18 Μάιος 2019, 10:53 - Τελευταία Ενημέρωση: 18 Μάιος 2019, 10:00

Γενοκτονία: Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί;

  • Γενοκτονία: Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί;
    «Η σταύρωση του ποντιακού ελληνισμού» (έργο του Ελευθέριου Φουλίδη)

Ως απάντηση στον τίτλο, θα μπορούσε κάποιος, με το δίκιο του, να θέσει επίσης το ερώτημα: «έχει νόημα το ερώτημά σας για ένα γεγονός που έχει συμβεί πριν από 100 χρόνια»; ΝΑΙ... Για εμένα προσωπικώς έχει, και θέλω να πιστεύω πως για πολλούς άλλους επίσης. Η μητέρα μου (Ελισάβετ Μωυσίδου) έχασε τους γονείς της, τέσσερα αδέρφια της, τεράστιες εκτάσεις εύφορης γης στο Χοτς-Κονακλάρ, παραθαλάσσιο προάστιο της Τραπεζούντας (πάνω στα κτήματά τους χτίστηκε το σημερινό αεροδρόμιο της Τραπεζούντας), για να βρεθεί το 1923 στα Κύρια (τουρκ. Kir = Ξερότοπος) Δράμας, μαζί με άλλα τέσσερα αδέρφια και δεκαοκτώ ορφανά των δολοφονημένων αδερφών της.

Μαζί της/τους χάθηκε μια για πάντα και η ελληνική παρουσία περίπου τριών χιλιετιών σε όλη τη Μικρά Ασία και τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.

«Ήταν μια ημέρα γύρω στα Χριστούγεννα του 1918 ή του 1919... Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, αλλά είχε ήδη τελειώσει ο πόλεμος και περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή να φτάσει το πλοίο με τους Έλληνες φαντάρους που υπηρετούσαν στον τουρκικό στρατό (όπως οι mουσουλμάνοι της Θράκης στον ελληνικό, έτσι και οι Πόντιοι έπρεπε να καταταγούν στον τουρκικό στρατό). Παίζαμε στο δρόμο όταν ακούσαμε να χτυπούν οι καμπάνες όλων των εκκλησιών και είδαμε κόσμο να τρέχει προς το λιμάνι. Όταν φτάσαμε κι εμείς, ακούσαμε έναν ντελάλη να ανακοινώνει τα ονόματα των φαντάρων μας που πνίγηκαν, αφού όπως ανακοινώθηκε το πλοίο της επιστροφής είχε βουλιάξει. Ανάμεσα στα ονόματα των πνιγμένων ήταν και τα ονόματα των τεσσάρων αδερφών μου...».


Δαφνούντα

Αυτήν την ιστορία την έχω ακούσει άπειρες φορές, και άλλες τόσες αναρωτήθηκα:

Πρώτον, πώς ήταν δυνατόν να πνιγούν όλοι οι Ελληνες φαντάροι και τα τέσσερα αδέρφια της μητέρας μου, που ήταν άψογοι κολυμβητές καθότι μεγάλωσαν σε μια δική τους παραλία και η διαδρομή του πλοίου της επιστροφής από τον Εύξεινο Πόντο απείχε το πολύ 200-300 μέτρα από τις ακτές του Πόντου; Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, ότι μετά τη Συνθήκη του Μούδρου και την παράδοση του τουρκικού στρατού στις 30 Οκτωβρίου του 1918, οι Τούρκοι, φοβούμενοι ότι οι Έλληνες θα οργανωθούν στο κίνημα ανεξαρτησίας του Πόντου, που είχε αρχίσει ήδη να εκδηλώνεται, βύθισαν σκόπιμα το πλοίο ή τα πλοία επιστροφής, με αλυσοδεμένους τους φαντάρους στα αμπάρια. Σύμφωνα με μαρτυρίες Ινδών, το ίδιο ακριβώς είχαν κάνει και οι Βρετανοί με τους χιλιάδες επιζήσαντες Ινδούς της αποτυχημένης απόβασης στην Καλλίπολη. Λέγεται πως κι εκείνοι προτίμησαν να βουλιάξουν κάποια πλοία επιστροφής τους στον Ινδικό, παρά να έχουν τους ήδη εμπειροπόλεμους Ινδούς απέναντί τους στον αγώνα τους για την ανεξαρτησία της χώρας τους.

