22 Μάιος 2019, 09:29 - Τελευταία Ενημέρωση: 22 Μάιος 2019, 11:22

Τουρκία: Θέλουμε αποζημίωση από την Ελλάδα για τη 19η Μαΐου 1919 με βάση τη Συνθήκη της Λοζάνης

  • Τουρκία: Θέλουμε αποζημίωση από την Ελλάδα για τη 19η Μαΐου 1919 με βάση τη Συνθήκη της Λοζάνης
    (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Αλέξανδρος Μπελτές)

Αντιμέτωπη με την ιστορική αλήθεια βρίσκεται όλο και πιο πιεστικά πλέον η Τουρκία. Παρόλα αυτά κάθε φορά που στριμώχνεται από την πραγματικότητα αλλά και τη διεθνή κοινότητα για το θέμα των γενοκτονιών σε βάρος των χριστιανών της Ανατολής στις αρχές του 20ού αιώνα, αντιδρά με θρασύτατο τρόπο. Το ίδιο συνέβη και τώρα με αφορμή τη 19η Μαΐου 1919, ημέρα έναρξης της δεύτερης και σκληρότερης φάσης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Ενοχλημένο από τις δηλώσεις για τη Γενοκτονία των Ποντίων το τουρκικό ΥΠΕΞ όχι μόνο επιτίθεται κατά της Ελλάδας αλλά υποστηρίζει ότι ο ελληνικός στρατός διέπραξε «θηριωδίες» στην Ανατολία.

Μάλιστα κάνει λόγο για υποχρέωση της Ελλάδας για καταβολή αποζημιώσεων προς το λαό της Ανατολίας, με βάση της Συνθήκη της Λοζάνης.

Ολόκληρη η ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ έχει ως εξής:
«H 19η Μαΐου 1919 σηματοδοτεί την αρχή του εθνικού μας αγώνα που οδήγησε στην ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας και εορτάζεται με μεγάλη υπερηφάνεια κάθε χρόνο στην Τουρκία και το εξωτερικό. Οι απόπειρες κάποιων ακραίων κύκλων στην Ελλάδα να επισκιάσουν αυτή τη σημαντική ημέρα με φανταστικούς ισχυρισμούς κατά της Ιστορίας μας, με ενέργειες που στόχο έχουν να πυροδοτήσουν μίσος κατά της Τουρκίας, όπως επίσης και με δηλώσεις ορισμένων πολιτικών στην Ελλάδα, οι οποίες διαστρεβλώνουν τα ιστορικά γεγονότα έχοντας δικά τους πολιτικά κίνητρα, δεν είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτές.

»Υπενθυμίζουμε σε εκείνους που επικαλέστηκαν αυτούς τους αβάσιμους ισχυρισμούς την ευθύνη της Ελλάδας για τις θηριωδίες που διέπραξε ο στρατός της, οι οποίες επίσης παραβίαζαν τους νόμους πολέμου κατά την εισβολή στην Ανατολία, καθώς και την υποχρέωσή της να καταβάλει αποζημίωση, η οποία καθορίστηκε στη Συνθήκη της Λοζάνης. Αναφέρουμε ότι όταν οι θηριωδίες που διαπράχθηκαν από τον Ελληνικό Στρατό κατά των Τούρκων έφτασαν σε αδιανόητο μέγεθος, οι σύμμαχοι της Ελλάδας ίδρυσαν μια Επιτροπή Ερευνών και αναγνώρισαν απάνθρωπα εγκλήματα του Ελληνικού Στρατού. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι αβάσιμοι ισχυρισμοί που στοχεύουν στην ιστορία μας δεν έχουν καμία σχέση με τη λογική, τη συνείδηση ​​και τη δικαιοσύνη. Αυτή η ρητορική είναι ασυμβίβαστη με τους στόχους μας για την προώθηση των διμερών μας σχέσεων και αφήνει μια αρνητική κληρονομιά στις μελλοντικές γενιές.

»Ο διορισμός του μεγάλου ηγέτη Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης από τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Βενιζέλο το 1934 μετά την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, αποτελεί τη σαφέστερη απόδειξη ότι δεν υπάρχει τέτοιο ιστορικό θέμα μεταξύ των δύο χωρών σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς ορισμένων ανεύθυνων πολιτικών και ριζοσπαστών Ελλήνων».

Άμεση αντίδραση του ελληνικού ΥΠΕΞ
«Είναι ιστορικό καθήκον όλων μας –και ιδίως της γείτονος Τουρκίας– να αναγνωριστούν γεγονότα όπως η γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού, προκειμένου να μην επαναληφθούν οι πιο ζοφερές στιγμές του παρελθόντος και να επουλώσουμε τις βαθιές πληγές που άφησαν πίσω», τονίζει με ανακοίνωσή του το υπουργείο Εξωτερικών σε απάντηση ανακοίνωσης του τουρκικού ΥΠΕΞ την οποία χαρακτηρίζει ως «ακόμη μια αδόκιμη προσπάθεια παραποίησης της ιστορίας».

Το υπουργείο Εξωτερικών επισημαίνει ότι «η αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας, η αυτοκριτική και η εγκατάλειψη του αναθεωρητισμού, αποτελούν ένδειξη δύναμης, όχι αδυναμίας. Αποτελούν προϋπόθεση για τον καλόπιστο διάλογο και την καταπολέμηση των ακροτήτων του εθνικισμού, για τη συμφιλίωση των λαών και των κρατών και την ειρηνική συμπόρευσή τους».

Κάνοντας μάλιστα αναφορά στον Ελευθέριο Βενιζέλο υπογραμμίζει ότι «αυτή τη στάση ζωής και πολιτικής επέλεξε όταν πρότεινε ως υποψήφιο για το Νόμπελ Ειρήνης τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Και αυτό συνεχίζει να αποτελεί, μέχρι σήμερα, μέρος της σημαντικής παρακαταθήκης που άφησε πίσω του ο μεγάλος Έλληνας πολιτικός, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις –και όχι μόνον».