Η αλήθεια είναι σκληρή αλλά δεν είναι ακραία

Η πάνδημη συμμετοχή του κόσμου στις εκδηλώσεις μνήμης που διοργανώθηκαν σε Ελλάδα και εξωτερικό με αφορμή την 100ή επέτειο της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, η κάλυψη του γεγονότος από μεγάλες εφημερίδες του εξωτερικού όπως η ***The Wall Street Journal*** και οι δηλώσεις των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, που για πρώτη φορά υπόσχονται ότι θα εργαστούν για τη διεθνοποίηση και αναγνώριση της Γενοκτονίας από ξένα κοινοβούλια, με τελικό στόχο την αναγνώριση και από την ίδια την Τουρκία, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών.

Είναι η πρώτη φορά που το τουρκικό ΥΠΕΞ εκδίδει μια τόσο σκληρή ανακοίνωση, γεγονός που καταδεικνύει το πόσο η Τουρκία έχει «στριμωχτεί στη γωνία» με το θέμα αυτό.

«Οι απόπειρες κάποιων ακραίων κύκλων στην Ελλάδα να επισκιάσουν αυτήν τη σημαντική ημέρα με φανταστικούς ισχυρισμούς κατά της ιστορίας μας, με ενέργειες που στόχο έχουν να πυροδοτήσουν μίσος κατά της Τουρκίας, όπως επίσης και με δηλώσεις ορισμένων πολιτικών στην Ελλάδα, οι οποίες διαστρεβλώνουν τα ιστορικά γεγονότα, έχοντας δικά τους πολιτικά κίνητρα, δεν είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτές.

»Υπενθυμίζουμε σε εκείνους που επικαλέστηκαν αυτούς τους αβάσιμους ισχυρισμούς την ευθύνη της Ελλάδας για τις θηριωδίες που διέπραξε ο στρατός της, οι οποίες επίσης παραβίαζαν τους νόμους πολέμου κατά την εισβολή στην Ανατολία, καθώς και την υποχρέωσή της να καταβάλει αποζημίωση, η οποία καθορίστηκε στη Συνθήκη της Λοζάνης.

»Αναφέρουμε ότι όταν οι θηριωδίες που διαπράχθηκαν από τον ελληνικό στρατό κατά των Τούρκων έφτασαν σε αδιανόητο μέγεθος, οι σύμμαχοι της Ελλάδας ίδρυσαν μια επιτροπή ερευνών και αναγνώρισαν απάνθρωπα εγκλήματα του ελληνικού στρατού.

»Στην πραγματικότητα, αυτοί οι αβάσιμοι ισχυρισμοί που στοχεύουν στην ιστορία μας δεν έχουν καμία σχέση με τη λογική, τη συνείδηση ​​και τη δικαιοσύνη. Αυτή η ρητορική είναι ασυμβίβαστη με τους στόχους μας για την προώθηση των διμερών μας σχέσεων και αφήνει μια αρνητική κληρονομιά στις μελλοντικές γενιές».

Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους και να ενημερώσουμε υπεύθυνα και αντικειμενικά τους αναγνώστες μας, αναφέρουμε τα εξής, σχετικά με τους ισχυρισμούς του τουρκικού ΥΠΕΞ:

Πρώτον, το ζήτημα δεν αφορά κάποιους «ακραίους κύκλους» στην Ελλάδα, και όπως αποδείχτηκε την Κυριακή 19 Μαΐου 2019 αφορά το σύνολο του πολιτικού κόσμου και των κομμάτων της Ελλάδας. Άρα το επιχείρημα αυτό, που ήταν και επιχείρημα στην Ελλάδα των κύκλων αμφισβήτησης και υπονόμευσης του ζητήματος της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Θράκης, από το 1914 μέχρι το 1923, τινάχτηκε στον αέρα. Δεν μπορεί να είναι ακραίοι κύκλοι το σύνολο του πολιτικού κόσμου και των κομμάτων στην Ελλάδα.

