Προσοχή: Μια παράξενη συγκυρία

Υπάρχει μια παράξενη συγκυρία, που σ’ αυτήν τη δύσκολη στιγμή βοηθά την Ελλάδα: η όξυνση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Συμπίπτει με καταλυτικές αλλαγές στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, οι οποίες σηματοδοτούν, με σταδιακές μεταμορφώσεις, το τέλος μιας επώδυνης μεταπολίτευσης που λοιδορήθηκε.

Σαράντα πέντε χρόνια από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας που πληρώθηκε με την κατοχή της μισής Κύπρου, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο πείραμα.

Η ρήξη με το εμφυλιακό κράτος χρειάστηκε την επτάχρονη δικτατορία. Η αμφισβήτηση της μεταπολιτευτικής αριστερής ηγεμονίας απαίτησε την κυβερνητική δοκιμασία μιας ήπιας, έστω, εκδοχής της. Τώρα αναζητείται μια νέα κανονικότητα της οποίας τα χαρακτηριστικά δεν είναι σαφή.

Τι εννοούμε κανονικότητα; Από τα μεταπολιτευτικά κόμματα, εκτός του ΚΚΕ που περισσότερο μοιάζει με θρησκευτικό δόγμα παρά με πολιτική πρόταση, το μόνο που επιβίωσε ήταν η Νέα Δημοκρατία. Φαίνεται πως η πιο συγκροτημένη ιδεολογικά πολιτικοκοινωνική ομάδα είναι η Δεξιά. Ως κοινωνικό πλάσμα, υπάρχει και η λεγόμενη «Δημοκρατική Παράταξη» η οποία όμως δεν κατόρθωσε να εκφραστεί με κάποιον πολιτικό φορέα με διαχρονικά χαρακτηριστικά.

Το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου φαινόταν πως θα είχε ημερομηνία λήξης αμέσως μετά το θάνατο του ιδρυτή του. Τηρουμένων των αναλογιών έμοιαζε με τη Γερμανία του Μπίσμαρκ. Απαιτούσε το ταλέντο του ηγέτη του.

Μετά το βιολογικό τέλος του άρχισε η αποσύνθεσή του, με τη σημερινή εικόνα του να προκαλεί θλίψη.

Κατά το πρότυπο των Βαράγκων, οι πολυπληθείς οπαδοί του, σαν άλλοι Ρως, αναζήτησαν και βρήκαν ηγεσία στις ψευδαισθήσεις που τους δημιούργησε ένα γνωστό στην ιστορία πρότυπο πολιτικού προσώπου. Η απώλεια της εξουσίας προβληματίζει για το μέλλον τους, το οποίο είναι άδηλο. Για πρώτη φορά οπαδοί της «Δημοκρατικής Παράταξης», που συνήθως διακρίνονται από μια κεντρώα πολιτική συνείδηση, θα επιχειρήσουν να συνυπάρξουν με μεγάλα τμήματα μιας «ανανεωτικής» αλλά και παραδοσιακής μαρξιστικής αριστεράς. Η μίξη είναι άγνωστο τι θα αποδώσει.

Προς το παρόν, ο άλλος φορέας που διεκδικεί να εκφράσει τον «δημοκρατικό» χώρο εκτός από μειωμένα ποσοστά φέρει τις αμαρτίες του παρελθόντος του αλλά και στην ηγεσία του βρίσκεται ένα πρόσωπο που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υψηλές απαιτήσεις της συγκυρίας. Το δυστύχημα είναι πως δεν υπάρχουν εφεδρείες. Ή, καλύτερα, οι εφεδρείες έχουν μικρομεσαία ηγετικά χαρακτηριστικά.

Ο πήχης βρίσκεται χαμηλά και στον μέσο όρο της Βουλής, την οποία κάποτε κοσμούσε ό,τι καλύτερο διέθετε η ελληνική κοινωνία.

Από την άλλη, σε κυβερνητικό επίπεδο συντελείται ένα ενδιαφέρον πείραμα που αξίζει να παρακολουθήσουμε τα αποτελέσματά του. Τα υπουργεία στελεχώθηκαν από έναν συνδυασμό πολιτικών και τεχνοκρατών. Αν δεν έρθουν σε ρήξη και καταφέρουν να συνεργαστούν, η ιδέα είναι καλή. Η πολιτική διαίσθηση σε συνεργασία με την τεχνοκρατική αντίληψη μπορεί να διαμορφώσουν έναν ενδιαφέροντα μέσο όρο.

Αυτή είναι πάνω-κάτω η πολιτική κατάσταση της χώρας που καλείται να διαχειριστεί όλα τα μείζονα προβλήματα που ανέδειξε η μεταπολίτευση και τα οποία, μέχρι σήμερα, δεν έτυχαν σοβαρής αντιμετώπισης: ο συγκεντρωτισμός του κράτους, η γραφειοκρατία στη διοίκηση, η μειωμένη απόδοση, η διαφθορά, η ασέβεια προς τον πολίτη, οι οικονομικές δομές, ο εκσυγχρονισμός των υποδομών, η αντίληψη για τον δημόσιο χώρο, η υποβαθμισμένη παιδεία, οι εκκρεμότητες με τους γείτονες, η προβολή αξιόπιστης αποτροπής από το στράτευμα.

Σ’ αυτήν, λοιπόν, τη νέα παράξενη συγκυρία, η παγκόσμια δύναμη, οι ΗΠΑ, έχουν προβλήματα με τον τοπάρχη τους. Και τα προβλήματα είναι σοβαρά, έστω και αν δεν θέλουν να το πιστέψουν στην Ουάσινγκτον.

Το πρόβλημα δεν είναι ο Ερντογάν, αλλά στην Άγκυρα πιστεύουν πως η χώρα πρέπει να στραφεί προς Ανατολάς, όπως πριν από πολλά χρόνια έκανε και το Βυζάντιο.

Η αμερικανοτουρκική ρήξη θα έχει στρατηγικά χαρακτηριστικά. Βεβαίως η Τουρκία θα επιχειρεί να εισπράττει και από τις δύο πλευρές, αλλά στην Ουάσινγκτον κάποια στιγμή θα καταλάβουν την αναγκαιότητα να διαμορφώσουν μια άλλη πολιτική.

Ήδη, τα πρώτα σχήματά της έχουν εκδηλωθεί με τις δύο τριμερείς (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ και Ελλάδα-Κύπρος-Αίγυπτος).

Σ αυτήν τη νέα σκακιέρα, η Ελλάδα δεν μπορεί να μην παίξει. Πρέπει όμως να παίξει προσεκτικά, και έχοντας κατά νου το πρόσφατο οδυνηρό παρελθόν: το 1922. Η εγκατάλειψη ενός συμμάχου δεν είναι ασύνηθες φαινόμενο στη διεθνή σκηνή.