11 Ιανουάριος 2020, 20:45 - Τελευταία Ενημέρωση: 11 Ιανουάριος 2020, 20:09

Σπείρα εξαπατούσε επιχειρηματίες και πολίτες σε πανελλαδικό επίπεδο

  • Σπείρα εξαπατούσε επιχειρηματίες και πολίτες σε πανελλαδικό επίπεδο
    (Φωτ. αρχείου: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Γιάννης Κολεσίδης)

Εξαρθρώθηκε, μετά από πολύμηνη έρευνα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Πατρών, εγκληματική οργάνωση που ενέχεται στη συστηματική τέλεση απατών και πλαστογραφιών σε πανελλαδικό επίπεδο. Για την υπόθεση αυτή συνελήφθησαν χθες (10/1) στο Άργος, στην Αθήνα και στην Κάτω Αχαΐα δύο άνδρες, ηλικίας 49 και 42 ετών, καθώς και μια 36χρονη, οι οποίοι αποτελούν τα ηγετικά μέλη της οργάνωσης.

Παράλληλα, ταυτοποιήθηκαν τα πλήρη στοιχεία ακόμη 26 μελών της εγκληματικής οργάνωσης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ακόμη δυο ηγετικά μέλη. Εξιχνιάστηκαν συνολικά 80 απάτες και πλαστογραφίες σε βάρος επιχειρηματιών και πολιτών. Οι δράστες εξαπατούσαν με τη μέθοδο της διαφοράς ή προσποιούμενοι υπαρκτούς ιατρούς και φαρμακοποιούς. Το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν ξεπερνά τις 140.000 ευρώ, ενώ συνολικά είχαν αποπειραθεί να αφαιρέσουν περισσότερες από 325.000 ευρώ, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ.

Ως προς τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο δράσης της εγκληματικής οργάνωσης, από την έρευνα των αστυνομικών, προέκυψαν τα εξής:

  • Στόχος τους ήταν επιχειρήσεις όπως τουριστικά γραφεία, ξενοδοχεία, καταστήματα πώλησης οικοδομικών υλικών, ζαχαροπλαστεία, καταστήματα τροφίμων, ιατρεία, φαρμακεία, πρατήρια υγρών καυσίμων κ.ά., καθώς και πολίτες.
  • Η εγκληματική οργάνωση είχε δομημένη ιεραρχία, κατανεμημένους και διακριτούς ρόλους, διαρκή δράση, ενώ τα μέλη της οργάνωναν τις ενέργειες τους με ιδιαίτερη μεθοδικότητα.
  • 1ος τρόπος δράσης: Παράγγελναν προϊόντα ή υπηρεσίες και ισχυρίζονταν ψευδώς στους επιχειρηματίες ότι τους πλήρωναν μέσω ηλεκτρονικής τραπεζικής συναλλαγής. Στη συνέχεια κατάρτιζαν και έστελναν στα θύματά τους, μέσω εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης ή e-mail το πλαστό αποδεικτικό κατάθεσης, στο οποίο αναγραφόταν πολύ μεγαλύτερο ποσό από την τιμή του προϊόντος ή της υπηρεσίας και ζητούσαν να τους επιστραφεί η διαφορά.
  • 2ος τρόπος δράσης: Προσποιούνταν υπαρκτούς ιατρούς ή φαρμακοποιούς και επικαλούμενοι έκτακτη ανάγκη, δική τους ή συγγενικών τους προσώπων, ζητούσαν από τα θύματα αν μπορούσαν να τους εξυπηρετήσουν με κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τους υποδείκνυαν, λέγοντάς τους ότι θα τους επιστρέψουν τα λεφτά άμεσα. Για να γίνουν πιο πειστικοί οι δράστες έστελναν στα θύματά τους, μέσω εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης ή e-mail, πλαστές αποδείξεις κατάθεσης των χρημάτων που είχαν λάβει.
  • Συνεχώς αναζητούσαν και στρατολογούσαν νέα μέλη, τα οποία παρείχαν τους προσωπικούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς, προκειμένου να κατατίθενται σε αυτούς χρηματικά ποσά, προερχόμενα από τις εγκληματικές δραστηριότητες της οργάνωσης.

Τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης λάμβαναν ιδιαίτερες προφυλάξεις για να μην εντοπιστούν από τις Αρχές και πιο συγκεκριμένα:

  • Χρησιμοποίηση κωδικών ονομασιών αντί των πραγματικών ονομάτων στις συνομιλίες τους.
  • Συνεχής αλλαγή των τηλεφωνικών συνδέσεων που χρησιμοποιούσαν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς και των τηλεφωνικών συσκευών.
  • Χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Επιπλέον, τα ηγετικά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης χρησιμοποιούσαν «ενδιάμεσα» μέλη ως μεσάζοντες, τα οποία είχαν διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ αυτών και των υπόλοιπων μελών της οργάνωσης, έτσι ώστε οι τελευταίοι να μην γνωρίζουν τα στοιχεία και τα φυσικά χαρακτηριστικά των ηγετικών μελών. Από τον έλεγχο των στοιχείων των δραστών προέκυψε ότι έχουν απασχολήσει και στο παρελθόν τις Αρχές για παρόμοιες υποθέσεις. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών.