23 Νοέμβριος 2019, 10:39 - Τελευταία Ενημέρωση: 24 Νοέμβριος 2019, 16:56

Οδοιπορικό στη Βόρειο Ήπειρο, 26-28 Οκτωβρίου – Αργυρόκαστρο [Μέρος Α΄]

  • Οδοιπορικό στη Βόρειο Ήπειρο, 26-28 Οκτωβρίου – Αργυρόκαστρο [Μέρος Α΄]
    Αργυρόκαστρο (φωτ.: Χρήστος Κωνσταντινίδης)

Το ιδανικότερο μέρος εορτασμού της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου δεν είναι άλλο από τη Βόρειο Ήπειρο, εκεί που χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες πότισαν με το αίμα τους το έδαφος αντιστεκόμενοι κατά του φασισμού, στον πόλεμο του 1940. Το μέρος έχει αποκτήσει ιερότητα χάρη στη θυσία των πεσόντων που τιμήθηκαν και φέτος στην τελετή που πραγματοποιήθηκε στο στρατιωτικό κοιμητήριο, στους Βουλιαράτες. Ξεχωριστή ήταν η παρουσία τριών πολιτιστικών συλλόγων που κατέθεσαν στεφάνι στη μνήμη τους. Ο Χορευτικός & Πολιτιστικός Σύλλογος «Δερόπολη», το Ελληνικό Σωματείο Διάσωσης και Διάδοσης της Πολιτιστικής μας Κληρονομίας «Οι Μωμόγεροι» και ο πολιτιστικός σύλλογος «Παραδοσιακοί Δρόμοι» ταξίδεψαν στην Αλβανία και επισκέφτηκαν τα ελληνικά χωριά της Βορείου Ηπείρου, πραγματοποιώντας ένα τριήμερο οδοιπορικό, έντονα φορτισμένο συναισθηματικά.

Το pontos-news.gr ήταν εκεί και κατέγραψε όλο το ταξίδι, το οποίο πρόσφερε συγκινήσεις μέσα από τη γνωριμία με τους Έλληνες Βορειοηπειρώτες και τα ιστορικά μνημεία του τόπου.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2018
Το ραντεβού είχε δοθεί στις 09:00 έξω από τα γραφεία του Συλλόγου «Δερόπολη» στο Περιστέρι (Αγίου Παύλου 31). Οι ταξιδιώτες ήταν άνθρωποι όλων των ηλικιών, από μαθητές γυμνασίου μέχρι συνταξιούχοι. Όλοι τους με το χαμόγελο στα χείλη επιβιβάστηκαν στο πούλμαν για να αναχωρήσουν με προορισμό ένα μέρος για τους περισσότερους άγνωστο, εκτός από τους Δεροπολίτες της παρέας, οι οποίοι στην ουσία ήταν και οι οδηγοί της ομάδας, λόγω της βορειοηπειρώτικης καταγωγής τους.

Αφού γίνεται η καταμέτρηση από τον πρόεδρο του συλλόγου «Δερόπολη» Οδυσσέα Λιάζο, το ταξίδι ξεκινά. Μας χωρίζουν εκατοντάδες χιλιόμετρα και η διαδρομή είναι πολύωρη – όχι όμως βαρετή, χάρη στην εναλλαγή τοπίων που προσφέρει η ομορφιά της ελληνικής φύσης και στο τραγούδι των μελών του συλλόγου «Παραδοσιακοί Δρόμοι», τα οποία με τις φωνές τους ανέβασαν τη διάθεση της ομάδας, με παρακίνηση της προέδρου Μαργαρίτας Λυμπέρη και του τουμπερλεκιστή της παρέας Θανάση Λάκκα, που έδινε το ρυθμό.

Την ίδια ώρα ο αντιπρόεδρος της «Δερόπολης» Κωνσταντίνος Δούλης βιντεοσκοπεί τα πάντα προκειμένου να εμπλουτίσει το ντοκιμαντέρ που ετοιμάζει, ενώ ο πρόεδρος των «Μωμόγερων» Κώστας Αλεξανδρίδης, υπηρέτης της παράδοσης εδώ και δεκαετίες, έχοντας ταξιδέψει αμέτρητα χιλιόμετρα σε όλον τον κόσμο για να την κρατήσει άσβεστη, απολαμβάνει τη μυσταγωγία που δημιουργεί το ηπειρώτικο μοιρολόι, το οποίο αναφέρεται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και στους βίαιους εξισλαμισμούς και τις κακουχίες που υπέστη ο ελληνισμός από τις οθωμανικές πολιτικές στην περιοχή.

Το δρομολόγιο άνοιξε την όρεξη των ταξιδιωτών. Κατάφεραν όμως να την ξεγελάσουν με τον νοστιμότερο τρόπο, με τη βρώση σπιτικής βορειοηπειρώτικης πίτας που ετοίμασε η Άννα Τσέρου, η οποία πρωτοστατούσε τραγουδώντας τη «Δεροπολίτισσα», ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδοσιακά πολυφωνικά μοιρολόγια της Βορείου Ηπείρου. Η περιοχή άλλωστε ήταν γνωστή για τις μοιρολογίστρες της, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι Οθωμανοί στις κηδείες, επειδή με το κλάμα τους θεωρούσαν ότι απέδιδαν τις κατάλληλες τιμές στους νεκρούς. Η παράδοση όμως αναφέρει ότι στο μοιρολόι τους καταριούνταν τους Τούρκους προύχοντες που δεν γνώριζαν τι τραγουδούσαν στα ελληνικά.

Το λεωφορείο περνά την Κόρινθο, τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, Μεσολόγγι, Αγρίνιο, Αμφιλοχία, Άρτα. Έξω από τα Γιάννινα επιβιβάζονται μερικοί ακόμα οδοιποριστές και συνεχίζεται η πορεία για τα σύνορα.

Στην Κακαβιά ο έλεγχος είναι αυστηρός, τόσο από την ελληνική όσο και από την αλβανική μεριά. Χωρίς κανένα πρόβλημα μπαίνουμε στη χώρα, και σε ένα κομμάτι της αρχαίας Απείρου γης τόσο διαφορετικό αλλά τόσο οικείο λόγω της ελληνικότητάς του.

Το φυσικό τοπίο της Δερόπολης, η οποία κατά την Αρχαιότητα υπήρξε αποικία του αρχαίου δωρικού ελληνικού φύλου των Δρυόπων, δεν είναι καταπράσινο όπως η εικόνα που έχουμε συνηθίσει από την οροσειρά της Πίνδου. Εκεί τα βουνά είναι απόκρημνα αλλά φαλακρά, λες και δεν θεραπεύτηκαν ποτέ από τις πληγές που άφησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Χαρακτηριστική άλλωστε είναι η ιστορία για το Ύψωμα 731 στο βουνό Τρεμπεσίνα, το οποίο σαρώθηκε στην κυριολεξία! Εξαιτίας των 20 αεροπορικών επιθέσεων των Ιταλών κατά των ελληνικών δυνάμεων μειώθηκε κατά 5 μέτρα και σήμερα αναφέρεται στους χάρτες ως Ύψωμα 726.

Στα αριστερά μας περνάμε έξω από τα χωριά Βουλιαράτες, Ζερβάτες, Γεωργουτσάτες, Φράστανη, Τεριαχάτες, Βρυσερά, Βάνιστα, Δερβιτσάνη. Στα δεξιά μας είναι πάντα ο ποταμός Δρίνος με την κοίτη του να προϊδεάζει την ορμητικότητα που ζωγραφίζουν τα νερά του στο τοπίο κατά τους χειμερινούς μήνες. Μετά τους Λαζαράτες πλησιάζουμε το Αργυρόκαστρο, όπου η αποστολή έχει σκοπό να καταλύσει για δύο βραδιές.


Αργυρόκαστρο – Η θέα από το φρούριο

Στην Πόλη της Πέτρας
Μπαίνοντας στο Αργυρόκαστρο η αρχιτεκτονική αισθητική της παλιάς πόλης καθηλώνει τη ματιά του επισκέπτη, ο οποίος, σαν σε ψευδαίσθηση, αισθάνεται ότι έχει ταξιδέψει αιώνες πίσω και χάνεται ανάμεσα στην ιστορία και το μύθο! Και μόνο η σύγχυση που δημιουργεί ο θρύλος για την ονομασία της αρκεί για να δώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην αναζήτηση στοιχείων. Η θεωρία λέει ότι πήρε το όνομά της από την Πριγκίπισσα Αργυρώ, την επονομαζόμενη «Μονοβύζα», όπως οι θρυλικές Αμαζόνες του Πόντου, μυθική μορφή για την οποία έγραψε ο λογοτέχνης Κώστας Κρυστάλλης (Ηπειρώτικαι αναμνήσεις), ο Νίκος Πολίτης (Παραδόσεις), ο Ιωάννης Λαμπρίδης (Ηπειρώτικα μελετήματα), καθώς και ο σύγχρονος Αλβανός λογοτέχνης Ισμαήλ Κανταρέ (Το χρονικό της πέτρινης πόλης).

Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά, στην κοιλάδα ανάμεσα στο Πλατοβούνι και τον ποταμό Δρίνο, σε υψόμετρο 300 μέτρων. Υπήρξε τμήμα του βυζαντινού Δεσποτάτου της Ηπείρου και αναφέρθηκε για πρώτη φορά με το όνομα Αργυρόκαστρο από τον Αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ´ Καντακουζηνό, το 1336.

Περπατώντας στα σοκάκια το βήμα επιταχύνεται παρά το γεγονός ότι το έδαφος ανηφορίζει. Το βλέμμα θέλει να απαθανατίσει ολοένα και περισσότερες εικόνες από τα παλιά αρχοντικά –και όχι μόνο– κτήρια που διασώζονται στην παλιά πόλη, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων χρονολογείται στον 17ο και τον 18ο αιώνα.

Η κατασκευή των κατοικιών είναι χαρακτηριστική και δείχνει την πολυτέλεια μιας άλλης εποχής που δύσκολα βρίσκει κανείς στη σύγχρονη. Είναι ψηλά και φτιαγμένα από ογκόλιθους, οι στέγες είναι καλυμμένες με πέτρινες λαξευτές πλάκες, όπως βρίσκουμε σε παραδοσιακά σπίτια στην περιοχή του Πηλίου και στα Ζαγοροχώρια, οι οποίες αναδεικνύουν το ξεχωριστό τοπικό στιλ. Γι’ αυτό και η πόλη φέρει το προσωνύμιο «Πόλη της Πέτρας», και από το 2005 ανήκει στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, της UNESCO.


Εμπορικός δρόμος στο Αργυρόκαστρο

Τα μικρά μαγαζάκια, τα παλιατζίδικα και τα παλιά καφενεία κυριαρχούν στην περιοχή, της προσδίδουν μια ιδιαίτερη νότα φιλοξενίας και καλωσορίζουν τον επισκέπτη στη θέα τους. Αυτό όμως που τον κερδίζει ανάμεσα στα χαλιά, τις τοπικές φορεσιές, τα χαϊμαλιά, τα παλιά νομίσματα, τα χάλκινα αντικείμενα και τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες είναι το άκουσμα των ελληνικών που καταπραΰνουν κάθε άγχος που δημιουργεί η παραμονή σε μια ξένη και άγνωστη χώρα και κάνουν το μέρος που βρίσκεσαι ακόμα πιο οικείο στις αισθήσεις του.

Εξάλλου το Αργυρόκαστρο, μαζί με τους Άγιους Σαράντα, θεωρείται ένα από τα κέντρα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, και στην πόλη υπάρχει ελληνικό προξενείο με τη γαλανόλευκη να κυματίζει υπερήφανα, όπως απ’ άκρη σε άκρη της Βορείου Ηπείρου.

