήρης Χατζάκης, ενώ το έργο ντύνει μουσικά ο Ματθαίος Τσαχουρίδης. «Ο Σωτήρης Χατζάκης έσκυψε στο έργο με το οξυμένο του αισθητήριο, με πάθος, μεράκι και ευρηματικότητα. Είναι ο αρχιτέκτονας που ξέρει τι να αναδείξει, πώς να το χρωματίσει συγκινησιακά και πώς να προσεγγίσει αρμονικά τη θεματολογία σε σχέση με τη δράση. Όσον αφορά τη μουσική του Ματθαίου Τσαχουρίδη, έδεσε ιδανικά και προσδίδει τη δική της συγκίνηση και ένταση στην παράσταση, πότε με παραδοσιακά ποντιακά ακούσματα και πότε με πρωτότυπα σύγχρονα μελίσματα», σημειώνει ο Γιάννης Καλπούζος.

Την πρωταγωνίστρια της παράστασης την περιγράφει ως συνταρακτική, συναρπαστική και σαγηνευτική. «Διέρχεται με μοναδικό τρόπο άπασα τη συναισθηματική διαστρωμάτωση, από τον σπαραγμό έως την ψυχική ανάταση. Πρόκειται για ηθοποιό μεγάλης κλάσης. Εκτιμώ ότι μέσα από το έργο αυτό θα ανοιχθούν νέοι ορίζοντες για την ίδια και πολύ σύντομα όλοι θα μιλάμε για μια μεγάλη ηθοποιό κλασικού ρεπερτορίου», προσθέτει.

Στόχος των συντελεστών είναι η παράσταση να ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά στο εξωτερικό. Ήδη έχουν προγραμματιστεί παραστάσεις σε διάφορες πόλεις.

Στο ΠΟΛΗ το έργο θα ανεβαίνει μέχρι τέλος Μαΐου, «κι αν η ανταπόκριση του κόσμου το επιτρέψει θα συνεχίσει και την επόμενη θεατρική χρονιά», τονίζει ο Γιάννης Καλπούζος. Απαντώντας δε στην ερώτηση εάν τον ενδιαφέρει η μεταφορά του μυθιστορήματός του και στην τηλεόραση, λέει: «Εάν πρόκειται για μια αξιόλογη δουλειά ανάλογη με τη θεατρική παράσταση, βεβαίως και με ενδιαφέρει. Θέλω να δω πώς μπορούν να αποδοθούν μέσα από μια άλλη τέχνη όσα συνέθεσα με τη φαντασία μου σε γραπτό λόγο».


(Φωτ.: Σωτήρης Τρυψάνης)

Για το τέλος, του ζητήσαμε να απαντήσει και πάλι στο ερώτημα που διατρέχει το έργο του, αν οι προσωπικές ήττες και οι ήττες των λαών μάς κάνουν σοφότερους: «Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι ελάχιστα πιο σοφοί γίναμε ως κρατική οντότητα. Όμως, και ως άτομα δε μαθαίνουμε. Εκείνοι που γίνονται σοφότεροι από τις ήττες είναι όσοι στοχάζονται, και δυστυχώς αυτοί δεν αποτελούν την πλειονότητα», καταλήγει ο συγγραφέας.

Εκδηλωσεις
ΣΑΒΒΑΤΟ07
ΜΑΡΤΙΟΣ
2020
17:45
Η θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου.