8 Ιούνιος 2019, 11:28 - Τελευταία Ενημέρωση: 8 Ιούνιος 2019, 11:17

Ο ΣΥΡΙΖΑ βυθίζεται, ο Τσίπρας φεύγει

  • Το ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία
    (Φωτ. αρχείου: ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Στις Ευρωεκλογές οι δυτικοευρωπαίοι ψηφοφόροι δεν ασχολήθηκαν με την Ευρώπη, την ανανέωση, τον εκσυγχρονισμό των θεσμών ή τη δράση των lobbies και κατ’ επέκταση τη διαφθορά. Πήγαν κατευθείαν στο ψητό: Έδωσαν στις Ευρωεκλογές χαρακτήρα εθνικών εκλογών. Ψήφος διόλου χαλαρή και με σαφές κριτήριο: Ποια στάση θέλουν να τηρήσουν οι ευρωβουλευτές τους για τη διαμόρφωση της ΕΕ.

Σ’ αυτές τις Ευρωεκλογές διαχωρίστηκαν όσοι ήταν υπέρ της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας από εκείνους που υποστηρίζουν την αφομοίωσης της χώρας τους σ’ αυτό που οι ελίτ αποκαλούν «κοινές πολιτιστικές ευρωπαϊκές αξίες» σε μια ΕΕ υποτελή των ΗΠΑ.

Ο διαχωρισμός «Δεξιά-Αριστερά» ήταν δευτερεύων. Κυριάρχησε το ερώτημα: Αυτεξούσιο κράτος και εθνική κυριαρχία ή επικράτηση, για τουλάχιστον ακόμα μία πενταετία, της Γερμανίας και της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής. Από αυτήν την άποψη, οι ψηφοφόροι συμπεριφέρθηκαν ως απολύτως συνειδητοί Ευρωπαίοι, αλλά με επιλογές αντίστροφες από τις επιθυμίες των κυρίαρχων ελίτ.

Οι ελίτ φοβούνται, δικαιολογημένα, ότι οι οπαδοί της εθνικής κυριαρχίας δεν πλειοψήφησαν τώρα, αλλά η δυναμική των πραγμάτων τούς ευνοεί. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, το σημερινό Ευρωκοινοβούλιο θα εκφράζει ένα αντιδραστικό παρελθόν. Το Ευρωκοινοβούλιο συστήθηκε ως ένας βασικός μηχανισμός αναπαραγωγής μικρομεσαίων και ανώτερων στελεχών των κατεστημένων πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων στην ΕΕ.

Ο μηχανισμός αυτός διανθίστηκε και εμπλουτίστηκε με αναρίθμητες «παράπλευρες» ευκαιρίες πλουτισμού που προσφέρουν τα συνήθως αδιαφανή λόμπι. Το χρήμα έρρεε, αν και με αμφισβητήσιμα αποτελέσματα. Φιλογερμανοί ή φιλοαμερικάνοι υπάρχουν, αλλά οι οπαδοί μιας ανεξάρτητης ΕΕ δεν προέκυψαν από το Ευρωκοινοβούλιο. Είναι ίσως η πρώτη φορά που οι Ευρωεκλογές είχαν έναν σαφή πολιτικό χαρακτήρα, με δυναμική παρουσία δυνάμεων αντίθετων στο κατεστημένο. Δυνάμεων της Δεξιάς, αφού η σημερινή κυρίαρχη Αριστερά δεν κατατάσσεται πλέον στις δυνάμεις αλλαγής και ανατροπής. Με αποτέλεσμα να βουλιάζει εκλογικά και να βυθίζεται η αξιοπιστία της.

Η ελίτ στην Ελλάδα αποσιώπησε το θέμα της εξάρτησης, την υποδούλωση του κράτους στην ξένη επικυριαρχία, την εξάρτηση της πατρίδας από αλλότρια συμφέροντα.

Ο πολιτικός κόσμος και τα ΜΜΕ δεν ασχολήθηκαν. Ωστόσο, η απουσία συζήτησης αντικαταστάθηκε από τη ζέουσα πραγματικότητα, οπότε δόθηκαν απαντήσεις στην κάλπη. Ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ τιμωρήθηκαν για τις πράξεις τους που κατέληξαν στις Πρέσπες. Για εθνικό θέμα, την προδοσία της Κύπρου, έπεσε η Χούντα. Το εθνικό στραπάτσο στα Ίμια στιγμάτισε τον Σημίτη. Το Μακεδονικό, οι Πρέσπες, βύθισε στην ανυποληψία τον ΣΥΡΙΖΑ με τον Τσίπρα. Οι δημοσκόποι μετρούν το ποσοστό της επιρροής του Σκοπιανού στις Ευρωεκλογές. Τα ποσοστά είναι το δευτερεύον. Σημαντικό είναι η γενική αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συντονίστηκε με όσους αμφισβητούν την ακεραιότητα της χώρας.

Πολλοί έχουν πει ότι με τα εθνικά θέματα δεν κερδίζεις εκλογές, αλλά εξ αιτίας τους τις χάνεις. Αυτό που έπαθε ο ΣΥΡΙΖΑ στις Ευρωεκλογές δεν ήταν μια απλή ήττα. Μοιάζει περισσότερο με έκδοση βαριάς καταδικαστικής απόφασης από το λαϊκό δικαστήριο της κάλπης. Μάλλον αυτό διαισθάνονται στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και εμφανίζονται ζαλισμένοι, χωρίς ειρμό, εκνευρισμένοι και αλλοπρόσαλλοι. Η αποτυχία στα οικονομικά θα ήταν ιάσιμη και η προκλητική απόπειρα εξαγοράς ψήφων προεκλογικά μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα οδηγούσε το πολύ σε ψήφο τιμωρίας και σε μια προσωρινή απώλεια της Εξουσίας.

Τα οικονομικά, όμως, συνδυάστηκαν με αναιδή προβολή υποτιθέμενης εθνικής επιτυχίας στο Σκοπιανό, ενώ ο κόσμος έβλεπε κίνδυνο απώλειας βωμών και εστιών. Γι’ αυτό και ο Τσίπρας, λένε, αμόλησε τα περί παραίτησης από την ηγεσία. Όχι, όμως, μόνο από την ηγεσία, προσθέτουν κάποιοι που ξέρουν και προετοιμάζουν, ως καλοί γνώστες της αγοράς, το μέλλον. Γνωρίζουν ότι οι παλιές έχθρες, στους σημερινούς ρευστούς καιρούς, μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε επωφελείς φιλίες, αν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Ο Τσίπρας είναι πολύ νέος και ακόμα περισσότερο φιλόδοξος για να θαφτεί από κάποιους σαν τον Τσακαλώτο και τον Φίλη. Θα τους αφήσει να τρώγονται μεταξύ τους στον καταδικασμένο έτσι κι αλλιώς ΣΥΡΙΖΑ και θα κάνει δικό του κόμμα. Και θα καλύψει, λένε, τα κενά που σύντομα θα δημιουργηθούν, εκτοξεύοντας έτσι, προς πάσα κατεύθυνση, μικρές ποσότητες του δηλητηρίου που κατάπιαν από την επαίσχυντη ήττα. Ο Τσίπρας, συμπληρώνουν, ανέβασε τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά, αν μείνει, ο ΣΥΡΙΖΑ θα τον παρασύρει στο βυθό. Αυτό το κόμμα, προβλέπει ακόμα και ο έμπειρος Δρυμιώτης, θα καταλήξει σταδιακά εκεί από όπου ξεκίνησε. Στο ασήμαντο. Ζούμε αντίστροφα το 2015, όταν όλοι, πληβείοι και αστοί, έχοντας αποκάμει από την κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου αγνόησαν τον (ανύπαρκτο) «κομμουνιστικό κίνδυνο» και ψήφισαν Τσίπρα και ΣΥΡΙΖΑ.

Τώρα έχουν φτάσει στο αμήν με τον ΣΥΡΙΖΑ και χωρίς αναστολές ψηφίζουν Μητσοτάκη, αδιαφορώντας αν είναι ή όχι ο πεπεισμένος πολιτικός εκπρόσωπος του νεοφιλελευθερισμού.

Οι ίδιοι που απόρριψαν μαζικά τους «Σαμαροβενιζέλους», οι ίδιοι ακριβώς θέλουν τώρα να γλιτώσουν από την «πρώτη φορά Αριστερά» του Τσίπρα και της παρέας του. Αυτοί του έδωσαν τη νίκη το 2015, επειδή αυτοί είναι οι πολλοί. Και τώρα δεν τον θέλουν. Δεν αγνοούν ότι ο Μητσοτάκης είναι κι αυτός υποχρεωμένος να εφαρμόζει όσα επιτάσσουν οι Βρυξέλλες, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ με τον Τσίπρα.

Και γι’ αυτό αδιαφορούν για τα όσα ασυνάρτητα υποστηρίζει το κυβερνητικό επιτελείο που ετοιμάζεται, λέει, να εξαγγείλει μέτρα υπέρ της μεσαίας τάξης παραμονή εκλογών. Οι ψηφοφόροι δεν ξεχνούν τι είναι υποχρεωμένος να κάνει ο Μητσοτάκης με την ελπίδα ότι και η ΝΔ θα θυμάται πώς ξεκίνησε και πώς καταλήγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Για το καλό της.

Απόστολος Αποστολόπουλος