16 Ιανουάριος 2020, 16:22 - Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιανουάριος 2020, 16:22

Μυτιλήνη: Αυτόπτης μάρτυρας της ναζιστικής θηριωδίας γιόρτασε τα 100ά γενέθλιά του

  • Μυτιλήνη: Αυτόπτης μάρτυρας της ναζιστικής θηριωδίας γιόρτασε τα 100ά γενέθλιά του
    (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Στρατής Μπαλάσκας)

Γλίτωσε από τα στρατόπεδα της Γκεστάπο, τις φυλακές του Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη και το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Στάιν της Αυστρίας. Έθαψε 700 από τους συντρόφους του που εκτέλεσαν τα SS στο μακελειό της 6ης Απριλίου 1946. Ο ίδιος επέζησε πέφτοντας κάτω λίγο πριν ακουστεί το κροτάλισμα του πολυβόλου. Και χτες, «έχω τα μυαλά μου τετρακόσια...» δήλωσε, και γιόρτασε τα 100ά γενέθλιά του. Στη Σκάλα των Μυστεγνών με τους φίλους του, του «Φίλους της ιστορικής μνήμης και της πολιτιστικής δημιουργίας», που οργάνωσαν τη γιορτή, τις κόρες του στην Αυστραλία να συμμετέχουν μέσω τηλεδιάσκεψης, εκπρόσωπο του χωριού του (Σκαλοχώρι) και των ανθρώπων του.

Ένας Μυτιληνιός αυτόπτης μάρτυρας της ναζιστικής θηριωδίας, της θηριωδίας του πολέμου είναι ο μπαρμπα-Γιάννης Καραγεωργίου. Και το να τον ακούς να διηγείται την ιστορία του σε καθηλώνει.

Τον Απρίλιο του 1942 ο Γιάννης Καραγεωργίου με τον αδελφό του Λάμπρο και με άλλους 18 νέους από το βορειοδυτικό τμήμα του νησιού αποφασίζουν να διαφύγουν και να πάνε στη Μέση Ανατολή για να πολεμήσουν τον Άξονα. Στο εκκλησάκι του Αγίου Φωκά, όπου έψαχναν μέσο για να αναχωρήσουν, συλλαμβάνονται από τους Γερμανούς και μεταφέρονται στις φυλακές της Γκεστάπο στη Σουράδα της πόλης. Μια επιστολή στα πράγματα ενός από τους συλληφθέντες που απευθύνεται σε αξιωματικό που υπηρετεί στη Μέση Ανατολή αποτελεί το υλικό στη βάση του οποίου οι 20 νέοι καταδικάζονται σε πενταετή φυλάκιση.

Οδηγούνται στις φυλακές (στρατόπεδο Παύλου Μελά) στη Θεσσαλονίκη, όπου δύο χάνουν τη ζωή τους από τις κακουχίες. Τον Απρίλιο του 1944 μεταφέρονται σε φυλακές-κάτεργα στο Στάιν της Αυστρίας. Λίγες μέρες πριν τη συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας, τα SS εκτελούν 800 κρατούμενους των φυλακών. Ανάμεσα τους και τέσσερις από τους 18 Μυτιληνιούς. Τελευταία στιγμή ο Γιάννης Καραγεωργίου γλιτώνει.

Η αφήγησή του λίγο μετά το σβήσιμο των κεριών της τούρτας των 100ων του γενεθλίων συγκλονίζει:

