Εκατό χρόνια

Από Γενοκτονίας ενιαυτοί εκατό. Χρόνος ένας, τρεις, εκατό… Εν παντί τόπω, πάντα βρίσκουμε τον τρόπο· υπερκείμενοι χρόνου. «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν» (Εβρ. 13,14). Για εσάς είναι η αρίθμηση που βαρύνεστε∙ όχι για εμάς. Δεν έχει τεφτέρι ο δίκαιος, ότι άχρονη η ψυχή του. Πείτε βρε κακομοίρηδες ήμαρτον και καθίστε ν’ ακούσετε. Λίγοι απομείναμε∙ αλλά αν με το ήμαρτον μας συναντήσεις, θα σου πούμε πώς γίνεται ν’ ακούς μέσα σε μια δοξαριά την πλάση. Πώς μ’ ένα αλαφροπάτημα –κάνεις μια έτσι και– βγαίνεις από τα χρόνια.

Ένα, τρία, εκατό∙ Τριάς Αγία Δόξα Σοι. Ποιος Μινώταυρος; Ποιος Δαρείος; Ποιος Κεμάλ; Άκου τη λύρα, δεν καταλαβαίνεις; «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13,8).

Δεν ακούς; Μέσα σε μια δοξαριά: κελαρυστά νερά∙ οι κωπηλάτες λάμνουν, τα ζωντανά βόσκουν, οι γαρήδες κεντούν, οι άγουροι παλεύουν, οι καλόγεροι λεν από μέσα τους την ευχή, οι γραιάδες ζυμώνουν και οι ψαλτάδες ψέλνουν «Ο άγγελος εβόα». Τα πουλάκια υμνολογούν, τα κορτσόπα μαζεύουν λουλούδια. Ο Αχιλλέας κάθεται κι εξηγεί τα σχέδια στην ασπίδα του μια ώρα, τρεις ώρες, εκατό. Κι ύστερα τινάζει την κώμη του και ρωτά το ακροατήριο. «Απορίες; Ιάσων; Κοτζά Αναστάς; Μιλούσατε αναμεταξύ σας ως συνήθως. Πείτε μου τι έλεγα, λοιπόν, τώρα δα πείτε μου!». Κι αυτοί γελούν∙ όλοι ξέρουν πως δεν θυμώνει πια όπως παλιά. Ποια Μέδουσα; Ποιο Μαντζικέρτ; Ποιος Τοπάλ Οσμάν; Πείτε βρε ήμαρτον… «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη, και τα καταχθόνια».1

«Μικρόν από του ηλίου μετάστηθι»2 είπε ο Πόντιος Διογένης στον Μακεδόνα Αλέξανδρο σαν συναντήθηκαν στης Κορίνθου τα μέρη. Τι πάει να πει μικρόν; Ένα στάδιο, δύο στάδια, εκατό; Γιά μήπως μέχρι τις Ινδίες; Ένα στάδιο: εξακόσιοι πόδες. Ένα βήμα της σέρρας: πόδες ων αριθμός ουκ έστιν. Δείτε τα βήματα του πυρρίχιου. Με τούτα τα βήματα ημερεύει ο απόκρημνος βράχος, η σπηλιά, η έρημος, η άξενη θάλασσα η αφρισμένη. Για ποιον μετράμε αυτά τα βήματα, αν όχι για εσάς; Για να πείτε ήμαρτον και να δείτε Θεού πρόσωπο· μα δεν το λέτε… Κι έτσι κοιτάτε να εξουσιάσετε τους άλλους κι όχι αυτόν που πρέπει, δηλαδή τον εαυτό σας. Δεν υπάρχει κανείς που να εξουσίασε εαυτόν και να μην άσκησε τούτη την εξουσία για να τον διώξει μακριά σαν κανένα παλιόσκυλο. Ποιοι Λαιστρυγόνες; Ποιος Διοκλητιανός; Ποιοι τσέτες; «Σου είναι ξένη η ζωή τους, λουλούδια στα πόδια κατάσπαρτα, ο ασφοδελίνος και η λαδανιά, ο ασπάλαθος και το σμιλάγκι. Ξένα ονόματα, χάνεις τη διάθεση να σκύψεις να τα μαζέψεις».3

Περνούν οι εποχές και δεν καταλαβαίνω πια σε ποια εποχή φύονται τούτα τα άνθη. Την πρώτη, την τρίτη, την εκατοστή; Όλες τις εποχές τις συγχώρησα, ακόμα κι αυτές στις οποίες ευδοκίμησε ευκολότερα ο φτηνός ο λόγος.

