Άμυνα και εξωτερική πολιτική: Τι μπορεί να αλλάξει;

Υπάρχει κάτι που μπορεί να αλλάξει στην άμυνα και στην εξωτερική πολιτική από τη νέα κυβέρνηση; Μάλλον «όχι» είναι η απάντηση, και αυτό για δύο λόγους: Ο πρώτος είναι ότι εδώ και αρκετά χρόνια τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα έχουν συγκλίνει στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Εξαίρεση αποτέλεσε το Σκοπιανό, αλλά και εκεί, μάλλον, προσχηματικές ήταν οι διαφωνίες.

Ο δεύτερος είναι ότι τόσο η εξωτερική πολιτική όσο και η άμυνα προσδιορίζονται από τη συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς θεσμούς, αλλά, κυρίως, από εγγενείς δυσχέρειες. Για την άμυνα υπάρχουν τα αρνητικά οικονομικά δεδομένα, ενώ η εξωτερική πολιτική της χώρας ασκείται στο πλαίσιο των διεθνών δεσμεύσεων. (Ευρωπαϊκή Ένωση και Δυτική Συμμαχία.) Οι περιορισμοί μπορεί να αρθούν στην περίπτωση που διακυβεύεται μείζον εθνικό συμφέρονμ αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο πως υπάρχει άλλος δρόμος που μπορεί να αξιοποιήσει η χώρα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της υπαγόρευσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην διευκολύνει η Ελλάδα τη Ρωσία με τις λιμενικές της εγκαταστάσεις, θέση προς την οποία, μάλλον, συμμορφώνεται η Αθήνα. Δεν το κάνει, όμως, η μικρή Κύπρος η οποία στη μακρά περίοδο κατοχής του νησιού πολλές φορές είχε τη Μόσχα συμπαραστάτη στο Συμβούλιο Ασφαλείας και στον ΟΗΕ. Ενώ η Ουάσινγκτον ήταν απέναντι – στην ουσία οι ΗΠΑ διά του Χένρι Κίσιγκερ υποστήριξαν την εισβολή και κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τα συμφέροντα της Ουάσινγκτον αλλάζουν στην περιοχή και η αμερικανική διοίκηση θα πρέπει να αναζητήσει έναν άξονα σταθερότητας αν η Τουρκία, όπως όλα δείχνουν, αποστασιοποιηθεί από την επιρροή της υπερδύναμης. Και επειδή η εξωτερική πολιτική συνήθως ασκείται με ρεαλισμό, εκείνο που μετρά είναι το τώρα και όχι το παρελθόν.

Υπάρχουν πολλά περιθώρια ανάπτυξης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, αν και η αμερικανική υποστήριξη προς την Ελλάδα και την Κύπρο προς το παρόν περιορίζεται στο διπλωματικό πεδίο.

Υπάρχει μια ευκαιρία ανάπτυξης των ελληνοαμερικανών σχέσεων, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει σε βάρος εναλλακτικών λύσεων που θα πρέπει να έχει η χώρα. Η αμερικανική απαίτηση για περαιτέρω όξυνση των ελληνορωσικών σχέσεων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, το τραγικό λάθος Κοτζιά δεν μπορεί να επαναληφθεί. Η χώρα ανήκει στη Δύση και έχει αποδείξει την πίστη της στη Συμμαχία, αλλά κάποιες δυνατότητες ευελιξίας πρέπει να της παρασχεθούν.

Στον αμυντικό τομέα το ελληνοτουρκικό εξοπλιστικό ισοζύγιο βαραίνει υπέρ της γειτονικής χώρας αλλά, προς το παρόν, οι ελληνικές δυνατότητες αποτροπής είναι υπαρκτές. Σε τέτοιες περιπτώσεις σημαντικό ρόλο παίζει και το φρόνιμα των Ενόπλων Δυνάμεων. Στην ελληνική πλευρά, το φρόνημα είναι υψηλό. Η αίσθηση υπεράσπισης της πατρίδας δεν έχει αποδομηθεί, παρά την κυριαρχία μιας εθνομηδενιστικής άποψης στους κυριότερους μηχανισμούς του κράτους. Επιπλέον, τη στρατιωτική ετοιμότητα και αποφασιστικότητα ενισχύει και η ψυχολογική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι Ένοπλες Δυνάμεις από τη μακροχρόνια αναμονή μιας σύγκρουσης. Έχουν αγανακτήσει.

Ένας από τους λόγους που ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Αποστολάκης αποστράτευσε τον νυν υφυπουργό Αλκιβιάδη Στεφανή ήταν η εύφημος μνεία την οποία απέδωσε ως Αρχηγός ΓΕΣ στους στρατιώτες ελληνικού νησιού που έριξαν προειδοποιητικά πυρά κατά τουρκικής δύναμης, διότι είχαν τέτοιες εντολές. Ο κ. Αποστολάκης ζήτησε να διεξαχθεί ΕΔΕ και ο κ. Στεφανής του είπε πως μόλις τους είχε επαινέσει.

Υπήρχε και ένας δεύτερος λόγος ρήξης τους που είχε να κάνει με το «Μακεδονία ξακουστή» και την απαίτηση Αποστολάκη να μην το τραγουδούν στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ο ελληνικός στρατός δεν αποτελείται από ξένους μισθοφόρους. Ή κρατάς ψηλά το ηθικό του στη βάση αξιών που πρέπει να υπερασπιστεί, ή τον ευνουχίζεις.

Πλην του κ. Στεφανή ως υφυπουργού Άμυνας, υπουργός ορίσθηκε ο βουλευτής Καβάλας Νίκος Παναγιωτόπουλος, μάλλον νεόφερτος στο χώρο. Αλλά ούτε και ο νέος υπουργός Εξωτερικών έχει κάποια εμπειρία από το δύσκολο αντικείμενο που καλείται να χειριστεί. Η πρώτη δήλωσή του περί παρανόμων ενεργειών της Τουρκίας στην κυπριακή αιγιαλίτιδα ζώνη δείχνει ότι το πλαίσιο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής δεν αλλάζει.

Στο υπουργείο Εξωτερικών θα μπορούσε να αναλάβει ενεργό ρόλο ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Άγγελος Συρίγος, ο οποίος εκλέχθηκε βουλευτής της ΝΔ στην Α’ Αθήνας. Ο κ. Συρίγος γνωρίζει άριστα τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και σε μια συγκυρία όπου η Ελλάδα έχει ως αιχμή της το Διεθνές Δίκαιο θα μπορούσε να συνεισφέρει στον χειρισμό των υποθέσεων.

Όσοι παρακολουθούν την εξωτερική πολιτική ανέμεναν να ανατεθεί κάποιος σημαντικός ρόλος και στον εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτη Σχοινά, αλλά ούτε αυτό συνέβη. Αν προστεθεί και ο Δημήτρης Καιρίδης που, επίσης, εξελέγη βουλευτής, η νέα κυβέρνηση έχει καλό πάγκο για το υπουργείο Εξωτερικών.

Τέλος, άμεση προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης είναι η ενίσχυση της αποτρεπτικής δύναμης των Ενόπλων Δυνάμεων. Αναμένεται πρόσκληση του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το Hellas Journal.

Ας ελπίσουμε ότι η νέα κυβέρνηση θα είναι πιο αποτελεσματική από την απελθούσα. Γιατί διαφορετική πολιτική δεν είναι ορατή.