Παντελής Σαββίδης
3 Αύγουστος 2019, 09:09

Οι θεατές της Αθήνας

Πριν από λίγους μήνες διάβασα το δίτομο έργο του Νίκου Παπαδάκη, διευθυντή του Ιδρύματος Ελευθερίου Βενιζέλου, για τον μεγαλύτερο Έλληνα πολιτικό του 20ού αιώνα. Στο κεφάλαιο κυρίως του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου είδα για άλλη μια φορά πώς ελισσόταν ο Βενιζέλος μεταξύ των δυνάμεων της εποχής για να καταλάβει η Ελλάδα μια καλή θέση την επομένη της νίκης τους, όπως την διέβλεπε, παρόλο που είχε δύο τεράστιες δυσκολίες: το εσωτερικό μέτωπο με τον βασιλιά και την επιθυμία των δυνάμεων να συμπεριλάβουν την Τουρκία στους συμμάχους τους. Μια Τουρκία που βρισκόταν σε διαρκή υποχώρηση και δεν είχε ούτε τον σημερινό πληθυσμό που να την καθιστά ενδιαφέρουσα δύναμη της περιοχής. Και όμως, προκαλούσε το μεγάλο ενδιαφέρον των δυνάμεων.

Αναλαμπές του είδους του Βενιζέλου η Ελλάδα είχε ελάχιστες. Και όλες βασίστηκαν στην προσωπική ικανότητα των κυβερνητών.

Η χώρα δεν κατόρθωσε, δυστυχώς, παρά τις δυνάμεις που αναλώνει, να διαμορφώσει έναν μηχανισμό που να προβλέπει εξελίξεις και να διαμορφώνει πολιτική. Τρέχει πίσω από τα γεγονότα, ή προσφέρει την συμμετοχή της σε δυνάμεις που βλέπει ότι την ευνοούν με την πολιτική τους στην περιοχή. Στο υπουργείο Εξωτερικών επικρατεί μάλιστα μια πολιτική αντίληψη η οποία αποδίδεται στον Μολυβιάτη και λέει, με απλά και αγοραία λόγια, πως δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτε – όποτε αναλάβαμε πρωτοβουλίες είχαμε δυσάρεστα αποτελέσματα.

Αν πράγματι τα αποτελέσματα θα είναι νομοτελειακά δυσάρεστα, ίσως δεν πειράζει η αδράνεια σε πρωτοβουλίες. Αλλά δεν θα μπορούσαν να αλλάξουν οι μηχανισμοί παραγωγής και υλοποίησης πολιτικής; Η Αθήνα περιμένει να της ανατεθεί ρόλος, και στην καλύτερη περίπτωση προσπαθεί να αρθρώσει ένα «όχι» σε μείζονα ζητήματα κυριαρχίας και όχι απλώς κυριαρχικών δικαιωμάτων που της αμφισβητούνται. Σε αντίθεση, βεβαίως, με την Τουρκία.

Στη γειτονική χώρα υπήρξαν ηγετικές προσωπικότητες που επηρέασαν την πολιτική της, και ο Ερντογάν είναι μία από αυτές. Αλλά έχουν δημιουργηθεί και αποτελεσματικοί θεσμοί στη διαμόρφωση εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής που δίδουν σήμερα αποτελέσματα.

Η Τουρκία, στην οποία οι Έλληνες πριν από μερικά χρόνια αναφέρονταν με συμπάθεια για την οπισθοδρομική της κατάσταση, έχει κάνει τεράστια βήματα στις υποδομές, τη δημόσια συμπεριφορά των πολιτών της στα μεγάλα αστικά κέντρα, στην οικονομία της, στην αμυντική παραγωγή της. Και, αν και αντιμετωπίζει τα διλήμματα της Παγίδας του Θουκυδίδη (ο ισχυρός παρεμβαίνει και περιορίζει τον ανερχόμενο σε ένα κρίσιμο σημείο, πέραν του οποίου θα χαθεί ο έλεγχος), καταφέρνει και θέτει διλήμματα στα μεγάλα και ισχυρά διεθνή κέντρα που εντέλει την ευνοούν.

Έχει φέρει σε αδιέξοδο την αμερικανική πολιτική, από την επιρροή της οποίας θέλει να αποστεί, και εκεί που όλος ο κόσμος ανέμενε να υποστεί τις γνωστές κυρώσεις λόγω S-400, έχει καταφέρει να αντιστρέψει τους όρους: να επιχειρεί ο Αμερικανός πρόεδρος να την κρατήσει στο ΝΑΤΟ, από το οποίο ο Ερντογάν απείλησε τον Τραμπ ότι θα αποσύρει τη χώρα του αν οι κυρώσεις επιβληθούν.

Εκεί που μας χρωστούσαν, μας πήραν και το βόδι.

Έχει καταφέρει, επίσης, να παίζει όπως θέλει την Ευρώπη, η οποία επισείει το χαρτί της τουρκικής ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να ασκήσει πολιτική. Προφανώς και έχουν αντιληφθεί στην Ευρώπη ότι η Τουρκία αλλάζει προσανατολισμό και στρέφεται προς την Ευρασία, και η αλλαγή αυτή είναι στρατηγικού χαρακτήρα. Δεν είναι μπλόφα. Αλλά δεν έχουν άλλη πολιτική, παρά τα διάφορα φληναφήματα, για να την αντιμετωπίσουν.

Η ερντογανική Τουρκία, επίσης, η οποία προς το παρόν διατηρεί καλές σχέσεις με τη Ρωσία, αντιλαμβανόμενη πως τα στρατηγικά της συμφέροντα με τη Μόσχα σε θέματα Μέσης Ανατολής μπορεί να αποκλίνουν, αναζητά και νέες συμμαχίες, π.χ. με την Κίνα, ώστε να καλύψει το κενό – αν παρουσιαστεί. Παίζει, δηλαδή, σε ένα ευρύτερο ταμπλό. Και μη μου πείτε ότι είναι θέμα πληθυσμού. Και παλαιότερα το ίδιο έκανε, που δεν είχε τον σημερινό πληθυσμό (δείτε το βιβλίο του Φρανκ Βέμπερ Ο επιτήδειος ουδέτερος).

Σε αντίθεση λοιπόν με την Τουρκία, στην Ελλάδα υπήρξε πλήρης αδιαφορία τα προηγούμενα χρόνια – αν και τα μηνύματα για το πού οδηγεί τα πράγματα η Άγκυρα είχαν σταλεί δημοσίως. Υπήρξαν σαφείς δηλώσεις Τούρκων επισήμων για τα στρατιωτικά σχέδια της χώρας τους, τα οποία τώρα αποδίδουν. Τα τουρκικής κατασκευής UAV στέρησαν τη δυνατότητα από τον στρατάρχη Χαφτάρ να καταλάβει την πρωτεύουσα Τρίπολη στη Λιβύη, γι’ αυτό και οι σκληρές δηλώσεις του κατά της Τουρκίας.

Ένα πανηγύρι διαφθοράς και επαρχιώτικου, ανεδαφικού, αθηναϊκού «κοσμοπολιτισμού» βύθισε τη χώρα σε μια κρίση από την οποία δεν πρόκειται να βγει ποτέ. Έχει καταστεί προτεκτοράτο. Ένα μέτριο πολιτικό σύστημα, τη μετριότητα του οποίου επιβεβαιώνουν δηλώσεις και της σημερινής κυβέρνησης που –υποτίθεται– ανέβασε τον πήχη, (χαρακτηριστικότερη αυτή περί αποβρασμάτων της κοινωνίας), δεν μπορεί να δει πέρα από τη μύτη του.

Οι παράμετροι εξάρτησης στην ελληνική εξωτερική πολιτική είναι τόσο πολλές και τόσο σύνθετες που διαμορφώνουν δυσεπίλυτη εξίσωση.

Τα κυριότερα προβλήματα της χώρας σήμερα είναι δύο: το δημογραφικό και η σχέση κέντρου-περιφέρειας. Και τα δύο είναι απόλυτης προτεραιότητας, αν θέλουμε η χώρα να συνεχίσει να υπάρχει. Στο μεν πρώτο η πορεία είναι φθίνουσα και η οποιαδήποτε ανακοπή της, με τον τρόπο που επιχειρείται, αλλοιώνει τη σύνθεση του ελληνικού πληθυσμού, κάτι ιδιαιτέρως ανησυχητικό. Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για μια άλλη χώρα. Στο δε δεύτερο, η έγνοια όλων των κυβερνήσεων εξαντλείται στα σύνορα της πρωτεύουσας. Στην οποία έχουν καταφύγει όλοι οι δυναμικοί παράγοντες της περιφέρειας, με αποτέλεσμα ακόμα μεγαλύτερη καθίζηση.

Δείτε ποιους επέλεξαν οι πολίτες, επί παραδείγματι της Θεσσαλονίκης, ως εκπροσώπους τους στο Κοινοβούλιο.

Επειδή όμως η ζωή προχωρά, και η ελληνική περιφέρεια αγωνιζόμενη να υπάρξει μπορεί να δώσει ανάσα ζωής και στη χώρα, ας είμαστε ρεαλιστές. Ανταπόκριση δεν θα βρεθεί στην Αθήνα. Ας αξιοποιηθούν τουλάχιστον όποιες δυνατότητες υπάρχουν από την επαφή με τις Βρυξέλλες και την Ουάσινγκτον. Ας εγκαταλειφθούν οι ψευδαισθήσεις.