9 Σεπτέμβριος 2019, 17:00 - Τελευταία Ενημέρωση: 9 Σεπτέμβριος 2019, 15:34

Παιδιά με μεγαλύτερο αδερφό μιλούν αργότερα συγκριτικά με εκείνα που έχουν μεγαλύτερη αδερφή

  • Παιδιά με μεγαλύτερο αδερφό μιλούν αργότερα συγκριτικά με εκείνα που έχουν μεγαλύτερη αδερφή
    (Φωτ.: pixabay.com)

Τα αποτελέσματα μελέτης που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Psychological Science έδειξαν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με μεγαλύτερο αδερφό παρουσιάζουν καθυστερημένη γλωσσική ανάπτυξη, η οποία ωστόσο είναι ιδανική για εκείνα που έχουν μεγαλύτερη αδερφή.

Αν και πιστεύουμε ότι γενικά τα παιδιά που έχουν μεγαλύτερο αδερφό ή αδερφή μιλούν γρηγορότερα, δεδομένου ότι βρίσκονται σε ένα περιβάλλον με περισσότερα γλωσσικά ερεθίσματα, οι πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι τα αποτελέσματα ποικίλλουν.

Οι ερευνητές παρακολούθησαν 1.000 παιδιά από τη γέννησή τους μέχρι και τα 5,5 χρόνια. Οι γλωσσικές τους ικανότητες αξιολογήθηκαν στα 2, στα 3 και στα 5,5 έτη, μετρώντας διαφορετικούς τομείς της γλώσσας (λεξιλόγιο, σύνταξη, κατανόηση κειμένου). Βρέθηκε ότι τα παιδιά που είχαν μεγάλο αδερφό είχαν μια περίπου δίμηνη καθυστέρηση στη γλωσσική ανάπτυξη συγκριτικά με εκείνα που είχαν μεγάλη αδερφή.

Υπάρχουν δύο πιθανές υποθέσεις που εξηγούν αυτό το εύρημα. Πρώτον, τα κορίτσια είναι πολύ πιο πρόθυμα να μιλάνε στα μικρότερα αδέρφια τους απ’ ότι τα αγόρια, αντισταθμίζοντας έτσι την ελλιπή διαθεσιμότητα των γονιών. Σύμφωνα με τη δεύτερη υπόθεση, τα κορίτσια ανταγωνίζονται πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα αγόρια με τα αδέρφια τους για την προσοχή των γονέων.

Βέβαια και οι μεγάλοι αδερφοί έχουν να προσφέρουν πολλά στα μικρότερα αδέρφια, όπως προστασία από δυνάμει «τραμπούκους» στις παιδικές χαρές και απόσπαση του θυμού των γονέων, αλλά επηρεάζουν αρνητικά την γλωσσική ανάπτυξη.

Οι ερευνητές φιλοδοξούν να εξετάσουν και την επίδραση της κουλτούρας, ιδιαίτερα της συγκεκριμένης γεωγραφικής καταγωγής σε αυτά τα αποτελέσματα.

Η έρευνα διεξήχθη σε συνεργασία του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (CNRS), του νοσοκομείου του Παρισίου AP-HP, του ιδρύματος ερευνών EHESS, του πανεπιστημίου του Παρισίου ENS και του γαλλικού ερευνητικού ιδρύματος INSERM.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ.