Θεόφιλος Πουταχίδης
7 Ιανουάριος 2020, 09:03

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού

Κάθε τέτοια μέρα σαν τη σημερινή που γιορτάζουμε τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή του Κυρίου, μού ’ρχεται πάντα στο μυαλό μια φράση από το μνημειώδες ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη Άξιον Εστί. Το «Ανάγνωσμα πρώτο», με τίτλο «Πορεία προς το μέτωπο», έτσι ξεκινάει: «Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες».1

Έτσι ήταν κι έτσι συνεχίζει να είναι για τους περισσότερους Έλληνες.

Στον πόλεμο και στην ειρήνη, στα εύκολα ή στα δύσκολα, σε καιρούς αφθονίας ή σε καιρούς χαλεπούς, με χαρά ή με στενοχώριες, στην πατρίδα ή στην ξενιτιά, μετά τα Φώτα ξημερώνει του Αϊ-Γιάννη. Η Ορθόδοξη πίστη μας είναι βασικό συστατικό του κράματος του πολιτισμού μας, της ψυχής μας, του είναι μας!

Όχι κατά την επιστημονική ορολογία, αλλά με μια επιτηδευμένη ποιητική παρερμηνεία κι ετυμολογία της λέξης ένστικτο, θα μπορούσαμε να πούμε πως τούτη η λέξη αναφέρεται σε μερικά πράγματα που γράφονται ανεξίτηλα μέσα μας (εν-στικτό). Έτσι ήταν χαραγμένη κι η ευλογημένη αλήθεια της πίστης μας στην ψυχή του στρατιώτη που ανέβαινε μες στις λάσπες προς τον φοβερό εκείνο κρανίου τόπο που τον έλεγαν μέτωπο του πολέμου «από Χειμάρρα ως Τεπελένι». Δεν ιστορεί ο ήρωας –δεν γράφει ο ποιητής– πως ήτανε, για παράδειγμα πρωί μιας Κυριακής ή μιας μέρας γενικώς. Ήτανε, λέει, τ’ Αγιαννιού, την επαύριο των Θεοφανίων. Το έτος έχει για τον χριστιανό πνευματικά ορόσημα που είναι οι εορτές της Εκκλησίας.

Ο Εγγλέζος θερμαστής στο ποίημα «William George Allum» του Νίκου Καββαδία «απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή».2 Ο κακόμοιρος ναυτικός, λοιπόν, είχε ζωγραφισμένη πάνω στο κορμί του με τατουάζ, ήγουν με δερματοστιξία, την αγαπημένη του. Αυτή, βέβαια, τον πρόδωσε, ότι τα πράγματα του κόσμου ενδέχεται πάντοτε να σ’ την κάνουν γυριστή∙ του έμεινε η δερματοστιξία αμανάτι. Δεν είχανε παλιά τους πλαστικούς χειρουργούς και τα λέιζερ∙ τα τατουάζ δεν σβήνονταν έτσι εύκολα. Γι’ αυτό, επειδή το «γνώριζε αυτός –καθώς το ξέρουμ’ όλοι– ότι του Αννάμ τα στίγματα δεν βγαίνουνε ποτές», ένα βράδυ «μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί. Ο πλοίαρχος είπε: “Θέλησε το στίγμα του να σβήσει” και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευτεί».2

Τα στίγματα της δικιάς μας ευλογημένης ορθόδοξης παράδοσης σε πολλά πράγματα είναι παντελώς διαφορετικά από αυτά του άμοιρου Εγγλέζου ναυτικού.

Για αρχή, δεν είναι ζωγραφισμένα απ’ έξω στο δέρμα, αλλά μέσα στο νου και στην καρδιά∙ έτσι, δεν είν’ από μελάνι ή άλλο κοσμικό υλικό, αλλά είναι νοητά κι άυλα. Μετά, σβήνονται όποια στιγμή το θέλει ο καθένας∙ δικαίωμα κι ελεύθερη επιλογή του καθενός είναι να ξεχάσει ή ακόμα και ν’ απαρνηθεί τελείως την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Ο ελληνικός κι ορθόδοξος τρόπος απεχθάνεται να επιβάλλονται αυτά τα πράγματα στανικώς.

Η πιο σημαντική όμως διαφορά έγκειται στ’ ότι ο αυτόχειρας θερμαστής είχε στο δέρμα του σύμβολο εκ του κόσμου κι επομένως ασταθές, ευμετάβλητο, αναξιόπιστο. Στη δικιά μας ψυχή είναι γραμμένος ο λόγος του Λόγου που είναι αιώνιος, «πιστός» (αξιόπιστος) «και πάσης αποδοχής άξιος» (Τιμ. Α΄, 1.15). Τα δικά του φανερά στίγματα αποδείχτηκαν θανατηφόρα, ενώ τα δικά μας τα κρυφά και μυστικά είναι ζωηφόρα. Αν και είμ’ ελεύθερος κι ανεμπόδιστος όπως ο καθένας να τ’ αρνηθώ και να τα σβήσω και ν’ αρχίσω να καμώνομαι πως είμαι κάποιος άλλος, επιλέγω να μην το κάνω. Το ξέρω ότι μ’ αυτές τις ψευδοφάνειες και τα μασκαρέματα μπορεί να περάσω καλά σε τούτην τη ζωή – ή ίσως και όχι, γιατί δεν είναι σίγουρα αυτά τα πράγματα.

Στο τέλος όμως (γι’ αυτό είμαι σίγουρος) θα έρθει η στιγμή που θα πει και για μένα ο πλοίαρχος: «θέλησε το στίγμα του να σβήσει» και θα διατάξει να ποντιστεί η ψυχή μου στον κρύο και σκοτεινό βυθό της πνευματικής ένδειας.

Τα σεβόταν πολύ ο Ελύτης τα στίγματα της ελληνορθόδοξης παράδοσης και της αθανασίας στην ποιητική ψυχή του. Γι’ αυτό ονόμασε το έργο του Άξιον εστί, που είναι φράση εμβληματική αυτής ακριβώς της καταβολής. Ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στα τέλη του 10ου αιώνα μ.Χ. εμφανίστηκε σε μοναχό στο Άγιον Όρος και του συνέστησε να χρησιμοποιείται η φράση «Άξιον έστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών», ως προοίμιο για τον θεομητορικό ύμνο του Αγίου Κοσμά του ποιητή «Την Τιμιωτέραν».[3] Αλλά κι ο άλλος Άγιος Ιωάννης, όχι ο Πρόδρομος αλλά ο Απόστολος και μαθητής «oν ηγάπα ο Ιησούς» (Ιω. 21,7), γράφει τη φράση: «άξιόν εστι το αρνίον το εσφαγμένον…» (Αποκ. 5,12).

Άξιον εστί, λοιπόν, να τιμούμε και σήμερα και την κάθε «αύριο των Φώτων»1 τον Θεοφόρο αετό της ερήμου, τον Αϊ-Γιάννη μας.
____
1. Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον εστί, Ίκαρος, Αθήνα 131980, σ.30.
2. Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα (22η ανατύπωση) 2013, σ. 45.
3. Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη, Νέον Μαρτυρολογίον, εκδ. Στεφ. Κ. Σκάθαρου, τυπ. Φ. Καραμπίνη & Κ. Βάφα, Αθήνα 1856, σ. 295.