«Μας πήγαν και μας στήσαν σ' έναν τοίχο. Εγώ ήμουν... κατά τριάδες προς τη μεριά κοντά στον τοίχο, μπροστά μου ήταν άλλοι δυο... Προτού βάλει... σε 20-30 μέτρα είχε πολυβόλα, έπεσα κάτω... δίπλα στον τοίχο... και έπεσαν τα πτώματα πάνω μου... Κατάλαβα ότι δεν είχα φάει καμιά! Έκατσα εκεί πέρα μια-μιάμιση ώρα... πάνω και δίπλα μου θα ’χαν πέσει 25 πτώματα... Εγώ τον ψόφιο τον κοριό! Καμιά φορά φέρανε μια άλλη παρτίδα να σκοτώσουν... αλλά ήταν Ιταλοί εργάτες που είχαν χαρτιά... δεν τους σκότωσαν... αλλά και δεν τους διώξανε... Τους δώσαν ανά δυο μια κουβέρτα και τους σκοτωμένους τους πέραναν αποδώ και τους πήγαιναν 20 μέτρα πιο πέρα για ν' ανοίξουν τάφους. Καμιά φορά ήρθε κι η δική μου η σειρά... Πιάσαν, με βάλαν σε μια κουβέρτα... Σηκώθηκα κι εγώ πάνω στον κώλο μου κι έκατσα. Κοίταξα πλάγια μου αν υπάρχει Γερμανός να με δει... δεν ήταν κανένας. Λέω στους Ιταλούς γερμανικά “ρούλεν”, θα πει μη μιλάς...

»Πήγα κι εγώ κι έπιασα την άκρη μιας κουβέρτας... κι ευτυχώς που από την αποθήκη πήρα τα ρούχα. Δε σας το είπα ότι όταν ήρθαμε στις φυλακές δώσαμε τα ρούχα μας, τα βάλαν σ’ ένα κουτί και μας έδωσαν τα ρούχα της φυλακής (ριγωτές φόρμες), αλλά επειδή η αποχώρησή μας από τις φυλακές έγινε άτακτα πού να βρω το δικό μου; – πήγα και πήρα ένα άλλο κουτί... Είχε μέσα ένα καφέ κουστούμι, πέταξα τα ρούχα της φυλακής κι έβαλα το καφέ κουστούμι... Είχε κάτι αίματα πάνω, τα σκούπισα λίγο, καφέ ήταν δεν φαινόταν πολύ... Πιάσα κι εγώ – είπα στους Ιταλούς μη μιλάτε να δούμε τι θα γίν'... σήκωνα κι εγώ και τους πηγαίναμε κει που θ' άνοιγαν τάφους...

»Συνάμα σκοτώναν αράδα... καμιά φορά έρχεται ένας μ' ένα χάρακα και σημαδεύει δυο τάφους τρία επί τέσσερα μέτρα και λέει τρία μέτρα ερούντα – θα πει τρία μέτρα κάτω... Μας πήγε σε μια αποθήκη, μας δίν' κασμά και φτυάρ'. Αρπώ ιγώ μια κασμαδάρα... Αλλά πάντα το κεφάλι κάτω, να μη με βλέπουν... Οι Ιταλοί γελούσαν... τους λέω μη γελάτε. Τελικά σκάβαμε... όλη τη μέρα σκοτώναν... σκοτώσαν κάπου 700 νομάτοι. Συνάμα εγώ όταν ανοίξαμε τους τάφους κατέβηκα κάτω... Μια πατουσά ανθρώπ', πώς παστώνουν τσ' σαρδέλις, μια πατουσά χώμα, μια πατουσά ανθρώπ', μια πατουσά χώμα... Να μην τα πολυλογούμε πιτάξαν καμιά 700 ανθρώπ' μέσα στους δυο λάκκους... Εγώ πάντα μέχρι το βράδι πάστουνα... σαν τσ' σαρδέλις... Όταν ο λάκκος έφτασε μισό μέτρο από το έδαφος, φέρανε φορτηγά ασβέστη και τον σβήσαν από πάνω... Ξέρεις γιατί; Για να μη βρομά, όπως έμαθα αργότερα. Και τους θάψαμε λοιπόν τσ' ανθρώπ'... Μας ξαναπάν’ πάλι στα κελιά... Μετά από δυο μέρες μας πήραν από τις φυλακές, μας βάλαν σ' ένα σαπιοκάραβο του Δουνάβεως και μας πήγαν απ' την Αυστρία στη Βαυαρία... σ’ ένα χωριό που το λεν Μπερνάου...».

Από την παρέα των 20 νεαρών που θέλανε να πολεμήσουν τους Ναζί στη Μυτιλήνη επέστρεψαν οι 14. Ο μπάρμπα Γιάννης 100 χρονών γιόρτασε τα γενέθλιά του. «Άντε να δούμε τι θα γίν'...» έλεγε και ξανάλεγε χαμογελώντας.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Στρατής Μπαλάσκας.