Θεόφιλος Πουταχίδης
3 Σεπτέμβριος 2019, 09:03

Περί θελήσεως

Απ’ όλες τις αρετές, αυτή που προσωπικά θεωρώ υπέρ το δέον διαφημισμένη και υπερτιμημένη είναι αυτή που ονομάζεται θέληση. Δεν λέω πως δεν την παραδέχομαι για αρετή, για προτέρημα και κόσμημα του χαρακτήρα, ίσα-ίσα∙ απλώς λέω πως δεν την έχω περί πολλού. Ακούω και διαβάζω τους ύμνους που σκάρωσαν διάφοροι διανοητές προς τιμήν της σιδερένιας θέλησης, μα ποτέ δεν μπόρεσα να βάλω μέσα μου τα λόγια τους για τα καλά∙ να τα παραδεχτώ ολότελα χωρίς επιμέρους αιρέσεις και διευκρινήσεις.

Λέγεται και γράφεται πως η ισχυρή θέληση είναι μια δύναμη κινητήρια προς την επίτευξη στόχων μέσα στη ζωή, και προϋπόθεση για σπουδαίες κατακτήσεις κι επιτεύγματα.

Τούτη η φιλοσοφία συνοψίζεται κάπως συμβολικά, αν και όχι με πάσα ακρίβεια, με τη ρήση ενός Βραζιλιάνου συγγραφέα ονόματι Κοέλιο. Αυτός σ’ ένα από τα βιβλία του έγραψε: «όταν θέλεις κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το κατορθώσεις». Κι αυτό έχει την αλήθεια του, αν δεν το πάρει κανείς στην κυριολεξία.

Δηλαδή, δεν είναι ότι αν έχεις κανένα μεγάλο θέλω θα συνωμοτήσουν οι πλανήτες, τα άστρα και τα ζώδια και οι… εξωγήινοι, για να σου γίνει το κέφι. Μάλλον είναι το ότι ένα μεγάλο θέλω οπλίζει τον άνθρωπο με επιμονή, υπομονή, εργατικότητα, πειθαρχία, προσήλωση κι αποφασιστικότητα στην προσπάθεια ν’ αποκτήσει αυτό που τόσο λαχταράει. Από πάνω, βέβαια, βάλτε και την ετοιμότητα για την αρπαγή κάθε ευκαιρίας που θα παρουσιαστεί για την πραγματοποίησή του.

Τούτα τα πράγματα, όμως, ποτέ δεν ένιωσα πως ταιριάζουν στον δικό μου χαρακτήρα. Οι σιδερένιες θελήσεις εννοώ, και οι πειθαρχίες. Τα λίγα πράγματα που κατάφερα να κάνω με πολλή αφοσίωση, ατέλειωτες ώρες δουλειάς, αγώνα, με ιδρώτα κι αιματηρές θυσίες και στερήσεις, τα έκανα με άλλα κίνητρα. Κι αυτό μου φαίνεται πως δεν θ’ αλλάξει και για ό,τι μπορέσω να κάνω στο μέλλον – πρώτα ο Θεός. Τώρα που πέρασαν λίγο τα χρόνια καταλαβαίνω πως δεν είχα ποτέ για κινητήρια δύναμη την τρομερή θέληση και την ακατάβλητη δύναμη του χαρακτήρος. Πιο πολύ για μένα μετράει η ακατανίκητη έλξη της περιπέτειας για την αναζήτηση της αλήθειας, η ακόρεστη περιέργεια για το πώς λειτουργούν τα πράγματα στον κόσμο, η φιλομάθεια. Από την άλλη είναι και η συνεχής τάση για μια κάποια προσφορά, έστω και μικρή, στον συνάνθρωπο∙ μια συμβολή στην προσπάθεια της ανθρωπότητας γενικότερα για πρόοδο και για μια καλύτερη και πιο ουσιώδη ζωή.

Κατά μια έννοια μπορεί να πει κανείς πως τούτα που βάζω μπροστά του λόγου μου είναι κι αυτά θελήματα. Ίσως να έχει δίκιο.

Εις μάτην όμως∙ όλη αυτήν την κουβέντα για τη δύναμη της θελήσεως και του νου και της θετικής σκέψης δεν την χώνεψα ποτέ μου. Πιο πολύ για αερολογίες κι αμπελοφιλοσοφίες μού ακούγονται αυτά τα πράγματα. Άλλωστε, στο πρόσκαιρο πέρασμα που κάνουμε όλοι οι άνθρωποι από τον μάταιο τούτο κόσμο, το μόνο μεγάλο θέλω που ’χει ουσιαστικό νόημα είναι τελικά μόνο ένα: Τη βασιλεία των ουρανών πρέπει να επιθυμούμε διακαώς κι όλα τα υπόλοιπα θα μάς προστεθούν, όπως είπε ο Κύριος και Σωτήρας και μοναδική μας ελπίδα, δηλαδή ο Χριστός.

Τέλος πάντων, το παραδέχομαι πως αυτήν την αρετή την έχω παρεξηγημένη και την αδικώ. Αλλά έχω μια καλή δικαιολογία γι’ αυτό μου το ατόπημα. Βλέπετε έχω σιχαθεί στους καιρούς μας να βλέπω μετριότητες ή ακόμα και –σε ακραίες περιπτώσεις– απελπιστικά ατάλαντους ανθρώπους, να πετυχαίνουν πράγματα με μοναδικό τους όπλο τη θέληση. Είχα την πεποίθηση ότι η ισχυρή θέληση βοηθά μόνο όταν συνδυάζεται με την ποιότητα και το ταλέντο. Αλλά η πραγματικότητα που ζούμε χωρίς αμφιβολία με βγάζει ψεύτη.

Από ηγέτες κρατών και υπουργούς, μέχρι καθηγητές πανεπιστημίου. Από πετυχημένους επιχειρηματίες μέχρι προβεβλημένους καλλιτέχνες. Από ανθρώπους με πάσης φύσεως υψηλά αξιώματα μέχρι διανοητές δήθεν περισπούδαστους και φιλοσοφημένους. Ακόμα και γιατρούς σε υψηλές θέσεις μπορεί να δει κανείς τέτοιους… το φαντάζεστε; Σταυροκοπιέται κανείς σαστισμένος και λέει από μέσα του: «πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να πέτυχε να κατακτήσει αυτό τ’ αξίωμα ή να βρίσκεται σ’ αυτήν την τόσο υπεύθυνη θέση;».

Αδιανόητα, άρρωστα πράγματα. Δεν νομίζω ότι υπερβάλλω αν για αρκετές περιπτώσεις τα χαρακτηρίσω κι εγκληματικά.

Δεν ξέρω αν και στις προηγούμενες εποχές ήταν τόσο έντονο αυτό το φαινόμενο. Ίσως πάντοτε να ήταν και να είναι έτσι. Δηλαδή η σιδερένια θέληση να είναι πιο σημαντικό πράγμα από το ταλέντο, την ικανότητα και την ποιότητα, για να πετύχει κανείς σ’ αυτήν την κοινωνία. Δεν ζήλεψα ποτέ μου αυτούς που θεωρεί ο κόσμος πετυχημένους, προβεβλημένους και διάσημους. Για μένα πραγματικά πετυχημένοι είναι μονάχα οι άγιοι της ορθόδοξης πίστης μας.

Από την άλλη, χαίρομαι αφάνταστα και καμαρώνω τα ταλέντα και τις εξαιρετικές ικανότητες των άλλων ανθρώπων. Δεν τα φθονώ. Αυτούς όμως που όντες ατάλαντοι αγωνίζονται με θέληση σιδερένια, πείσμα και μετερχόμενοι όλων των μέσων –ηθικών κι ανήθικων– να πετύχουν σε κάτι για το οποίο δεν είναι φτιαγμένοι, τους λυπάμαι. Μα πιο πολύ λυπάμαι τις κοινωνίες που τους ανταμείβουν, σκύβουν υποταγμένες κι άβουλες μπροστά τους και παραδίδονται στα δικά τους χέρια.