Η Τουρκία δεν θα τολμήσει αν συναντήσει αποφασιστικότητα

Ευρισκόμενος σε δύσκολη κατάσταση, ο Ερντογάν απειλεί να συμπεριφερθεί σαν τραυματισμένο θηρίο. Η μόνη περίπτωση να πετύχει, σε σχέση με την Ελλάδα, είναι να ενεργοποιηθεί το φοβικό σύνδρομο που διακατέχει την πολιτική τάξη και ένα μέρος της κοινωνίας. Η Τουρκία βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Με κανέναν λογικό συνειρμό δεν θα διακινδύνευε μια ένταση και –πολύ περισσότερο– ένα θερμό επεισόδιο με την Ελλάδα. Εκτός μιας περιπτώσεως: αν είναι σίγουρος ότι η Αθήνα δεν θα αντιδράσει. Εκεί ποντάρει. Η τάση αυτή (της μη αντίδρασης ό,τι και να συμβεί), είναι κυρίαρχη στην ελληνική διοίκηση.

Σε ένα άρθρο αποκαλυπτικό της αντίληψης που εξέφρασε και ως πρωθυπουργός, ο Σημίτης επιχείρησε να δικαιολογήσει τις παραχωρήσεις του προς την Τουρκία.

Επικαλούμενος κινδύνους, υπαγορεύει μια πολιτική την οποία γνωρίζουμε από την οκταετία του. Η πολιτική Σημίτη οδήγησε την Ελλάδα στη σημερινή δυσμενή, σε σχέση με την Τουρκία, θέση.

Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και κινείται και η πολιτική Τσίπρα. Καιρός να αλλάξει.

Η τελευταία ιστορία ξεκίνησε από τον Νίκο Κοτζιά, την συνέχισε ένας οικολόγος βουλευτής συνεργαζόμενος με τον ΣΥΡΙΖΑ, στη συνέχεια πήρε το λόγο ο ΥΠΕΞ Γιώργος Κατρούγκαλος, ακολούθησε ο υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αποστολάκης από τις ΗΠΑ τις τελευταίες ημέρες, και φθάσαμε στο άρθρο Σημίτη.

Δεν είναι τυχαία όλα αυτά. Προετοιμάζουν την κοινή γνώμη για υποχωρήσεις.

Στη αρχή μάλιστα της προεκλογικής περιόδου, η απερχόμενη κυβέρνηση στέλνει στην Τουρκία αντιπροσωπεία για να συζητήσει, για άλλη μια φορά, Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και ο όρος «code of conduct» (κώδικας συμπεριφοράς). Υπό τον εύηχο αυτό τίτλο, η Τουρκία επιδιώκει να αποδεχθεί η ελληνική πλευρά ότι δεν θα αντιδρά με αναχαιτίσεις στις προκλήσεις της μέχρι τον 25ο μεσημβρινό. Θα μπορούν δηλαδή τα τουρκικά αεροπλάνα να κινούνται ανενόχλητα μέχρι το μέσον του Αιγαίου.

Θα είναι δύσκολο σε οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση να αποδεχθεί ένα τέτοιο μέτρο. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να συζητά ΜΟΕ μια κυβέρνηση η οποία απέρχεται.

Με διαφορετικό τόνο ο καθένας από τους προαναφερθέντες πολιτικούς, προϊδεάζουν την ελληνική κοινή γνώμη πως η Τουρκία έχει στην Ανατολική Μεσόγειο δικαιώματα (που έχει) τα οποία θα πρέπει να της αναγνωρίσει και να τα αποδεχθεί η Ελλάδα για να αποφύγει δυσάρεστες καταστάσεις που θα απειλούσαν την ειρήνη στην περιοχή.

Η Τουρκία ζητά πολλά, αλλά το βασικό ζητούμενο στην περιοχή που αναφερόμαστε είναι η θέση της ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα.

Έτσι, θα πρέπει να αρχίσουμε να συζητάμε την παρουσία και παραμονή της σε θαλάσσιες περιοχές που η Ελλάδα, επικαλούμενη το Διεθνές Δίκαιο, θεωρεί ότι της ανήκουν ως υφαλοκρηπίδα ή ως ΑΟΖ, για την οποία βεβαίως δεν έχει κάνει καμία ενέργεια.

Ούτε ο Αποστολάκης ούτε ο Σημίτης είναι δημοσιογράφοι ή αναλυτές, για να μας λένε απλώς τι ανησυχούν ότι θα γίνει. Ο μεν υπουργός Άμυνας εξέφρασε την ανησυχία του από τις ΗΠΑ ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει δραστηριότητες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα κοντά στο Καστελόριζο, ο δε Κ. Σημίτης παρότρυνε την πολιτική ηγεσία που θα προκύψει από τις εκλογές να προσπαθήσει να βρει λύσεις, όχι πάντα ευχάριστες ίσως, αλλά που κατοχυρώνουν την ειρήνη στην περιοχή.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σοφία για να γίνει αντιληπτό πως οι «όχι, πάντα, ευχάριστες λύσεις» του Σημίτη υπονοούν ελληνικές υποχωρήσεις.