Την εποχή του παραφθαρμένου λόγου, όμως, ούτε λόγος. Πείτε το ήμαρτον τουλάχιστον για αρχή κι ύστερα συζητάμε περί μετανοίας. Ο Boniface de Montferrat, ο Μπραΐμης, τα «αμελέ ταμπουρού». Ποιος πρόσβαλε αθώα αίματα και δεν γιόμωσε κόλαση η καρδιά του; Για ποιόν μετρήσαμε απάνω-κάτω 353.000 αθώα θύματα; «Έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι, και ελογίσθη κάκωσις η έξοδος αυτών» (Σοφ. Σολ. 3,2). Αλλά δεν πάει έτσι! Δεν πάει… Δεν αριθμήσαμε ούτε για τους αδικοχαμένους ούτε για εμάς τους απογόνους τους. «Δικαίων δε ψυχαί εν χειρί Θεού, και ου μη άψηται αυτών βάσανος» (Σοφ. Σολ. 3,1). Για εσάς τους αρνητές μετρήσαμε. Για να έχετε 353.000 λόγους να διασώσετε –έστω τώρα– μια κάποιαν αξιοπιστία και σοβαρότητα· ποτέ δεν είν’ αργά.

Νωρίς, αργά… Άχρονος ο τόπος του Παρακλήτου. Αυτό που έγινε εκεί, γίνεται εδώ. Αυτό που έγινε τότε, γίνεται τώρα. Τα θέλω έχουν μέσα τους το χρόνο και συμπορεύονται με τη φθορά. Του μάταιου βίου η αποταγή δεν έχει χρόνο. Μια γενιά, τρεις, εκατό; Έγκλημα, καταδίκη, τιμωρία· όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα. «Ως οι πατέρες υμών και υμείς» (Πραξ. 7,51). Κι αυτοί ήθελαν, κι εσείς θέλετε· κι όλοι γενικώς κάτι θέλουν… Θέλουν, θέλουν κι όλο θέλουν. Θέλουν κι άλλα… Πιο πολλά. Τη μετάνοια που κηρύττουν οι δικοί μας Πατέρες δεν την θέλουν. Δεύτε βρε δύσμοιροι… «Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ' αφθαρσίας πηγήν».1 Ούτε κι αυτό το θέλουν… Ποιος Ευρυσθέας; Ποιος Κωλέτης; Ποιος Εμίν βέης; Τάδε λέγει Κύριος: να γράφετε. Γιατί διαβάζει ο προπάππους, διαβάζει και το τρισέγγονο. Στον ενεστώτα, μαζί διαβάζουν, ενώ το δοξάρι υμνολογεί κι η λύρα «μούσης εφετμαίς»4 αραθυμεί και κλαίει.

«Φλεγομένη πάλιν η χειρ μου τοις Πατράσι ακόλουθος δεικνύσθω».5 Κρατήστε μνήμη ζωντανή και ζωντανοί εγερθείτε. Αεί τοις Πατράσι ακόλουθοι. Προγόνων χρηστότης, απογόνων παράδοσις. Απογόνων χρηστότης, προγόνων ζώσα μνήμη. Άνευ αυτής της προϋπόθεσης είμαστε ευτελείς, παρακμάζουμε ανυπόφορα∙ και τότε ποιος μας δίνει σημασία; Θα γράφουμε. Ίσως κάποτε εννοήσουν ξένοι και δικοί.
_____
1. Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. «Κανών εις το άγιον Πάσχα».
2. Πλούταρχος, Αλέξανδρος 14,5.
3. Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Το άλγος της αφής. Αναβαθμοί και στάσιμα, Νησίδες, Σκόπελος 1998.
4. «κατ’ εντολήν της Μούσας» (Ορφέως Αργοναυτικά, στ. 6).
5. Ι.Γ. Κουρεμπελές, Ηδονοδοξία. Κριτική στη μεταπατερική θεώρηση της Παρθενίας της Θεοτόκου, εκδ. Αθ. Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη 2019.