7 Ιούλιος 2019, 14:58 - Τελευταία Ενημέρωση: 7 Ιούλιος 2019, 14:38

Από τις εκλογές του… δαγκωτού στο καθολικό δικαίωμα ψήφου

  • Από τις εκλογές του… δαγκωτού στο καθολικό δικαίωμα ψήφου
    Άνδρες μάλλον μεταφέρουν κάλπες για τις εκλογές του Μαρτίου του 1946. Από το Πρακτορείο Ηνωμένων Φωτορεπόρτερ Αθήνα (πηγή: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης)

Ένα ορόσημο για τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό θεωρείται η Β’ Εθνοσυνέλευση του 1864, καθώς με το άρθρο 66 κατοχυρώθηκαν οι αρχές τις άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας και με το άρθρο 21 η αρχή της εθνικής κυριαρχίας, σε ένα Σύνταγμα που θεωρούνταν το πλέον δημοκρατικό απ’ όλα τα σύγχρονά του από την άποψη του φορέα της συντακτικής εξουσίας, αφού ασκήθηκε από τη Β’ Εθνοσυνέλευση χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή του νέου βασιλιά.

Στην αρχαία Ελλάδα ψήφος ήταν το μικρό λειασμένο λιθάρι (εξού και το ψηφιδωτό), το οποίο χρησιμοποιούσαν οι δικαστές προκειμένου να δηλώσουν κάθε φορά την επιλογή τους στην υπόθεση που συζητούσαν

Από το ψηφοδέλτιο στο σφαιρίδιο
Στη χώρα μας ως μέσα ψηφοφορίας έχουν χρησιμοποιηθεί το ψηφοδέλτιο και το σφαιρίδιο, ενώ πριν από την Επανάσταση, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, επικρατούσε η προφορική και φανερή ψηφοφορία στις συνελεύσεις των τοπικών κοινοτήτων, των λεγόμενων δημογεροντιών.

Το ψηφοδέλτιο το εισήγαγαν στην Ελλάδα οι Βαυαροί. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε στις πρώτες δημοτικές εκλογές του 1834, καθώς και στις πρώτες γενικές βουλευτικές εκλογές του 1844, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843. Ήταν λευκό και ο ψηφοφόρος σημείωνε χειρόγραφα τον υποψήφιο της επιλογής του.

Το χειρόγραφο ψηφοδέλτιο καταργήθηκε με το σύνταγμα του 1864, επειδή οι περισσότεροι Έλληνες ήταν αναλφάβητοι, και συνεπώς ήταν εύκολο να χειραγωγούνται από τους τοπικούς κομματάρχες.

«Δαγκωτό»
Η καθιέρωση των σφαιριδίων οφείλεται στην επίδραση της Επτανήσου. Το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων με τον εκλογικό νόμο της 16ης Δεκεμβρίου 1849 καθιέρωνε τη «διά σφαιριδίων μυστική ψηφοφορία» προκειμένου να περιορίσει τις εκλογικές παρεμβάσεις των Άγγλων. Η ένωση των Ιονίων Νήσων με τη μητέρα Ελλάδα, το 1864, έφερε στη Β’ Εθνοσυνέλευση τους πληρεξουσίους της Επτανήσου, οι οποίοι διαθέτοντας μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική ωριμότητα επιβλήθηκαν στις συνταγματικές συζητήσεις και πέτυχαν να αναγραφεί στο Σύνταγμα η καθολική «διά σφαιριδίων» ψηφοφορία.


Ο ψηφοφόρος καλείται να επιλέξει μεταξύ Γούναρη και Βενιζέλου (1920), υπό το βλέμμα του πολέμου
(πηγή: Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο / commons.wikimedia.org)

Το σφαιρίδιο ήταν ένας μολυβένιος βόλος, τον οποίο ο ψηφοφόρος έριχνε σε μια κάλπη χωρισμένη σε δύο χώρους, έναν για το ΝΑΙ, που είχε χρώμα άσπρο, και έναν για το ΟΧΙ, που είχε χρώμα μαύρο, ανάλογα με το αν ήθελε να υπερψηφίσει ή να καταψηφίσει έναν υποψήφιο. Το εσωτερικό της κάλπης ήταν καλυμμένο με μάλλινο ύφασμα για να μην ακούγεται θόρυβος τη στιγμή που έπεφτε μέσα το σφαιρίδιο. Στο πάνω μέρος κάθε κάλπης ήταν τοποθετημένος ένας σωλήνας μήκους 27 και διαμέτρου 12 εκατοστών, σε γωνία 25 μοιρών σε σχέση με την κάλπη.

Πίσω από την κάλπη, η οποία ήταν κατασκευασμένη έτσι που να μην μπορεί κανείς να δει σε ποιο χώρο της έριχνε το σφαιρίδιό του ο ψηφοφόρος, στεκόταν ο αντιπρόσωπος του υποψηφίου.

Η συνταγματική κατοχύρωση της «διά σφαιριδίων ψηφοφορίας» είχε σκοπό τη διασφάλιση της μυστικότητας, μετά την εμπειρία των επτά εκλογών νοθείας της οθωνικής περιόδου, στις οποίες χρησιμοποιούνταν ψηφοδέλτια. Από την ψηφοφορία με σφαιρίδια έχουν μείνει μέχρι σήμερα οι φράσεις «τον μαύρισε», «έφαγε μαύρο». Καθώς δε τις εποχές εκείνες κάποιοι φανατικοί ψηφοφόροι δάγκωναν το σφαιρίδιο και άφηναν ίχνη των δοντιών τους για να δηλώσουν αφοσίωση στον υποψήφιο που επέλεγαν, μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμε και τη φράση «το έριξα δαγκωτό».

