23 Ιούλιος 2019, 16:20 - Τελευταία Ενημέρωση: 23 Ιούλιος 2019, 16:14

Οδοιπορικό στο Μάτι έναν χρόνο μετά την τραγωδία (φωτο)

  • Οδοιπορικό στο Μάτι έναν χρόνο μετά την τραγωδία (φωτο)
    Μάτι Αττικής, έναν χρόνο μετά: Εκκλησάκι και παιχνίδια στο βράχο όπου σκοτώθηκε η μικρή Εβίτα Φύτρου (φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Παντελής Σαΐτας)

Γύρω στις 12 το μεσημέρι της Δευτέρας 23 Ιουλίου, μεγάλη φωτιά ξεσπάει στη θέση «Αέρας» στα Γεράνεια Όρη, πάνω από την Κινέτα. Όσο περνάει η ώρα και ο άνεμος δυναμώνει η φωτιά αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις, επεκτείνεται, και οι πυροσβεστικές δυνάμεις ενισχύονται ώστε να συνδράμουν περισσότερο στην κατάσβεσή της.

Λίγες ώρες μετά δίνεται εντολή να εκκενωθούν οι οικισμοί Γαλήνη, Πανόραμα 1 και Πανόραμα 2, μιας και η φωτιά γίνεται απειλητική.

Το ρολόι δείχνει 16:50 και ο θυρωρός του Λύρειου Ιδρύματος παρακολουθεί στην τηλεόραση τις φωτιές στην Κινέτα, χωρίς να ανησυχεί ιδιαίτερα, μέχρι τη στιγμή που ο ήχος του πρώτου καναντέρ που επιχειρεί στην Καλλιτεχνούπολη φτάνει στα αυτιά του. Από εκεί και πέρα όλα πήγαν πολύ γρήγορα.

Ο εφιάλτης εκείνης της ημέρας είχε μόλις ξεκινήσει και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Τα πρώτα εναέρια μέσα κάνουν την εμφάνισή τους και υδροφόρες από τις γύρω περιοχές αρχίζουν να κατευθύνονται προς την Πεντέλη.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Συμέλα Παντζαρτζή)

Οι κατασκηνώσεις στον Άγιο Ανδρέα εκκενώνονται και 1.400 παιδιά απομακρύνονται μέσω της λεωφόρου Διονύσου. Η ένταση και η ταχύτητα του αέρα δεν μπορούσε να περιγραφεί, καθώς «όχι μόνο ήταν δυνατός, αλλά θύμιζε τυφώνα». Στο Λύρειο πρόλαβαν να εκκενώσουν το Γηροκομείο, το οποίο σε λίγη ώρα θα παραδιδόταν στις φλόγες.

Μέσα σε περίπου 40 λεπτά η φωτιά φτάνει στον οικισμό του Νέου Βουτζά.

Η Έλενα Αργυροπούλου βρισκόταν στην είσοδο του οικισμού. Είδε αυτή την εικόνα αλλά δεν πίστεψε ότι αρκούσε μόνο μισή ώρα για να φτάσει η φωτιά στη λεωφόρο Μαραθώνος. «Όταν πήγα στον Βουτζά για να δούμε πού ήταν η φωτιά, δεν μπορούσες να δεις από την κάπνα, παρότι ήταν μακριά. Το έβλεπα σε μεγάλη απόσταση που υπήρχαν βουναλάκια και έλεγα ότι μέχρι να τα περάσει όλα αυτά θα πρέπει να κάψει όλα τα σπίτια που ήταν μπροστά μας, αποκλείεται να φτάσει στην πλευρά μας. Και όμως πέρασε όλα τα σπίτια σε μισή ώρα και έφτασε μέχρι το σπίτι στη δεύτερη είσοδο. Δηλαδή τι απόσταση είναι από το Λύρειο μέχρι εκεί», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ελ. Αργυροπούλου.

