13 Νοέμβριος 2019, 16:04 - Τελευταία Ενημέρωση: 13 Νοέμβριος 2019, 15:41

Η καστανοκαλλιέργεια σε άνθηση, προσελκύει ολοένα και περισσότερους νέους

  • Η καστανοκαλλιέργεια σε άνθηση, προσελκύει ολοένα και περισσότερους νέους
    (Φωτ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)

Μπορεί η καστανοκαλλιέργεια στη χώρα μας να βρίσκεται σε άνθηση τα τελευταία επτά χρόνια, προσελκύοντας ολοένα και περισσότερους νέους λόγω και της ανεργίας, όμως ακόμη παραμένει άλυτο προς το παρόν το πρόβλημα της φαιάς (καφετιάς) σήψης του κάστανου, έξι χρόνια μετά την εμφάνισή του και στην Ελλάδα. Τα παραπάνω εξήγησε, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο τ. τακτικός ερευνητής του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών δρ Στέφανος Διαμαντής, σημειώνοντας ότι «στην Ελλάδα, μέχρι στιγμής, μόνο αξιολογούμε το πρόβλημα της εκδήλωσης της σήψης του κάστανου, τη διασπορά και την έντασή του».

Σημείωσε ωστόσο ότι «Ιταλοί ερευνητές αποδίδουν την έξαρσή του στην κλιματική αλλαγή».

Όπως ανέφερε ο δρ Διαμαντής, η σήψη του κάστανου προκαλείται από τον μύκητα Gnomoniopsis castanea, ο οποίος απαντάται ως ενδόφυτο στους βλαστούς ενός και δύο ετών της καστανιάς. Ενδοφυτικοί οργανισμοί απλώς διαβιούν σε συγκεκριμένους ιστούς χωρίς να εκδηλώνουν παρασιτισμό, συμπτώματα ή απώλειες. «Τα τελευταία όμως χρόνια ο μύκητας έχει μετατραπεί σε παράσιτο που προκαλεί πλέον απώλειες αφού εισέρχεται στους νεαρούς αχινούς νωρίς τον Ιούλιο (όταν έχουν μέγεθος ρεβιθιού), με αποτέλεσμα μέχρι την ωρίμανση να προκαλεί σήψη και αλλοίωση της ψίχας του κάστανου», επισήμανε, βάσει της θέσης που διατυπώνουν οι Ιταλοί ερευνητές.

Αναφορές στο πρόβλημα τα τελευταία έξι χρόνια στη χώρα μας έρχονται, σύμφωνα με τον Στ. Διαμαντή, από (μεταξύ άλλων) τα χωριά του Βοΐου Κοζάνης, τη Γρίβα & Καστανερή Κιλκίς, το Δήμο Αγιάς Λάρισας, τη Σκοτίνα Πιερίας και τον Άγιο Γεώργιο Φθιώτιδας. Πάντως, «το 2018 το πρόβλημα στη Γρίβα & Καστανερή αλλά και στο Δήμο Αγιάς (Μελιβοία, Σκήτη, Ποταμιά) ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένο», σημείωσε. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε ότι όταν έμποροι διαπιστώσουν την ύπαρξη τέτοιων καρπών μέσα σε ποσότητα προϊόντος, αρνούνται να προβούν σε αγορά.


(Φωτ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)

Υπογραμμίζοντας ότι «χρειάζονται περισσότερα στοιχεία για να εμπεδωθεί ότι το πρόβλημα προκαλείται ως παρενέργεια της κλιματικής αλλαγής», ο Στ. Διαμαντής επισήμανε ότι αν και μεγάλο ποσοστό των καστανεώνων της χώρας μας πλέον αρδεύονται, ωστόσο η ετήσια εθνική παραγωγή επηρεάζεται από το πόσο ξηροθερμικά είναι τα καλοκαίρια. «Φέτος, για παράδειγμα, η Κρήτη έχει σημαντικά μειωμένη παραγωγή λόγω της θερινής ανομβρίας», υπογράμμισε, προσθέτοντας πως «αν δεχθούμε ότι η κλιματική αλλαγή στην εύκρατη ζώνη θα εκδηλώνεται συχνότερα με ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως είναι τα ξηροθερμικά καλοκαίρια, τότε θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι ότι οι ετήσιες αυξομειώσεις στην παραγωγή κάστανου θα είναι εντονότερες και συχνότερες».

«Η καστανιά πρέπει να αρδεύεται με φειδώ», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Στ. Διαμαντής, σημειώνοντας ότι «η πολλή υγρασία στο έδαφος ευνοεί την εκδήλωση της ασθένειας της μελάνωσης, που προκαλείται από παθογόνα του γένους Phytopthora.

»Αρδεύοντας επομένως σύμφωνα με τις υποδείξεις ειδικών, προστατεύονται τα δένδρα από τη μελάνωση και γίνεται και οικονομία στα αποθέματα νερού που στο εγγύς ή απώτερο μέλλον θα πρέπει να διαχειριζόμαστε πιο ορθολογικά».