Δεύτερον, όσον αφορά τις ευθύνες της Ελλάδας που επικαλείται το τουρκικό ΥΠΕΞ, για «θηριωδίες» του ελληνικού στρατού που έδρασε στη Μικρά Ασία και για υποχρέωση καταβολής πολεμικών αποζημιώσεων από την Ελλάδα στην Τουρκία, με βάση τη Συνθήκη της Λοζάνης, να σημειώσουμε τα εξής:

Η Γενοκτονία Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων ξεκίνησε με κεντρικό σχέδιο των Νεότουρκων το 1914, πέντε χρόνια πριν από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία. Μάλιστα, η ίδια η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδέχτηκε ότι διέπραξε Γενοκτονία από το 1914 μέχρι τον Οκτώβριο του 1918, που υπογράφηκε η Συνθήκη Ανακωχής του Μούδρου, συγκροτώντας μάλιστα και τα Δικαστήρια του Πολέμου (Divan-ı Harb-i Örfî), στα οποία δικάστηκαν οι πρωταίτιοι της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Άρα το επιχείρημα που αφορά την παρουσία του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία είναι τουλάχιστον ανακόλουθο.

Όσον αφορά τις «θηριωδίες» του ελληνικού στρατού και τις πολεμικές αποζημιώσεις που υποχρεώθηκε να καταβάλει η Ελλάδα με βάση τη Συνθήκη της Λοζάνης, κι εδώ η αλήθεια παρουσιάζεται μισή. Η Ελλάδα υποχρεώθηκε σε καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων επειδή ήταν η ηττημένη στον μικρασιατικό πόλεμο και αυτό δεν έχει καμία σχέση με «θηριωδίες» ή εγκλήματα πολέμου. Ίσα-ίσα, στη Συνθήκη των Σεβρών, που έγινε με την Τουρκία στην πλευρά των ηττημένων, προβλεπόταν η σύσταση ειδικών δικαστηρίων τα οποία θα εξέταζαν τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι Τούρκοι εναντίον των χριστιανών της Ανατολίας από το 1914 μέχρι το 1918.

Επίσης, όσον αφορά τις πολεμικές αποζημιώσεις, η Ελλάδα παραχώρησε το προγεφύρωμα του Καραγάτς, που βρίσκεται δυτικά του Έβρου, στην Τουρκία, ως αντιστάθμισμα στις αποζημιώσεις, κάτι που αποδέχτηκε με δήλωσή του ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού.

Άρα, δεν υφίσταται θέμα πολεμικών αποζημιώσεων.

Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα «Αυτή η ρητορική είναι ασυμβίβαστη με τους στόχους μας για την προώθηση των διμερών μας σχέσεων και αφήνει μια αρνητική κληρονομιά στις μελλοντικές γενιές», να τονίσουμε ότι η ρητορική της άρνησης είναι που αποτελεί το βασικό εμπόδιο που δυναμιτίζει το μέλλον των επόμενων γενεών. Όσο οι γενοκτόνοι νιώθουν δικαιωμένοι και υπερήφανοι για τις πράξεις τους, είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να διαπράξουν τα ίδια και χειρότερα, όπως αποδείχτηκε από το 1923 μέχρι σήμερα.

Τέλος, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Τουρκίας που προσπαθεί να κρυφτεί και να κρύψει το έγκλημα πίσω από την παρουσία του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, πέραν του ότι μας έσφαζαν συστηματικά συνεχώς από το 1914 μέχρι το 1918, δηλαδή πριν αποβιβαστεί ο στρατός μας στη Σμύρνη, υπάρχει και το θέμα της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Αυτούς γιατί τους έσφαξαν; Μήπως είχε εισβάλει ο αρμενικός στρατός στη Μικρά Ασία και το έκαναν για να αμυνθούν;

Όχι φυσικά.

Είχαν έτοιμο το σχέδιο από το 1911 για εκκαθάριση όλων των χριστιανικών πληθυσμών, και το έκαναν πράξη από το 1914 μέχρι το 1923, με ένα διάλειμμα μερικών μηνών μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ανακωχής του Μούδρου και μέχρι την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στην Αμισό, στις 19 Μαΐου 1919.

Αυτή είναι η αλήθεια και δεν είναι ακραία, ούτε είναι ακραίοι εκείνοι που αγωνίζονται να την αναδείξουν. Ακραίες ήταν οι πράξεις των Νεότουρκων και των κεμαλικών, και η Τουρκία οφείλει να τις αναγνωρίσει.

Αυτός είναι ο μονόδρομος για την ειρήνη.