Δεύτερον, ποιο εθνικό συμφέρον οδήγησε τον Βενιζέλο να κηρύξει το 1919 τον πόλεμο στους Μπολσεβίκους, την ώρα που στον Πόντο σφάζονταν Έλληνες;

Την ίδια ακριβώς στιγμή που στο λιμάνι της Τραπεζούντας διαδραματίζονταν αυτά που μου περιέγραφε η μητέρα μου, και συγκεκριμένα τα Χριστούγεννα του 2018, όλος σχεδόν ο ελληνικός στόλος και το Α΄ Σώμα Στρατού, που το αποτελούσαν τρεις μεραρχίες (1η, 2η, 13η), με 23.000 άνδρες, περνούσαν τα Στενά του Βοσπόρου κατευθυνόμενοι προς την Κριμαία και την Οδησσό για να πολεμήσουν στο πλευρό των φιλοτσαρικών δυνάμεων και ενάντια στους Μπολσεβίκους του Λένιν, μετά από απαίτηση του Κλεμανσό!


Christian Emil Rosenstand (1859-1932), «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Κλεμανσό», 1917
(Συλλογή Έργων Τέχνης της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων)

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, όταν την 1η Μαρτίου του 1919 ένας ελληνικός προκεχωρημένος λόχος ευζώνων έλαβε τελεσίγραφο του Ρώσου διοικητή μεραρχίας Μπολσεβίκων αταμάνου Γκριγκόριεφ «καταθέστε τα όπλα και αναχωρήστε για τη χώρα σας, γιατί εξ όσων γνωρίζω δεν υπάρχει διαφορά οιασδήποτε φύσεως μεταξύ Ελλάδος και Ρωσίας», η άμεση απάντηση που του δόθηκε ήταν: «είναι ανάξιον των απογόνων του Λεωνίδου να εγκαταλείπωσι τας εαυτών θέσεις». Έναν μήνα αργότερα, και αφού ο ελληνικός στρατός έχασε 400 ευζώνους, εγκατέλειψαν «τας εαυτών θέσεις», συνθηκολόγησαν, και το εκστρατευτικό σώμα, ταπεινωμένο και καταπονημένο από τις πολυάριθμες μάχες έξι συνεχιζόμενων ετών (1912-1919), αντί να κατευθυνθεί προς τα λιμάνια της Σαμψούντας, της Τραπεζούντας και της Κερασούντας, όπου τις μέρες εκείνες οι συμμορίες των τσετών σκότωναν μαζικά Έλληνες, κατευθύνθηκε προς τη Σμύρνη.

Δύο χρόνια αργότερα, αφού δηλαδή δόθηκε αρκετός χρόνος στον Κεμάλ να οργανώσει έναν ετοιμοπόλεμο στρατό, στάλθηκαν σαν πρόβατα προς σφαγή στην Αλμυρά έρημο να πολεμήσουν εναντίον ενός καλά εξοπλισμένου στρατού.

Είναι τραγικό ότι για την εκστρατεία της Κριμαίας συγκροτήθηκε ειδική ελληνική Ναυτική Μοίρα με την ονομασία «Μαύρης Θάλασσας & Ευξείνου», με δύο θωρηκτά και δύο αντιτορπιλικά με αρχιναύαρχο τον ποντιακής καταγωγής Γεώργιο Κακουλίδη. Τραγικότερο όλων είναι το γεγονός ότι ενώ τα πλοία τις πρώτες ημέρες του Μαΐου του 1919 περνούσαν τα Στενά του Βοσπόρου, σύμφωνα με ιστορικές πηγές την ίδια ακριβώς στιγμή (μπορεί και να συναντήθηκαν) τουρκικό πλοίο μετέφερε τον Κεμάλ στον Πόντο.