Η φωτιά σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της, και μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατεβαίνει γρήγορα προς τα κάτω. Το χειρότερο σενάριο που οι πυροσβεστικές δυνάμεις απεύχονταν να πραγματοποιηθεί φαίνεται πως αργά ή γρήγορα θα πάρει σάρκα και οστά, και η πύρινη λαίλαπα θα περάσει τη λεωφόρο Μαραθώνος. Οι πυροσβέστες στην περιοχή δυσκολεύονται να προσδιορίσουν πού πρέπει να αναπτυχθούν. Οι καπνοί σιγά-σιγά πυκνώνουν επικίνδυνα, κάνοντας την ατμόσφαιρα απίστευτα αποπνικτική.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Γιάννης Κολεσίδης)

Ο φωτορεπόρτερ του ΑΠΕ-ΜΠΕ Αλέξανδρος Βλάχος φτάνει σε έναν λόφο περίπου στη μέση του οικισμού του Νέου Βουτζά. «Έφτασα περίπου στις 17:50 στο σημείο και είδα όλο το λόφο να έχει αρπάξει φωτιά. Υπήρχαν στο σημείο δυο-τρεις κάτοικοι των σπιτιών τριγύρω, που με λάστιχα στα χέρια από τα σπίτια τους προσπαθούσαν να σβήσουν τις μικρές εστίες που υπήρχαν εδώ πέρα στον δρόμο. Ξεκίνησα να τραβάω 17:50. Εκείνη τη στιγμή φαινόταν η κατάσταση να έχει ηρεμήσει. Δεν υπήρχαν τεράστιες φλόγες εδώ σε αυτό το σημείο. Και έτσι αποφάσισα να πάω πιο κάτω».

Η ένταση του ανέμου και κυρίως η συμπεριφορά του με τις συνεχείς αλλαγές κατεύθυνσης, θα δυσκολέψει πολύ την κατάσταση στην περιοχή.

«Κατεβαίνοντας προς τα κάτω, έφτασα στο επόμενο σημείο που ουσιαστικά ήταν μέσα στη ρεματιά και εκεί πέρα οι φλόγες ήταν τεράστιες, έφταναν πάρα πολύ ψηλά. Πρέπει να έφτανε πάνω από 15 μέτρα η φλόγα», εξηγεί ο Αλ. Βλάχος.

Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός που «έβλεπες τον καπνό να τον τραβά προς τα κάτω, να σέρνεται παράλληλα με το δρόμο. Κι αυτό ήταν το τρομακτικό. Αργότερα, όταν επιχείρησα να πάω προς τη Μαραθώνος, δεν μπορούσα να αναπνεύσω», περιγράφει.

Ο φωτορεπόρτερ του ΑΠΕ-ΜΠΕ ξαφνικά βρίσκεται μέσα σε πυκνούς καπνούς που, όπως λέει, έκαναν αδύνατη την οπτική πλέον δυνατότητα αλλά και τον δυσκόλευαν στην αναπνοή. Αναγκάζεται να αφήσει το μηχανάκι του και να φύγει με περαστικό αυτοκίνητο προς τη Νέα Μάκρη. «Κάποια στιγμή δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Άφησα το μηχανάκι πάνω στη Μαραθώνος και ζήτησα βοήθεια από ΙΧ», λέει.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Συμέλα Παντζαρτζή)

Ο πανικός ξεκινά όταν η φωτιά θα γίνει ανεξέλεγκτη κοντά στη λεωφόρο Μαραθώνας. Οι προσπάθειες κατάσβεσης δείχνουν να μην επαρκούν. Λίγο μετά τις 18:00 η φωτιά διασχίζει τη Λ. Μαραθώνος και ξεφεύγει προς το Κόκκινο Λιμανάκι και το Μάτι.