Εκεί που δεν δόθηκε βαρύτητα στην ανάλυση του Σημίτη είναι η τελευταία, ακριβώς, πρόταση του άρθρου του: «Σε μια τέτοια προσπάθεια η Ελλάδα θα έχει, πιστεύω, την συμπαράσταση τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των ΗΠΑ». Δηλαδή, ο πρώην πρωθυπουργός μάς λέει πως αν κάνουμε υποχωρήσεις θα μας συμπαρασταθούν η ΕΕ και οι ΗΠΑ.

Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Η μόνη βαρύτητα που έχει η πρόταση Σημίτη είναι ότι πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν σοβαρά. Ως εκ της θέσεως που κατείχε, ο Σημίτης διατηρεί και επαφές και θεωρείται δίαυλος μετάδοσης μηνυμάτων στην ελληνική κοινή γνώμη. Άλλωστε, αν προσέξει κανείς την αναφορά του στις διεκδικήσεις της Τουρκίας, είναι τόσο εύστοχη από νομικής και πολιτικής διατύπωσης που σίγουρα δεν την έγραψε ο ίδιος. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Όπως θα θυμάστε, ο Σημίτης υπήρξε και ο προάγγελος της προσφυγής της Ελλάδας στο ΔΝΤ όταν κανείς δεν πίστευε ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Άρα είναι σε θέση να γνωρίζει.

Συνεπώς, με βάση τις αναφορές από τον Κοτζιά ως τον Σημίτη, τι μπορούμε να περιμένουμε;

Τις πρώτες μέρες μετά τις εκλογές, και αν η διεθνής κατάσταση το ευνοήσει, η Τουρκία πολύ πιθανώς θα επιδιώξει μια πρόκληση, όπως π.χ. την παρουσία της με πλοία και ανάπτυξη δραστηριοτήτων στην ελληνική υφαλοκρηπίδα κοντά στο Καστελόριζο. Η σχολή Σημίτη και των άλλων πολιτικών που προαναφέρθηκαν θεωρεί αδύναμη την ελληνική θέση στο θέμα του Καστελόριζου. Και προτείνει συνεννόηση με την Τουρκία.

Τα ερωτήματα είναι:

  • Τι έκαναν οι πολιτικοί αυτοί ώστε να μπορεί η Ελλάδα να υποστηρίξει την κυριαρχία της και τα κυριαρχικά δικαιώματά της; Σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις στο θέμα των εξοπλισμών;
  • Είναι δυνατόν ο υπουργός Άμυνας να διαδραματίζει το ρόλο δημοσιογράφου και να ενημερώνει, απλώς, τι εκτιμά πως θα κάνει η Τουρκία; Πώς θα αντιδράσει η ελληνική πλευρά αν η Τουρκία καταλάβει ελληνική υφαλοκρηπίδα στην περιοχή του Καστελόριζου; Μπορεί η ελληνική απάντηση να είναι συνεχείς υποχωρήσεις;
  • Είναι δυνατόν Έλληνες πολιτικοί να παίρνουν θέση υπέρ των τουρκικών απόψεων ακόμη και αν αποδεχθούμε ότι θα αμφισβητηθεί από το Διεθνές Δικαστήριο ότι το Καστελόριζο έχει πλήρη επήρεια σε υφαλοκρηπίδα;
  • Οι περίφημες συνεργασίες στις οποίες επένδυσε η ελληνική πλευρά έχουν πρακτικό αποτέλεσμα απέναντι στην τουρκική απειλή, και ποιο; Αυτήν τη στιγμή υπάρχει ένα σοβαρό ρήγμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και η Άγκυρα βρίσκεται σε διεθνή ανυποληψία. Αν και τώρα η Ελλάδα δεν μπορεί να αξιοποιήσει τους διεθνείς συσχετισμούς, τι ρόλο παίζουν οι πολιτικοί της;
  • Θα αρχίσει επιτέλους η Ελλάδα να αναπτύσσει ένα πρόγραμμα που θα καταστήσει ικανές τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας να μπορούν να υποστηρίξουν την ακεραιότητά της και τα δικαιώματά της;

Ειρήσθω εν παρόδω, το αμυντικό παιχνίδι γίνεται περίπλοκο με την εισαγωγή στην αντιμετώπιση του αντιπάλου σύγχρονων μέσων όπως τα UAV, η θεωρία δικτύων κτλ. Δυστυχώς, και εδώ υστερούμε σε σχέση με τους γείτονες.