27 Αύγουστος 2019, 00:00 - Τελευταία Ενημέρωση: 26 Αύγουστος 2019, 22:46

Cesária Évora, η ξυπόλυτη ντίβα της εξωτικής θλίψης

  • Cesária Évora, η ξυπόλυτη ντίβα της εξωτικής θλίψης
    (Φωτ.: EPA / Peter Kollanyi)

Το ημερολόγιο έγραφε 27 Αυγούστου 1941 όταν ο κόσμος υποδέχθηκε την Cesária Évora (Σεβάρια Εβόρα, ή πιο σωστά Σεζάριε Εβούρε στα πορτογαλικά), την κόρη ενός βιολιστή που πέθανε επτά χρόνια αργότερα και μιας μαγείρισσας που αγωνίστηκε μάταια με τα πενιχρά εισοδήματά της να μεγαλώσει επτά παιδιά. Αυτό που δεν γνώριζε τότε κανείς στο νησί Σάο Βισέντε του νησιωτικού συμπλέγματος του Πράσινου Ακρωτηρίου ήταν ότι είχε γεννηθεί μια ντίβα, μια τραγουδίστρια της εξωτικής θλίψης.

Στα 10 της η Σιζέ, όπως ήταν το χαϊδευτικό της, μπήκε σε καθολικό ορφανοτροφείο, κάτι που αποδείχθηκε καθοριστικό καθώς τότε ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική συμμετέχοντας στη χορωδία.

Στα 16 της, και ενώ εργαζόταν ως ράφτρα, συνάντησε τον Εντουάρντο, έναν ναυτικό που τη μύησε στα παραδοσιακά μουσικά στιλ των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου, στα σατιρικά τραγούδια κοινωνικής κριτικής (κολαντέιρα) και στα τραγούδια της λύπης, της μελαγχολίας και της νοσταλγίας (μόρνα). Τη δεκαετία του 1960 Cesária Évora ξεκίνησε να τραγουδά σε τοπικά μπαρ και ξενοδοχεία για ένα πενιχρό μεροκάματο ή για ένα ποτήρι από το τοπικό ποτό γκρογκ.

Τη δεκαετία του 1970 ήταν πλέον διάσημη στο νησί Σάο Βισέντε, χωρίς όμως η επιτυχία της αυτή να βελτιώσει τα οικονομικά της. Έτσι, αποφάσισε να σταματήσει το τραγούδι για να μπορέσει να θρέψει τα δύο παιδιά που είχε αποκτήσει εκτός γάμου. Επί δέκα χρόνια δεν τραγούδησε, χρόνια που η ίδια τα περιέγραφε «ως σκοτεινά». Αυτή ήταν και η περίοδος που πάλεψε με τον αλκοολισμό.


(Φωτ.: EPA / Katia Christodoulou)

Τη διεθνή της επιτυχία την οφείλει σε δύο συμπατριώτες της που ζούσαν στην Ευρώπη: Στον Μπάνα που την προσκάλεσε να τραγουδήσει στην Πορτογαλία και τον Ζοζέ ντα Σίλβ που την έπεισε να μεταβεί στο Παρίσι για να ηχογραφήσει ένα δίσκο. Το άλμπουμ La Diva Aux Pieds Nus (Η Ξυπόλητη Ντίβα) κυκλοφόρησε το 1988 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Έγινε γνωστή ως «ξυπόλητη ντίβα» επειδή συνήθιζε να τραγουδά χωρίς παπούτσια ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη φτώχεια που επικρατούσε στην πατρίδα της.

Η Cesária Évora εκτοξεύτηκε στο διεθνές μουσικό στερέωμα με το τέταρτο άλμπουμ της Miss Perfumado (1992), με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 300.000 αντίτυπα χάρις στο τραγούδι «Sodade» που έγινε η πρώτη διεθνής επιτυχία της. Η πορτογαλική λέξη saudade έχει περίπλοκη σημασία που είναι δύσκολο να μεταφραστεί· σημαίνει γενικά νοσταλγία, πόθο, λύπη και μετάνοια. Η έκφραση της sodade αποτελεί εσωτερικό στοιχείο στη μουσική του Πράσινου Ακρωτηρίου.

Το 1995 η Cesária Évora ήταν υποψήφια για Βραβείο Γκράμι στην κατηγορία της World Music με το άλμπουμ Cesaria. Θα το κερδίσει τελικά το 2003 για το άλμπουμ Voz d’ Amor.

Τον Μάιο του 2010 υπέστη καρδιακή προσβολή στην Πορτογαλία όπου βρισκόταν για σειρά συναυλιών και υποβλήθηκε σε εγχείριση ανοιχτής καρδιάς στο Παρίσι. Τον Σεπτέμβριο του 2011 ανακοίνωσε ότι θέτει τέλος στη μουσική της καριέρα ακυρώνοντας τις προγραμματισμένες συναυλίες, καθώς βρισκόταν «σε κατάσταση μεγάλης εξάντλησης». Έφυγε από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου 2011 κατόπιν βραχείας νοσηλείας στην εντατική νοσοκομείου της πατρίδας της.

Η μουσική ιστορία γράφει για την Cesária Évora ότι ήταν η βασίλισσα των μόρνα, των τραγουδιών της εξωτικής θλίψης που συνδυάζουν τους ρυθμούς της Δυτικής Αφρικής, τα πορτογαλικά φάντο (fado), τα βραζιλιάνικα μοντχίνα (modhina) και τους αγγλικούς ναυτικούς σκοπούς (sea shanty).