Αυτό λοιπόν που δεν έκανε ο Βενιζέλος το έκανε ο Μουσταφά Κεμάλ, μπαίνοντας θριαμβευτικά στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919, δίχως καν έναν λόχο ενόπλων, και αυτή η μέρα γιορτάζεται μέχρι σήμερα ως η σημαντικότερη εθνική γιορτή των Τούρκων, αφού σύμφωνα με τα σχολικά βιβλία τους θεωρείται η αρχή της λεγόμενης Ανεξαρτησίας τους και η απαρχή της τελικής φάσης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Διόλου τυχαίο ότι η μέρα αυτή έχει οριστεί ως ημέρα μνήμης των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ποντίων.

Τον Σεπτέμβριο του 1922, ως απόρροια των εκτοπίσεων και των βιαιοπραγιών, ο τοπικός ελληνικός πληθυσμός του Πόντου έπαψε ουσιαστικά να υφίσταται.

Τρίτον, δίχως να ανήκω στο είδος εκείνων των ανθρώπων που με ελαφρότητα επικροτούν στρατιωτικές λύσεις, είχα πάντοτε την συγκεκριμένη απορία: πώς ήταν δυνατόν ο Βενιζέλος, ο άνθρωπος που είχε μεταφράσει και μελετήσει τον Πελοποννησιακό Πόλεμο του Θουκυδίδη, ο άνθρωπος που είχε πει «δεν υπάρχει διεθνές δίκαιο, παρά μόνο εθνικό συμφέρον», που ήταν τολμηρός και αδίστακτος στις αποφάσεις του, που γνώριζε τι συμβαίνει στον Πόντο, αφού το 1919 είχε στείλει τον Νίκο Καζαντζάκη στον Καύκασο για να συνδράμει στην επιστροφή των Ποντίων, δεν έστειλε έστω ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι της Τραπεζούντας, ως προειδοποίηση προς τις συμμορίες των Τσετών;

Σύμφωνα με τη συνθήκη ανακωχής του Μούδρου, από τον Δεκέμβριο του 2018 η Τουρκία ήταν μια εντελώς ανοχύρωτη χώρα, αφού όχι απλώς διαλύθηκε ο στρατός της και παρέδωσε όλο τον πολεμικό εξοπλισμό, μέχρι τα απλά τυφέκια και πιστόλια, αλλά ήταν υποχρεωμένη και για:

  • Την παροχή δυνατότητας στους Συμμάχους (δηλαδή και στους Έλληνες) να καταλάβουν, για λόγους ασφάλειας, οποιαδήποτε στρατηγικά σημεία επί του εδάφους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έκριναν εκείνοι σκόπιμα, δίχως προηγούμενη συνεννόηση με την Οθωμανική κυβέρνηση
  • Την ελεύθερη χρήση παντός λιμένος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από συμμαχικά πλοία.
  • Τη χρήση παντός υλικού επανόρθωσης που θα βρισκόταν σε τουρκικό λιμάνι.

Όλα αυτά τα γνώριζε ο Ελευθέριος Βενιζέλος και σίγουρα γνώριζε ότι οι μοναδικοί Τούρκοι που οπλοφορούσαν το 2019 ήταν οι ληστοσυμμορίτες τσέτες (τουρκικά: Çete = συμμορίτες, οπλισμένοι άτακτοι ορεσίβιοι ληστές, κυρίως κουρδικής καταγωγής). Αυτοί λοιπόν με αρχηγό τους τον διαβόητο Τοπάλ Οσμάν υποδέχτηκαν τον Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα και αποτέλεσαν τις ομάδες κρούσης τις υπεύθυνες για τις θηριωδίες σε βάρος των χριστιανών Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων. Ήταν οι αντίστοιχες παραστρατιωτικές ομάδες Sturmabteilung (SA) πάνω στις οποίες στηρίχτηκε ο Χίτλερ για να ανέβει στην εξουσία.


