22 Ιούνιος 2019, 16:56 - Τελευταία Ενημέρωση: 22 Ιούνιος 2019, 16:15

Εξάρθρωση 3 πολυμελών οργανώσεων που εμπλέκονται σε απάτες, πλαστογραφίες, κλοπές και εκβιάσεις

  • Περισσότερες από 10 προσαγωγές για τη δολοφονία της Αμερικανίδας βιολόγου στην Κρήτη
    (Φωτ. αρχείου)

Από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Νοτιοανατολικής Αττικής εξαρθρώθηκαν τρεις πολυμελείς εγκληματικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν σε πανελλαδικό επίπεδο, με σκοπό την τέλεση απατών, πλαστογραφιών, κλοπών και εκβιάσεων. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της ΕΛΑΣ, την Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019 πραγματοποιήθηκαν παράλληλες επιχειρήσεις σε διάφορες περιοχές της Αττικής (Αθήνα, Ασπρόπυργο, Κινέττα, Αχαρνές, Γέρακα, Κορυδαλλό), της Αργολίδας (Νέα Κίος) καθώς και της Θεσσαλονίκης, όπου συνελήφθησαν συνολικά 14 μέλη (11 άντρες και 3 γυναίκες) των παραπάνω εγκληματικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων και οι αρχηγοί των δύο εγκληματικών οργανώσεων. Παράλληλα, συγκατηγορούμενοι είναι 18 ακόμα άτομα.

Σε βάρος τους σχηματίσθηκε ποινική δικογραφία για τα κατά περίπτωση αδικήματα που αφορούν εγκληματική οργάνωση που διαπράττει διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, απάτες, πλαστογραφίες και εκβιάσεις.

Από τη μέχρι τώρα έρευνα προέκυψε ότι έδρα της πρώτης εγκληματικής οργάνωσης ήταν η περιοχή του Ασπροπύργου Αττικής και έδρα της δεύτερης και τρίτης εγκληματικής οργάνωσης ήταν η περιοχή της Νέας Κίου Αργολίδας, ενώ η δράση τους υπολογίζεται να έχει ξεκινήσει τουλάχιστον από το έτος 2018. Πρόκειται για εγκληματικές οργανώσεις που από τη μία πλευρά λειτουργούσαν αυτοτελώς, ενώ από την άλλη πλευρά συνεργάζονταν σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών, τεχνογνωσίας και τεχνοτροπίας.

Μέχρι στιγμής έχουν συνολικά εξιχνιαστεί 255 αξιόποινες πράξεις, που αφορούν κυρίως απάτες και εκβιάσεις, πλαστογραφίες και κλοπές. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν και αντίστοιχα η περιουσιακή ζημία που προκάλεσαν οι εγκληματικές οργανώσεις, υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 1.200.000 ευρώ.

Ως προς τη μεθοδολογία που ακολουθούσαν οι εγκληματικές οργανώσεις, αναφέρεται ότι κατά κύριο λόγο τα αρχηγικά μέλη, εντόπιζαν μέσω αγγελιών (στο διαδίκτυο ή στον έντυπο τύπο) προϊόντα προς πώληση. Στη συνέχεια, προσποιούμενοι τους ενδιαφερόμενους αγοραστές έρχονταν σε επαφή με το υποψήφιο θύμα και αφού το έπειθαν, συμφωνούσαν προφορικά για την αγοροπωλησία του προϊόντος.

Προκειμένου να γίνουν ακόμα πιο πειστικοί, κατάρτιζαν πλαστό αποδεικτικό κατάθεσης χρηματικού ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό με αποδέκτη το υποψήφιο θύμα, μέσω ηλεκτρονικής διαδικασίας (e-banking). Έπειτα, απέστελλαν με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μέσω διαδικτυακών εφαρμογών το πλαστό αποδεικτικό στον παθόντα, στο οποίο ουδέποτε αναφέρονταν τα πραγματικά στοιχεία του καταθέτη.

Αξίζει να τονιστεί ότι, οι δράστες εκμεταλλευόμενοι τη διαδικασία VALEUR του τραπεζικού συστήματος, φρόντιζαν πάντα η υποτιθέμενη κατάθεση χρημάτων να γίνεται από διαφορετική τράπεζα σε σχέση με αυτή που διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό το θύμα, ώστε να είναι αδύνατο να ελεγχθεί η πίστωση του χρηματικού ποσού στο λογαριασμό του, εφόσον το χρονικό διάστημα που απαιτείται σε αυτή τη διαδικασία είναι περίπου δύο ημέρες.

Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές που οι δράστες στα πλαστά αποδεικτικά ηλεκτρονικής πληρωμής που απέστελλαν στους παθόντες, σκοπίμως ανέγραφαν μεγαλύτερο χρηματικό ποσό από αυτό που είχε ήδη συμφωνηθεί, προσποιούμενοι ότι πρόκειται για λάθος χρηματική κατάθεση, ζητώντας από το θύμα να καταβάλλει, πέραν του βασικού αντικειμένου της απάτης και το ποσό της διαφοράς μετρητοίς.

Η παράδοση των εμπορευμάτων-προϊόντων γινόταν είτε από τους ίδιους τους παθόντες, είτε σε προκαθορισμένα σημεία, καθ’ υπόδειξη των άμεσων και βασικών μελών των εγκληματικών οργανώσεων, οι οποίοι ακολούθως απέστελλαν άλλο μέλος της εγκληματικής οργάνωσής να παραλάβει το εμπόρευμα-προϊόν και να το μεταφέρει. Το μέλος αυτό ήταν επιφορτισμένο αποκλειστικά με αυτό το ρόλο στη λειτουργία των οργανώσεων (κατά κανόνα επρόκειτο για ανήλικα άτομα ή γυναίκες).

Αναφορικά με τα είδη των εμπορευμάτων ή προϊόντων στα οποία στόχευαν τα μέλη των εγκληματικών οργανώσεων, σημειώνεται ότι επεδίωκαν να αποκτήσουν οποιοδήποτε αντικείμενο ανεξάρτητα από την αντικειμενική αξία του, τη χρηστικότητα ή τη λειτουργικότητά του. Σε περίπτωση που τα υποψήφια θύματα ήταν ιδιώτες, τα αντικείμενα στα οποία στόχευαν ήταν για παράδειγμα φορτηγά και επαγγελματικά οχήματα, αυτοκίνητα, ακίνητα, φωτογραφικά είδη, drones , διάφορα προσωπικά αντικείμενα, κ.ά.  Ενώ όταν ο στόχος τους αφορούσε επιχειρήσεις, αυτές ήταν κυρίως κάβες ποτών, τουριστικά γραφεία, ξενοδοχεία, συναλλακτήρια, μάντρες οικοδομικών υλικών, καταστήματα εμπορίας υδραυλικών ειδών, ψησταριές, ζαχαροπλαστεία, καταστήματα τροφίμων, κ.α.

Αφού αποκτούσαν παράνομα από τον εκάστοτε παθόντα τα διάφορα αντικείμενα, στη συνέχεια τα εκποιούσαν σε ενδιαφερόμενο αγοραστή, σε τιμή πολύ μικρότερη της πραγματικής του, έχοντας ως σκοπό την άμεση αποκόμιση χρηματικού ποσού. Η δράση των εν λόγω εγκληματικών οργανώσεων αφορούσε το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, γεγονός που καταδεικνύει τη διάσταση και την εμβέλεια της υποδομής που είχαν διαμορφώσει τα μέλη τους, τα οποία δρούσαν κατ’ επάγγελμα, με σκοπό η εγκληματική τους δραστηριότητα να αποτελεί τη μοναδική βιοποριστική τους ασχολία, μέσω της οποίας αποκόμιζαν παράνομο περιουσιακό όφελος.

Στο πλαίσιο της αστυνομικής επιχείρησης, πραγματοποιήθηκαν συνολικά 12 παράλληλες έρευνες σε οικίες με παρουσία δικαστικού λειτουργού, κατά τις οποίες βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, συνολικά:

  • πιστόλι διαμετρήματος 8 mm,
  • κυνηγετική καραμπίνα,
  • 15 αβολίδοτα φυσίγγια των 9 mm,
  • 2 αεροβόλα όπλα,
  • σιδηρογροθιά,
  • πλήθος συσκευών κινητής τηλεφωνίας και εκατοντάδες πακέτα καρτών τηλεφωνικών συνδέσεων,
  • 14 φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές και tablet,
  • 2 τηλεοράσεις μεγάλων διαστάσεων,
  • 4 αυτοκίνητα και 10 πινακίδες κυκλοφορίας βουλγαρικών Αρχών,
  • το χρηματικό ποσό των 35.900 ευρώ,
  • βιβλιάρια καταθέσεων, κάρτες ανάληψης διαφόρων τραπεζών καθώς και πλήθος Υπεύθυνων Δηλώσεων, για ονομαστικοποίηση και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων.

Οι συλληφθέντες με τη δικογραφία που σχηματίσθηκε σε βάρος τους οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.