Η καλλιέργεια καστανιάς σε άνθηση, λόγω υψηλής τιμής
«Οι ανοδικές τάσεις στην τιμή του κάστανου τα τελευταία επτά περίπου χρόνια, λόγω των εξαγωγών στην Ιταλία, αύξησε το ενδιαφέρον για περιποίηση εγκαταλελειμμένων καστανεώνων, εφαρμογή εντατικότερης καλλιέργειας στους υπάρχοντες και ίδρυση νέων», σύμφωνα με όσα είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Στ. Διαμαντής. Πρόσθεσε ακόμα ότι η ανεργία οδήγησε αρκετούς νέους σε ηλικία στον αγροτικό τομέα «και ιδιαίτερα στα κεφαλοχώρια των νέων δήμων όπου υπάρχουν βασικές υποδομές».

«Έχουν ήδη φυτευτεί αρκετές νέες φυτείες με ανοδική τάση», συμπλήρωσε, λέγοντας ωστόσο ότι δεν τον βρίσκουν σύμφωνο τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που μιλάνε για φύτευση 1.445.185 δένδρων σε καστανεώνες και εθνική παραγωγή ύψους 30.304 τόνων. «Η παραγωγή που δίνει η ΕΛΣΤΑΤ κατά τη γνώμη μου είναι κατά πολύ υψηλότερη της πραγματικής και διερωτώμαι από πού αντλούνται τα στοιχεία», επισήμανε και πρόσθεσε ότι ο αριθμός των παραγωγών που ασχολείται με την καστανοκαλλιέργεια κυμαίνεται σε 10.000 άτομα και η παραγωγή σε 20.000 τόνους για το 2018».


(Φωτ.: pixabay.com)

Πώς θα αξιοποιηθούν οι ευοίωνες δυνατότητες που εντοπίζονται
«Για να ελπίζουμε ότι κάτι θα αλλάξει στην καλλιέργεια της καστανιάς χρειάζονται διήμερα ή τριήμερα σεμινάρια σε περιοχές όπου καλλιεργείται το δέντρο με ομιλητές που θα καλύπτουν όλο το εύρος της καλλιέργειας και εμπορίας, και επισκέψεις στο ύπαιθρο με συζητήσεις και ανταλλαγή απόψεων με τους παραγωγούς» σημείωσε ο Στ. Διαμαντής.

Επανέλαβε δε ότι «πιστοποίηση του ελληνικού γενετικού υλικού καστανιάς και η παραγωγή και διάθεση άριστου εντόπιου φυτευτικού υλικού σε προσιτές τιμές, η καθιέρωση κινήτρων για την αντικατάσταση των υπέργηρων δένδρων με νέα, η φύτευση πιο αποδοτικών ποικιλιών ή προελεύσεων, και σε διάστημα μιας δεκαετίας η ίδρυση νέων σύγχρονων καστανεώνων, όπου οι κλιματοεδαφικές συνθήκες το επιτρέπουν, η χρήση της καστανιάς σε αναδασωτικά προγράμματα και δασώσεις αγρών, καθόσον αποτελεί πολύτιμο, αυτόχθονο, δασοπονικό είδος κ.ά.».

Αυτά είναι μερικά από όσα πρέπει να συμπεριληφθούν σε μια δυναμική πολιτική που θα πρέπει να χαραχθεί σε εθνικό επίπεδο.

Θα πρέπει επίσης να υπάρξει διαφήμιση των ευεργετικών διατροφικών χαρακτηριστικών και της βιολογικής καθαρότητας του προϊόντος, βελτίωση της εμπορίας του νωπού και μεταποιημένου καρπού, αξιοποίηση του κάστανου ως στοιχείου ανάπτυξης αγροτουρισμού –ιδιαίτερα κατά την περίοδο ωρίμανσης και συλλογής των καρπών με γιορτές κάστανου και άλλες εκδηλώσεις– και συστηματική εκπαίδευση και ενημέρωση των παραγωγών σε θέματα σχετικά με το κάστανο και την καλλιέργειά του από ειδικευμένους επιστήμονες (σεμινάρια, εκλαϊκευμένο έντυπο υλικό κτλ.).

Υπογραμμίζοντας δε ότι η τυποποίηση και η μεταποίηση κάστανου, μετά από τόσα χρόνια έχουν γίνει περισσότερο γνώριμες ως έννοιες, αποκάλυψε ότι «μια ολοκληρωμένη μονάδα μεταποίησης κάστανου εγκαθίσταται στην Αρκαδία και ευελπιστώ ότι θα αρχίσει παραγωγή το 2020».

Η καστανιά απαντάται σε 29 νομούς της χώρας και διακρίνονται έξι σαφείς πληθυσμοί και όχι ποικιλίες φρουτοπαραγωγικών δένδρων καστανιάς, οι οποίοι προς το παρόν διαχωρίζονται μάλλον από τη γεωγραφική τους διασπορά παρά από τις γενετικές τους διαφορές. Αυτοί είναι οι Κοζάνης ή Βοΐου, Βόλου ή Πηλίου, Καρπενησίου, Πάρνωνα, Λέσβου και Κρήτης. Οι εν λόγω πληθυσμοί έχουν εγκλιματιστεί και η ποσοτική και ποιοτική απόδοσή τους είναι ικανοποιητική, σύμφωνα με τον Στ. Διαμαντή, ο οποίος επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι πληθυσμοί αυτοί ακόμα δεν έχουν μελετηθεί και αξιολογηθεί επαρκώς, ώστε να πιστοποιηθούν και να υπάρχει η δυνατότητα να χρησιμοποιείται άριστο τοπικό γενετικό υλικό σε κάθε περιοχή της χώρας».

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Έλενα Αλεξιάδου.