6 Οκτώβριος 2019, 13:31 - Τελευταία Ενημέρωση: 6 Οκτώβριος 2019, 13:17

Η μακεδονική λύρα και οι παραδοσιακές μουσικές της Δράμας

  • Η μακεδονική λύρα και οι παραδοσιακές μουσικές της Δράμας
    (Φωτ.: Γιώργος Μαυρίδης)

Στη Δράμα συναντούμε μια ιδιαίτερη τοπική λαϊκή παράδοση με ρίζες πανάρχαιες. Δρώμενα αρχέγονα, τα οποία τελούνται στις αρχές του Γενάρη για την ευγονία και την καλοχρονιά, για το καλό και την ευημερία της κοινότητας, επιζητώντας τον ερχομό της άνοιξης. Σε αυτά τα δρώμενα, ομάδες αντρών μεταμφιέζονται, ή  όπως λένε «γίνονται» αράπηδες, αρκούδες και μπαμπούγερα. Ντύνονται με δέρματα ζώων, φορούν μάσκες τραγόμορφες και ζώνονται με κουδούνια τα οποία κουνούν με κάθε τους κίνηση, έτσι ώστε με το θόρυβο να διώξουν κάθε κακό μακριά.

Αυτός ο περιπλανώμενος θίασος γυρνάει με τη συνοδεία των τοπικών οργάνων ολόκληρο το χωριό και ευλογεί με αυτόν τον τρόπο την κοινότητα.

Αρκετοί μελετητές και λαογράφοι τα ανάγουν σε διονυσιακά ή διονυσιακού χαρακτήρα. Αυτές τις παραδόσεις συναντούμε στα χωριά Πύργοι, Ξηροπόταμος, Πετρούσα, Μοναστηράκι, Βώλακας, Καλή Βρύση, Μικρόπολη και Παγονέρι.

Στα τέσσερα πρώτα χωριά υπάρχει η ζυγιά της τρίχορδης αχλαδόσχημης μακεδονικής λύρας και του νταχαρέ, ενός τυμπάνου με δέρμα κατσικιού και ζίλια. Στα υπόλοιπα χωριά η παραδοσιακή ζυγιά είναι γκάιντα με νταχαρέ. Σημαντικό είναι επίσης το τοπικό ηχόχρωμα του Βώλακα με τις γυναικείες φωνές σε διφωνικό τραγούδι (φωνή και ισοκράτημα).

Η λύρα Μακεδονίας (ή Δράμας) είναι αρχέγονο όργανο το οποίο λόγω της απομόνωσης των πληθυσμών δεν παρουσίασε σημαντικές αλλαγές στο πέρασμα των χρόνων. Είναι τρίχορδη, με τις χορδές να είναι φτιαγμένες από έντερο κατσικιού. Αυτό, σε συνδυασμό με το κούρδισμά της, της αποδίδει έναν πρωτόγονο, διονυσιακό χαρακτήρα με βυζαντινό ηχόχρωμα. Κουρδίζεται σε διαστήματα οκτάβας και καθαρής πέμπτης. Με τη μεσαία χορδή να είναι ο ισοκράτης (παίζεται μόνο με το δοξάρι και όχι με το νύχι) κουρδισμένη σε Λα3, η πίσω χορδή, που παίζεται με την ψίχα του δαχτύλου, κουρδίζεται Μι (μια 5η πάνω) και η πρώτη χορδή (παίζεται με το νύχι) κουρδίζεται σε Λα4.

Οι τόνοι δεν είναι απόλυτοι και ο κάθε λυράρης κούρδιζε όπου του άρεσε στο αυτί την πρώτη χορδή, οι αναλογίες όμως των διαστημάτων παραμένουν σταθερές. Η τονική έκτασή της είναι περίπου μία οκτάβα και δύο τόνοι.

Πρόκειται δηλαδή για ένα μουσικό όργανο με δωρικό ύφος και ηχόχρωμα, που φαινομενικά είναι φτωχό, στην πράξη όμως συνοδεύει και αποδίδει σωστά τους τοπικούς χορούς και τραγούδια τα οποία είναι ουκ ολίγα. Συρτοί χοροί επτάσημοι, χασαπιές, ελαφρύς (λέκα) και βαρύς αντικριστός (τέσκα), μπαϊντούσκες και καθιστικοί σκοποί, καρσιλαμάδες και ευζωνικοί χοροί είναι κάποια δείγματα από τον πλούτο της τοπικής μουσικοχορευτικής παράδοσης των ανωτέρω χωριών.

Γιώργος Μαυρίδης
_____

Γεννήθηκε στη Δράμα το 1984. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πληροφορικής του ΑΠΘ, έχει σπουδάσει στο εξωτερικό και έχει αποκτήσει το BA (Hons) Music Technology Specialist του London College of Music – Thames Valley University. Εργάζεται ως συνθέτης μουσικής θεατρικών παραστάσεων, ενώ από το 2011 ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την παραδοσιακή μουσική της Δράμας. Αφορμή ήταν η παρακολούθηση του εθίμου των Αναστεναριών στη Μαυρολεύκη Δράμας, όπου ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με τη λύρα της Θράκης. Μερικούς μήνες αργότερα πήρε την πρώτη του λύρα (μακεδονική) από τον Ξηροπόταμο Δράμας, κατασκευής Αβραάμ Δεμίση.

Από το 2013 ζει στην Αθήνα, όπου και ξεκίνησε μαθήματα οργανοποιίας στη σχολή ΚΕΠΕΜ - «Σίμων Καράς», υπό την καθοδήγηση του δασκάλου Μανώλη Γιαννουλάκη. Από το 2019 είναι δάσκαλος μακεδονικής & θρακιώτικης λύρας και μουσικής τεχνολογίας στη σχολή «Σίμων Καράς». Είναι αυτοδίδακτος μουσικός στη λύρα και το τραγούδι.

Έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη και προβολή της παραδοσιακής μουσικής του τόπου του. Έχει συμμετάσχει σε μουσικοχορευτικές παραστάσεις πολιτιστικών συλλόγων, σεμινάρια και μαθήματα παραδοσιακών χορών. Έχει ασχοληθεί με την έρευνα και κατασκευή της τοπικής αχλαδόσχημης λύρας. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι έχει εισαγάγει τη μουσική παράδοση της Δράμας σε μαγαζιά, θέατρα και μουσικές σκηνές της Αθήνας, άκουσμα το οποίο δεν υπήρχε πριν.