Μάρκος Τρούλης
28 Νοέμβριος 2019, 09:03

Ιδέες περί συνεκμετάλλευσης: Ουδεμία έκπληξη

Όποιος ασχολείται και μελετά τα θέματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και διατείνεται ότι «πέφτει από τα σύννεφα» ακούγοντας περισπούδαστες αναλύσεις για την ανάγκη συνεκμετάλλευσης του Αιγαίου, λυπάμαι αλλά διατηρεί υποκριτική στάση. Θα πει ψέματα όποιος ισχυριστεί ότι δεν ανέμενε συν τω χρόνω τέτοιου περιεχομένου παρεκκλίσεις. Όπως έχουμε επισημάνει ξανά, η ορθολογική χάραξη στρατηγικής με τη δημιουργία ενός αναλόγως ορθολογικά διαρθρωμένου μηχανισμού παροχής συμβουλευτικού έργου και λήψης αποφάσεων οφείλει να είναι προτεραιότητα ενός κράτους που αν μη τι άλλο θέλει να επιβιώσει.

Τι σημαίνει «ορθολογικά»;

Ως γρανάζια μιας κρατικής μηχανής, της οποίας την επιβίωση και ενδεχομένως τη διεύρυνση θα πρέπει να επιδιώκουν αταλάντευτα, βάσει προσμετρήσεων κόστους και οφέλους. Του εθνοκρατικού κόστους και του εθνοκρατικού οφέλους. Ως επικουρικοί θεσμοί μιας εντολοδόχου εξουσίας, η οποία λειτουργεί με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και –για να το πούμε απλά– πληρώνεται από τους φόρους που καταβάλλονται από τους πολίτες. Τους πολίτες της Ελλάδας.

Οι ΗΠΑ, καθώς εξετάζουν κατ’ ενιαίο τρόπο τον στρατηγικό χώρο της νοτιοανατολικής Ευρώπης, δεν ενδιαφέρονται για τις επιμέρους ενδεχόμενες παραχωρήσεις. Υπό όρους ηθικής και νομιμότητας, η αλλαγή καθεστώτος κυριαρχίας στη Ζουράφα, στο Καστελόριζο, στην Παναγιά των Οινουσσών ή ακόμη και στην Κύπρο ή στις θαλάσσιες ζώνες είναι για την Ουάσινγκτον σαν να κάνει αίτημα ο αντιπεριφερειάρχης Αργολίδας για να ενταχθούν στη δικαιοδοσία του οι Σπέτσες ή η Ύδρα.

Θα ήταν σημαντική μια πιθανή αλλαγή κυριαρχίας αν ο θιγόμενος προκαλούσε κόστος στις ΗΠΑ και επέλεγε πελατειακές σχέσεις αντί «πρόσδεσης στο άρμα του αντιπάλου» όπως θα το έθετε ο Μερσχάιμερ. Δεν με προστατεύετε από τον τουρκικό αναθεωρητισμό; Αγοράζω όπλα από την Κίνα, αναστέλλω άλλες εμπορικές ή οικονομικές συμπράξεις, ζητώ την απομάκρυνση της Σούδας – ή τουλάχιστον αρχικά προχωρώ σε μια δήλωση δυσαρέσκειας. Όλα είναι θέμα προτεραιοτήτων: αρχή μου είναι το εθνικό συμφέρον της χώρας μου ή το εθνικό συμφέρον άλλης χώρας, η οποία με έχει πείσει ότι η εξυπηρέτηση του συμφέροντός της είναι προς όφελός μου (βασικά ατομικού, μιας και γι’ αυτές τις κατηγορίες δεν υπάρχει κάτι άλλο);

Θέλουν οι Αμερικανοί να σκέφτονται έτσι οι σύμμαχοί τους; Προφανώς όχι, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα χρειαστεί να αναλάβουν κόστος για να συνεχίσουν να έχουν στρατηγικά οφέλη. Αν είναι δυνατή η εξάλειψη κάθε εσωτερικής αντίστασης ή διάθεσης αυτονόμησης, προκειμένου να συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά τους απρόσκοπτα, τότε αυτό είναι ευχής έργον για εκείνους.

Αγοράζουν στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, για να μην πούμε «τζάμπα».

Πώς όμως συντελείται μια τέτοια στρατηγική; Βασική πτυχή της στρατηγικής είναι η αποσαφήνιση των διατιθέμενων μέσων και η ορθολογική –όπως ήδη αναφέρθηκε– επίκλησή τους. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, η ιδανική τέτοια συστάδα μέσων ακούει στον όρο «ήπια ισχύς», μέσω της οποίας καλλιεργείται μια δεδομένη στρατηγική εικόνα σε αντιπάλους και συμμάχους. Πρόκειται για την εικόνα του ισχυρού, του οποίου το συμφέρον συμπίπτει με το δικό μας, καθώς ρητορικά το ενδοκρατικό σύστημα εξομοιώνεται με το διακρατικό προς όφελος ακριβώς του ισχυρού.

Οι δίαυλοι εκπλήρωσης της ως άνω διαδικασίας είναι ινστιτούτα, ιδρύματα, πανεπιστημιακές σχολές, προσεγγίσεις ανθρώπων της πολιτικής ή της στρατιωτικής ηγεσίας, συναλλαγές με εκπροσώπους της οικονομικής ελίτ κ.ο.κ. Ιδανικοί δίαυλοι, καθώς προσφέρουν τη νομιμοποίηση αυτών των παρεκκλίσεων, ελέω μεγαλόσχημων καθηγητικών τίτλων ή αντίστοιχα μέσω δωρεών-ξεροκόμματων που πολυδιαφημίζονται από τα φίλια ΜΜΕ. Συνεπώς, ουδεμία έκπληξη, μιας και οφείλουμε όλοι να αντιληφθούμε ότι είναι προς το συμφέρον μας επί παραδείγματι: ο αγωγός East Med να διέρχεται την Τουρκία και –γιατί όχι;– εκείνη να μεταπωλεί και το κυπριακό φυσικό αέριο στα κράτη-μέλη της ΕΕ, ή στα κοιτάσματα νότια της Κρήτης να εκτελούν εργασίες κανονικότατα οι τουρκικές –κρατικές κιόλας!– εταιρείες υδρογονανθράκων.

Με γνώμονα το ορθολογικό κριτήριο, οι Μεγάλες Δυνάμεις θέτουν σε προτεραιότητα την αύξηση της επιρροής διά της ήπιας ισχύος, το ζήτημα είναι αν ο ανίσχυρος εταίρος παρουσιάζεται αναλώσιμος επιτρέποντας τις «ενδεχόμενες παρεκκλίσεις» στεγαζόμενες σε πανεπιστημιακά και άλλα ιδρύματα, να γίνονται κανόνας εισρέοντας στο σύστημα λήψης αποφάσεων.

Και κάτι τελευταίο: Αν οι προθέσεις όσων πρεσβεύουν αυτές τις απόψεις ήταν αγαθές, δεν θα τις εξέθεταν δημοσίως. Θα τις υποστήριζαν στις κλειστές συναντήσεις και θα τις κρατούσαν ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Όμως δεν κρατούν ούτε τα προσχήματα, καθώς πρέπει να δοθούν και τα αναγκαία διαπιστευτήρια.