Σύμφωνα με την Έλενα Αργυροπούλου, εκείνη τη στιγμή έβλεπε ανθρώπους να τρέχουν και να φωνάζουν ότι η φωτιά βρίσκεται στα 50 μέτρα. Όπως καταδεικνύουν οι συγκλονιστικές περιγραφές όσων «έζησαν το Μάτι», η μάχη με τη φωτιά έμοιαζε σαν ένας λαβύρινθος που έπρεπε να βρουν την έξοδο ώστε να καταφέρουν να σωθούν. «Πάω να φύγω από το σπίτι και βλέπω τη φωτιά μπροστά μου. Δεν καταλαβαίνεις τι ήταν αυτό και από πού σου ’χει έρθει. Όλοι σε έστελναν προς την παραλία», εξηγεί.

Τη δική του μαρτυρία για τα γεγονότα της 23ης Ιουλίου καταθέτει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Πέτρος Φράγκος, εκπρόσωπος της επιτροπής πληγέντων στο Κόκκινο Λιμανάκι.

«Φτάνοντας είδα αυτές τις τεράστιες φλόγες να ξεπηδούν μέσα από τον οικισμό και να καίνε ολοκληρωτικά τα σπίτια. Μπήκα σε μια ακτίνα γύρω στα 150 μέτρα με δυνατή φωτιά. Κατευθύνθηκα προς το σπίτι μου, είδα το αυτοκίνητό μου να καίγεται. Δεν έδωσα σημασία σ’ αυτό, αλλά στο εξοχικό των γονιών μου. Ταυτόχρονα έβλεπα πολλά σπίτια στον οικισμό να φλέγονται.

»Η Πυροσβεστική είχε αποκοπεί στη λεωφόρο Μαραθώνος, δεν μπόρεσε να εμπλακεί σε αυτό το σημείο εδώ στο Κόκκινο Λιμανάκι ούτε στο Μάτι. Έμεινε μόνο ένα πυροσβεστικό όχημα που ήταν το τελευταίο στην οδό Δημοκρατίας, το οποίο όταν αποχώρησε και αυτό δεν υπήρχε κανένα πυροσβεστικό όχημα μέσα στο Κόκκινο Λιμανάκι μέχρι τις 03:00 τα ξημερώματα που άρχισαν να μπαίνουν τα πρώτα αυτοκίνητα. Βλέπαμε σπίτια να καίγονται και δεν ξέραμε αν μέσα σε αυτά τα σπίτια υπήρχαν άνθρωποι. Στο πέρασμα της μιας ώρας άρχισαν οι φλόγες να καταλαγιάζουν. Ήμασταν οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες της περιοχής», λέει ο Π. Φράγκος.


(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Συμέλα Παντζαρτζή)

Πριν από τις 19:00 η φωτιά έχει ήδη φτάσει στις παραλίες. Οι εικόνες με τους ανθρώπους που στέκονται στην Αργυρά Ακτή, στο Μάτι, κάνει το γύρο του κόσμου. Άλλοι έχουν μπει μέσα στη θάλασσα, άλλοι κάθονται απ’ έξω, κρατώντας την αναπνοή τους, με τα πρόσωπά τους να έχουν μουντζουρωθεί από τις στάχτες, ανήμποροι να αντιδράσουν σε αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο που έμοιαζε σαν σκηνή από ταινία. Τα αποκαΐδια τραυματίζουν σοβαρά πολλά άτομα που μεταφέρονται με εγκαύματα στα νοσοκομεία. Αρκετοί δεν τα καταφέρνουν. Άλλοι εντοπίζονται πνιγμένοι. Σκάφη και καΐκια ψαράδων κινητοποιούνται ώστε να συμβάλουν στη διάσωση όσων βρίσκονται στη θάλασσα.

Ένας από αυτούς είναι ο Γιάννης Ρήγος, ιδιοκτήτης επιχείρησης καυσίμων στο Πικέρμι. Εκείνη την ημέρα επέστρεφε με την οικογένειά του από το Μαρμάρι Ευβοίας στη Ραφήνα.

Ταξίδευαν με το προσωπικό του σκάφος όταν από την Εύβοια άρχισε να διακρίνει τη φωτιά. «Είδαμε μια εστία φωτιάς που είχε ξεκινήσει πάνω από την Καλλιτεχνούπολη, μια εστία η οποία άρχισε να μεγαλώνει. Φτάνοντας στη Ραφήνα, κατέβασα την οικογένειά μου. Ήρθαν από το Λιμεναρχείο και με παρακάλεσαν να δούμε τι γίνεται στις παραλίες γιατί είχαν ενημερωθεί ότι είχε κατέβει κόσμος. Ξεκινήσαμε να δούμε τι γίνεται. Φτάσαμε στο πρώτο σημείο, εκεί βρήκαμε έναν άνθρωπο καμένο στο σώμα του και με προσπάθεια τον ανεβάσαμε πάνω. Βγήκαμε έξω, τον κατεβάσαμε στο λιμάνι. Ξαναγυρίσαμε πίσω. Στη συνέχεια βρήκαμε και άλλο κόσμο, τους βγάλαμε στο λιμάνι και ξαναγυρίσαμε πάλι πίσω.


Έργο της εικαστικού Φωτεινής Αλεξιάδου (πηγή: facebook / Fofi Alexiadou)

»Στην τρίτη διαδρομή μάς ειδοποίησαν ότι υπάρχει ένα νεκρό παιδάκι. Ήταν ένα κοριτσάκι, το οποίο λόγω της φωτιάς, όπως έτρεχε, έπεσε από τον γκρεμό κάτω και δυστυχώς σκοτώθηκε. Το φορτώσαμε στο σκάφος με τη βοήθεια ενός πιο μικρού σκάφους. Το βγάλαμε στο λιμάνι της Ραφήνας και συνεχίσαμε την ίδια διαδικασία. Άρχισε να σκοτεινιάζει, πυκνοί καπνοί. Δεν βλέπαμε τίποτα, πηγαίναμε αρκετά σιγά γιατί υπήρχε κίνδυνος να χτυπήσουμε ανθρώπους μέσα στη θάλασσα, δεν φαίνονταν. Είχε νυχτώσει πλέον. Φωνάζαμε, κι όταν ακούγαμε κάποιες φωνές πηγαίναμε και μαζεύαμε κόσμο. Αυτό γινόταν μέχρι τα ξημερώματα. Είχαν έρθει και άλλα σκάφη μετά τη δική μας την παρέμβαση», εξηγεί ο Γ. Ρήγος.

Ο Γιάννης Ρήγος, που γνωρίζει αρκετά καλά την περιοχή, τονίζει ότι «δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής προς τη θάλασσα». Εκείνη την ημέρα έκανε περίπου 15 διαδρομές καταφέρνοντας να βγάλει από το Μάτι 150 άτομα.

«Ο κόσμος ήταν σε κατάσταση σοκ. Άπλωναν τα χέρια να τους βοηθήσουμε. Ήταν αδιανόητο αυτό που ζούσαμε. Προσπαθούσαμε να τους πείσουμε να έρθουν μαζί μας να τους πάμε σε ένα ασφαλές μέρος και να δούμε μετά τι περισσότερο μπορεί να γίνει. Κόσμος κολύμπαγε στη θάλασσα, ό,τι μπορούσαν να διασώσουν το έπαιρναν μαζί τους», περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Το σκάφος του είχε χωρητικότητα για 12 άτομα, ωστόσο εκείνη την ημέρα σε δρομολόγιο έφτασε να μεταφέρει 22 άτομα μέσα. «Δεν μπορούσες να αφήσεις κάποιον και να μετράς άτομα. Μέχρι τις 03:30-04:00 το πρωί βγάζαμε κόσμο έξω», εξηγεί.

Οι ώρες περνούν και οι πληροφορίες έρχονται συγκεχυμένες. Κανείς δεν γνωρίζει αν υπάρχουν θύματα και πόσα είναι. Το φως της ημέρας είναι εκείνο που θα αποκαλύψει το μέγεθος της απερίγραπτης καταστροφής.

  • Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Γιώργος Κουβαράς - Ιωάννα Καρδάρα.