Ο Τοπάλ Οσμάν και οι τσέτες του (εικ.: Χριστίνα Κωνσταντάκη)

Ποτέ μου μέχρι σήμερα δεν μπόρεσα να κατανοήσω την αδράνεια του Βενιζέλου να μην εκμεταλλευτεί τα δικαιώματα που είχε από τη Συνθήκη του Μούδρου, αλλά και από το ηθικό και οικουμενικό φυσικό δικαίωμα να προστατεύσει τους χριστιανούς, τους Αρμένιους, τους Ασσύριους και Έλληνες της Μ. Ασίας, αφήνοντας τον Κεμάλ να ανδρωθεί, με τις γνωστές αργότερα καταστροφικές συνέπειες για ολόκληρο τον ελληνισμό και όχι μόνο για τους Πόντιους. Έχουν ειπωθεί πολλά για τις ευθύνες των «συμμάχων μας» το 1922, αλλά ελάχιστα για την ολέθρια επιλογή του Βενιζέλου να στείλει 23.000 Έλληνες με τέσσερα πολεμικά πλοία να πολεμήσουν τους Μπολσεβίκους, την ώρα που η Γενοκτονία ήταν ακόμη στις αρχές της και ο οργανωμένος τουρκικός στρατός ανύπαρκτος. Ο Βενιζέλος έκανε ό,τι του είχε ζητήσει ο Γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσό, ο οποίος μετά την αποτυχημένη εκστρατεία στην Κριμαία τον «άδειασε» εντελώς, απαγορεύοντας μάλιστα ακόμη και την προσωρινή παραμονή στην Κωνσταντινούπολη των –όπως ήταν φυσικό– διωχθέντων Ελλήνων της Οδησσού, της Κριμαίας και της Γεωργίας, κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα!

Ο μόνος κερδισμένος από την εκστρατεία στην Κριμαία ήταν ο Κεμάλ, ο οποίος ήταν ο μοναδικός Ευρωπαίος και Ασιάτης ηγέτης που είχε ταχθεί δημοσίως υπέρ των Μπολσεβίκων.

Kαι μετά την επικράτησή τους, φοβούμενοι οι «σύμμαχοί μας» μήπως συμμαχήσει με τη Ρωσία, «άδειασαν» τον Βενιζέλο και πήραν το μέρος του.

Δεν θα μπω σε συνωμοσιολογικές θεωρίες για τους πραγματικούς λόγους της αδράνειάς του, που μόνο ο ίδιος ο Βενιζέλος ξέρει. Το μόνο που έχω να πω, είναι μια γαλλική ρήση που του ταιριάζει, και την οποία θα μπορούσε να του την είχε ξεστομίσει ο ίδιος ο Κλεμανσό: «ο αράπης εκτέλεσε επιτέλους το χρέος του και τώρα μπορεί ο αράπης να πάει στο διάολο»!

Σύμφωνα με την πολιτική επιστήμη, το μοναδικό αντικειμενικό κριτήριο για στρατιωτικές και πολιτικές αποφάσεις είναι το αποτέλεσμα και τίποτα άλλο. Εάν ο Μ. Αλέξανδρος έχανε τη μάχη στα Γαυγάμηλα, θα τον ξέραμε σήμερα όσο ξέρουμε και τον τελευταίο Μακεδόνα Βασιλιά, τον Περσέα, που στάλθηκε αλυσοδεμένος στη Ρώμη για να αφήσει την τελευταία του πνοή.

Δυστυχώς, για να ξορκίσουμε τις κατά συρροή λανθασμένες πολιτικές επιλογές του παρελθόντος (1897, 1922, 1974, 2010), ρίχνουμε –ή καλύτερα, «μας έμαθαν να ρίχνουμε»– τις ευθύνες σε ξένους, που δεν έχουν καμία νομική ή ηθική δέσμευση απέναντί μας. Μπορεί να ακούγεται κυνικό, αλλά όλοι οι ξένοι, ακόμη και ο Κεμάλ, τη δουλειά τους έκαναν με γνώμονα το ίδιο το συμφέρον των λαών τους. Εάν την αρχή αυτή την τηρούσαν πάντοτε και οι δικοί μας ηγέτες, θα είχαμε αποφύγει πολλές ολέθριες ήττες κατά το παρελθόν – και ίσως τη Γενοκτονία και τον ξεριζωμό μας από την Μικρά Ασία και τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας.

Αλέξανδρος Πιστοφίδης