Σαν αετός πάνω στα τείχη
Σήμα κατατεθέν του Αργυρόκαστρου είναι το φρούριο, στο οποίο έχουν εφαρμοστεί διάφορες αρχιτεκτονικές μορφές από χρονικές περιόδους προ του 12ου αιώνα. Το κάστρο δεσπόζει και κεντρίζει το ενδιαφέρον λόγω της οικοδομικής και ιστορικής επιβλητικότητάς του. Ανάμεσα στους έξι πύργους, τα τείχη, τις καμάρες και τα υπόγεια του κάστρου βρίσκεται και η φυλακή που δημιουργήθηκε από την κυβέρνηση του Ζόγου το 1932, όπου παρέμειναν έγκλειστοι πολιτικοί κρατούμενοι κατά το κομμουνιστικό καθεστώς.

Το πολεμικό μουσείο, το οποίο είναι ανοιχτό στο κοινό, όπως όλο το φρούριο, διαθέτει συναρπαστικά εκθέματα, τα περισσότερα εκ των οποίων προέρχονται από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και τη γερμανική κατοχή. Στις καμάρες του φρουρίου θα ανακαλύψετε κανόνια, όλμους, ενώ στις βιτρίνες θα σας κεντρίσουν το ενδιαφέρον τυφέκια όπως Μάλιχερ, Μάουζερ, Μπρεν και πολλά άλλα, όπως οι εξαρτήσεις και τα κράνη στρατιωτών.

Αποκλείεται να μη βγάλετε αναμνηστική φωτογραφία μπροστά από το ιταλικό άρμα το οποίο κατασκευάστηκε από την αυτοκινητοβιομηχανία της FIAT και το αεροσκάφος της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας!

Πέρα από τα φονικά όπλα, αυτό που αξίζει κάλλιστα σε αυτήν την επίσκεψη, είναι μερικά λεπτά περισυλλογής στα ακροτείχια του φρουρίου. Η θέα που προσφέρεται είναι μαγική. Προσδίδει στο οπτικό πεδίο του παρατηρητή μια πανοραμικότητα και την αίσθηση ότι πετά σαν αετός πάνω από την κοιλάδα του Δρίνου με θέα τα απόκρημνα όρη της Νεμέρτσικας και της Λιντζουριάς (απ' όπου κατάγονται οι εθνικοί ευεργέτες Ζωγράφος, Χρηστάκης, Ζάππας).

Στη γιορτή του τσίπουρου στο Κλεισάρι
Η επίσκεψη στο φρούριο ολοκληρώνεται και ξεκινούν οι προετοιμασίες για το Κλεισάρι, όπου το βράδυ περιμένουν την παρέα στη γνωστή γιορτή του τσίπουρου. To χωριό είναι ορεινό και φημίζεται για τους μορφωμένους ανθρώπους, τους εκπαιδευτικούς του, αλλά και για τα παραδοσιακά του προϊόντα, ιδιαίτερα τα τυριά και το μοσχοβολιστό ρακί, στο οποίο δεν μπαίνει γλυκάνισος. Η ομάδα φτάνει και ακούει καλωσορίσματα στη ντοπιολαλιά της περιοχής, η οποία αναδεικνύει το έντονο προσωδιακό ηχόχρωμα της βορειοηπειρώτικης ελληνικής διαλέκτου.

«Καλώς ήρθατ'ανε! Πούθε σας έχωμε μω’; Να περάσετε καλά! Κατσείτε δώ’για...», άκουσαν τα μέλη της παρέας από χείλη φιλόξενα, πριν αρχίσει το γλέντι, το οποίο επενδύθηκε μουσικά από το κλαρίνο του Κωνσταντίνου Βέρδη και τη φωνή του Θοδωρή Ευαγγέλου υπό τη συνοδεία πεντανόστιμων κρεατομεζέδων και τσίπουρου, με τους ανθρώπους να ενώνουν τα χέρια τους στην πίστα σχηματίζοντας χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς, που λέει και ο Σαββόπουλος για των Ελλήνων τις κοινότητες που φτιάχνουν άλλο γαλαξία.

Συνεχίζεται...

Κείμενο, φωτογραφίες, βίντεο: Χρήστος Κωνσταντινίδης.