Το Σύνταγμα του 1864 προέβλεπε την ταυτόχρονη, σε όλη την επικράτεια, διεξαγωγή των εκλογών, και ο εκλογικός νόμος όριζε τη διάρκειά τους σε τέσσερις «σχολάσιμες» ημέρες, αργίες δηλαδή, εκ των οποίων η μία έπρεπε να είναι Κυριακή. Το 1877, με τον νέο εκλογικό νόμο ΧΜΗ’, αποφασίστηκε η ψηφοφορία να διαρκεί μία μόνο ημέρα, «ήτις έσται Κυριακή».

Το έντυπο ψηφοδέλτιο
Στο Σύνταγμα του 1911, που φέρει τη σφραγίδα του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν συμπεριλήφθηκε η διάταξη για το σφαιρίδιο και αφέθηκε στον κοινό νομοθέτη η πρωτοβουλία να ορίσει με νόμο το μέσο ψηφοφορίας.

Το έντυπο ψηφοδέλτιο επανήλθε στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του 1914, και από τις βουλευτικές εκλογές του 1926 είναι πάγια το μέσο ψηφοφορίας (μαζί με τον σταυρό προτίμησης) που χρησιμοποιείται έως και σήμερα.

Μιλώντας στη Βουλή το 1910, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου είχε πει: «Καθιστά [το ψηφοδέλτιο] περισσότερον ανεπηρέαστον την εκλογήν παρά η διά σφαιριδίου ψηφοφορία, η οποία δια τα μύρια μετερχομένων τεχνάσματα αντιπροσώπων των υποψηφίων, τους οποίους καθιστά αναγκαίους, και διά της δυσκόλου επιβλέψεως όλων των καλπών υπό των δικαστικών αντιπροσώπων, διευκολύνει την νόθευσιν του φρονήματος των εκλογέων...». Η συνηθέστερη μέθοδος νοθείας στην ψηφοφορία με σφαιρίδια ήταν η ανατροπή της κάλπης. Αν κάποιος αναποδογύριζε την κάλπη, μπερδεύονταν τα σφαιρίδια με τα «Ναι» και τα «Όχι» και έτσι όλες οι ψήφοι ακυρώνονταν.

Το καθολικό δικαίωμα
Στην Ελλάδα το καθολικό δικαίωμα ψήφου ήταν θεσμική επιλογή, γέννημα ενός πολιτικού κινήματος που όχι μόνο ήθελε την έξωση του Όθωνα αλλά είχε και αντιδυναστικό χαρακτήρα. Το καθολικό δικαίωμα ψήφου προχώρησε σε δύο φάσεις: στη διάρκεια του 19ου αιώνα, με τη διεκδίκηση της άρσης των εμποδίων –κυρίως περιουσιακών– προκειμένου όλοι οι ενήλικες άνδρες να έχουν το δικαίωμα να ψηφίζουν στις εκλογές· κατά τη δεύτερη φάση, από τα τέλη του 19ου αιώνα, και κυρίως κατά τη διάρκεια του 20ού, ταυτίζεται με τη διεκδίκηση για την επέκταση αυτού του δικαιώματος και στις γυναίκες.

Οι Ελληνίδες απέκτησαν το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι το 1952, αν και το Σύνταγμα του 1864 τους αναγνωρίζει την ιδιότητα του πολίτη.

Από το 1934, όμως, ορισμένες γυναίκες –εγγράμματες άνω των 30 ετών– είχαν δημοτική ψήφο. Βέβαια, στις δημοτικές της 11ης Φεβρουαρίου 1934 από τις 2.655 εγγεγραμμένες στην Αθήνα, μόλις 439 πήγαν στις κάλπες. Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής ήταν η άρνηση της ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη να ψηφίσει, λέγοντας μάλιστα πως ψήφο θέλουν μόνο όσες είναι άσχημες και όσες αποφεύγουν να κάνουν παιδιά!


Γυναίκες περιμένουν να ψηφίσουν στις δημοτικές εκλογές του 1951 έξω από το 259 εκλογικό τμήμα Θησείου. Φωτογραφία από τον Σπύρο Χαλκίδη, Φωτορεπορτάζ Ελληνικού και Ξένου Τύπου (πηγή: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης)

Για πρώτη φορά στο σύνολό τους, χωρίς περιορισμούς, οι γυναίκες στην Ελλάδα ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές του 1956, οπότε και υπερδιπλασιάζεται ο αριθμός των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, στοιχείο ενδεικτικό του ότι μαζικά οι γυναίκες γράφτηκαν στους εκλογικούς καταλόγους. Ήδη πάντως από τον Ιανουάριο του 1953 σε αναπληρωματική εκλογή στη Θεσσαλονίκη συμμετέχουν για πρώτη φορά γυναίκες ψηφοφόροι σε βουλευτικές εκλογές και εκλέγεται η Ελένη Σκούρα, πρώτη Ελληνίδα βουλευτής.